
Για την ποιητική συλλογή της Peny Delta «Εκ της σαρκός» (εκδ. Βακχικόν). Εικόνα: Πίνακας της Μαρλίν Ντιμά.
Γράφει η Βαρβάρα Ρούσσου
Η δεύτερη συλλογή της Πένυς Δέλτα με τον τίτλο Εκ της σαρκός εισάγει τη σωματικότητα υπό διπλή έννοια: πρώτον, ό,τι αισθανόμαστε γίνεται πρώτα με το σώμα, τη σάρκα και τις αισθήσεις και δεύτερον, ως συνέπεια του πρώτου, τα ποιήματα δημιουργούνται με έναν απόλυτα σωματικό τρόπο. Η διαδικασία γραφής με το μολύβι ή το πληκτρολόγιο δεν είναι παρά μία σωματική προέκταση του χεριού, αλλά και μια διαδικασία με σωματική αντίδραση. Έτσι, το Εκ της σαρκός είναι ποίηση της επιθυμίας, εκπληρωμένης και ανεκπλήρωτης, του σώματος που αναζητά το άλλο σώμα ή που κοιτάζεται για να αναγνωριστεί, που στοχάζεται ενσώματα. Ταυτόχρονα, τα προσωπικά βιώματα περνούν μέσα ή δίπλα από μορφές της τέχνης, του μύθου και της ποπ κουλτούρας, έτσι που τέχνη και ζωή, συγγραφή και αίσθηση του κόσμου, γίνονται ένα.
«Τάφοι λευκοί θα γίνουμε κάποτε. […] Θα είμαστε αυτό που πάντα θέλαμε./ Αθώοι/». «Βαδίζουμε με τα ριζώματα γυμνά, σαν δέντρα που δε θυμούνται αν υπήρξαν σπόροι». «Δε στήνονται έτσι οι ζωές,/ μου είπες κάποιο βράδυ», «Διάβασέ μου ένα ποίημα ψυχή μου. Σα να μη μας μάτωσε ο Απρίλης, ζούμε». Οι διάσπαρτοι αυτοί, κομβικοί, νομίζω, στίχοι ως ένα βαθμό αποδίδουν το πνεύμα της συλλογής, αλλά και το γεγονός ότι αυτή η δεύτερη συλλογή αναδεικνύεται ποιητικά περισσότερο θαρραλέα και με παγιωμένη τη ρητορική της Πένυς Δέλτα και έρχεται να προσθέσει όχι μόνο στην ατομική της ποιητική αλλά, και αυτό είναι ουσιαστικό, να μιλήσει σε άλλους και να καταθέσει μια προσωπική άποψη για την ίδια την ποίηση.
Το ομώνυμο της συλλογής ποίημα, που εκφέρεται από μια σαφώς γυναικεία φωνή (όπως εξάλλου όλη η συλλογή δεν είναι αποτέλεσμα άφυλου, ουδέτερου, οικουμενικού υποκειμένου), αποδίδει μια έμφυλη, μητρογραμμική κληρονομιά που εγγράφεται στο γυναικείο σώμα της ποιητικής φωνής φέρνοντας κληροδοτημένη τη βία, τη μητρότητα και την απουσία της, τον πόθο και τον ερωτισμό. Το ποίημα αυτό που, καλώς, κατά τη γνώμη μου, έδωσε τον τίτλο στη συλλογή, συμπυκνώνει τις ορίζουσες της ποίησης της Πένυς Δέλτα.
Ταυτόχρονα, το «Παλιά γυναίκα» θέτει ένα ερώτημα παλιό, που με παραπέμπει στο τελευταίο ποίημα της εμβληματικής συλλογής Αμνάδα των ατμών της Αθηνάς Παπαδάκη. Σε αυτό, η κυρία Μαίρη είναι η γυναίκα που μένει εντέλει μόνη όταν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο το σπίτι έχει αδειάσει. Στο ποίημα της Δέλτα, η μοναξιά αναδύεται υπόγεια: «Δίχως γέννα/ δίχως θαύμα/ δίχως οίκτο». Και αυτό το ποίημα προοιωνίζει το αμέσως επόμενο, της απέναντι μάλιστα σελίδας, «Ποιήτριες κλαίουσες», ποιήτριες σαν μια κοινότητα.
Ο αβυσσαλέος κόσμος των λέξεων
Σε όλη τη συλλογή, η συγκινησιακή φόρτιση πρώτα παράγει τις λέξεις, άμεσες, σχεδόν σωματικές, αλλά αμέσως μετά τις θέτει σε μια νοητική επεξεργασία, δηλαδή τη λογοτεχνική τους μετάπλαση. Αυτή η διαδικασία έχει διπλή όψη: απ’ τη μια βυθίζει τη δημιουργό, τη συγγραφική εαυτή, σε έναν κόσμο λεκτικό, απ’ την άλλη γίνεται ο τρόπος να εσωτερικεύεται ο κόσμος, σε βαθμό που αποκλείει το υποκείμενο της γραφής από αυτόν. Πόσο μέσα και πόσο εκτός από το πραγματικό είναι η συγγραφή, η ίδια η ποίηση; Στο ποίημα «Δίπλα ένα σπίτι καιγόταν» νομίζω ότι δηλώνεται αυτή η ιδιοσυστασία της γραφής, αλλά και ταυτόχρονα ένας επαναλαμβανόμενος προβληματισμός για την ίδια τη λειτουργία της ποίησης: κατά πόσο η ανάγκη και η δυνατότητα να εξωτερικευτεί ο εσωτερικός πυρήνας του δημιουργού, με στόχο να συναντήσει τον αναγνώστη, εντέλει το κάνει αυτό; Και πόσο η δημιουργία είναι επικοινωνιακή, με τα όσα τραγικά συμβαίνουν δίπλα μας, κυριολεκτικά και μεταφορικά, αφού ο πλανήτης είναι ο κόσμος μας: «Στην άβυσσο ερωτοτροπούσα με τις λέξεις, [διπλό κενό σιωπής] Δίπλα ένα σπίτι καιγόταν…»; Ο αβυσσαλέος κόσμος των λέξεων, φαίνεται γοητευτικός και συνάμα τρομακτικός.
Η ποιητική φωνή μιλά με θραύσματα, προσωπεία, χρώματα και εικόνες φθοράς, χωρίς να εγκαταλείπει τον άμεσο, σχεδόν προφορικό τόνο της εξομολόγησης.
Η γραφή της Πένυς Δέλτα φέρει έντονα τα σημεία μιας φόρτισης από τον έξω κόσμο, όσο και από εκείνον των λέξεων. Η εμπειρία διυλίζεται και κατατίθεται εντέλει σε ποιήματα που κρατούν υψηλή τη συγκίνηση και που αναζητούν την αναγνωστική συμμετοχή. Γι’ αυτό, θα της έδινα έναν χαρακτηρισμό, όλως παρεξηγημένο, από το παρελθόν, που έχει αποδοθεί σε γυναίκες και μάλιστα κάπως μειωτικά. Εδώ επανοικειοποιούμαι το επίθετο χωρίς δισταγμό: «αυθεντική». Είναι σαφές ότι αυτή την αυθεντικότητα την επεξεργάζεται η ποιήτρια, αφήνοντας όμως ανοιχτή την πόρτα εισόδου στον αναγνώστη για να συνδεθεί με αυτό το άμεσο στοιχείο της αυθεντικής συγκίνησης.
Η ποιητική φωνή μιλά με θραύσματα, προσωπεία, χρώματα και εικόνες φθοράς, χωρίς να εγκαταλείπει τον άμεσο, σχεδόν προφορικό τόνο της εξομολόγησης. Βαθιά λυρική, άλλοτε με ένταση, άλλοτε χαμηλόφωνη, άλλοτε με τη βεβαιότητα μιας κατακτημένης εαυτής, άλλοτε με το δισταγμό της πρώτης προσέγγισης του άλλου, αναζητώντας την επιβεβαίωση από αυτόν. Η ποίηση αυτή δεν επιδιώκει να αποδώσει υψηλόφρονα νοήματα με φιλοσοφικό υπόβαθρο, ούτε να εξεγερθεί υποδαυλίζοντας επαναστατικές πράξεις, αλλά αναγνωρίζοντας το γήινο της ύπαρξης και το ότι ο έρωτας, η αγάπη, η θερμότητα των ωραίων στιγμών, που γίνεται μνήμη, αξίζει να γίνουν ποίηση. Η ερωτική και σωματική διάσταση δεν οδηγεί πάντα σε πληρότητα, παρότι αυτό αναζητείται. Συχνά παράγει μια διαρκή αίσθηση έκθεσης, αστοχίας και απώλειας.
Η σχέση αυτή της Πένυς με τα έργα και τους δημιουργούς τους δεν είναι εγκεφαλική ούτε επιδεικτική. Στη δική μου ανάγνωση θυμίζει την ανακάλυψη των ατόμων με τα οποία μοιραζόμαστε κάθε είδους κοινές εμπειρίες και με τα οποία αναπτύσσουμε εντέλει μια σχέση βάθους και ουσίας
Όμως η πίστη στην αγάπη δεν χάνεται και αυτό υπερισχύει νομίζω και τίθεται ήδη από το πρώτο ποίημα, «Η μαύρη σελήνη και ο ιαγουάρος», όπου το πρώτο πληθυντικό διαφεύγει από το ατομικό προς ένα κοινωνικό «εμείς», που ενώ συνεχώς δολοφονεί ακόμη και την αγάπη, αυτή ξαναγεννιέται για να αποτελέσει εντέλει το κρυφό νόημα. Δεν διαβάζω αυτό το ποίημα ως μια αναφορά στην ατομική περίπτωση μιας δύσκολης ερωτικής σχέσης, αλλά ως ποίημα με κοινωνική αναφορικότητα.
Ένα ενδιαφέρον στοιχείο της συλλογής βρίσκεται στη μίξη υψηλού και χαμηλού, μύθου και ποπ κουλτούρας, ζωγραφικής και λογοτεχνίας. Κι εδώ θα ανακαλέσω τη φράση «Μάλλον με το έργο τέχνης μπορεί να συγκριθεί με το σώμα παρά με το αντικείμενο φυσικής τάξης» κι αυτό επειδή η σχέση με τη δημιουργία δεν περιορίζεται στις λογοτεχνικές αναφορές. Ο Ρόθκο και ο Μοντιλιάνι γίνονται ποιητικές αφορμές και το έργο τους συντονίζεται με τη διάχυτη θλίψη που επανέρχεται στη συλλογή, ακόμη και μετά από στιγμές πληρότητας ή ηρεμίας, ακόμη και όταν τα ποιήματα είναι ερωτικά. Η Δέλτα δεν διστάζει να τα συνθέσει, να ξεκινήσει από τον Ρόθκο για να φτάσει στο δικό της κόκκινο και στη δική της εικαστική μείξη των λέξεων.
Λογοτεχνικές αναφορές
Βασικές είναι οι λογοτεχνικές αναφορές και ο τρόπος που η ποιήτρια συνομιλεί μαζί τους. Ας εξετάσουμε το ποίημα «Καύση καβαφική». Στον Καβάφη υπάρχει η διάκριση ανάμεσα στα «κεριά του μέλλοντος» και στα «κεριά των περασμένων ημερών». Το βλέμμα είναι μελαγχολικό, αλλά και στοχαστικό: βλέπει μπροστά και πίσω. Εδώ, στη Δέλτα, αντίθετα, το υποκείμενο μοιάζει να έχει φτάσει σε σημείο όπου η αναδρομή είναι σχεδόν αφόρητη. Γι’ αυτό έχει σημασία οι στίχοι: «Πόσο πεισματικά/αρνείσαι/πίσω να κοιτάξεις…». Παράλληλα, οι πλαγιογραφημένοι στίχοι επισημαίνουν τη φράση που λέγεται δυνατά, σχεδόν δραματικά, στην εαυτή.
Αυτό το απολογιστικό ποίημα είναι η μια πλευρά του πώς συνομιλεί με λογοτεχνικά κείμενα η ποιήτρια. Ένας άλλος τρόπος είναι η ένθεση στίχων και ο άμεσος διάλογος με δημιουργό και με το έργο ταυτόχρονα: το δεύτερο ποίημα της συλλογής, ήδη από τον τίτλο «03:36 αϋπνία», υπαινίσσεται την παραπομπή στη Σάρα Κέην και ενσωματώνει και στίχο της. Και αυτό, όπως και το πρώτο, θα μπορούσε να αναγνωστεί διπλά: ως απεύθυνση και απολογισμός μιας ματαιωμένης σχέσης και ως γενικότερο κοινωνικό σχόλιο στην απομόνωση, με κλίση, νομίζω, προς την πρώτη ερμηνεία. Αλλά σε αυτή την αϋπνία διαβάζουμε έμμεσα και τον τόπο: πόλη νεκρή, θάλασσα – που επανέρχεται και στην «Κινέττα». Θάλασσα και νερό, στοιχείο ρευστό που υποβάλλει το στοχασμό στη νυχτερινή ησυχία.
• Διαβάστε ακόμα: 5 λεπτά με την Peny Delta: «Το σώμα μας είναι ο τόπος που κατοικούμε»
Θεωρώ επίσης ευρηματική τη συνομιλία με τη Σίλβια Πλαθ στο ποίημα «Η Sylvia Plath και το ελάφι». Στηρίζω το χαρακτηρισμό «ευρηματική» στη διαπλοκή πραγματικού, ονειρικού, ατομικού και κοινωνικού στο ποίημα αυτό. Στο «Σε μια σελίδα του Καρυωτάκη» πάλι η ποίηση γίνεται η καταληκτική συνάντηση με ένα αγαπημένο πρόσωπο μέσω καρυωτακικών στίχων που επιβεβαιώνουν την κοινή βάση των δυο προσώπων. Ο Καρυωτάκης, να σημειώσουμε, με το σπίτι στη Συκιά, γίνεται ακόμη πιο οικείος στην Πένυ σε μια τοπική εγγύτητα.
Από τα ποιήματα περνoύν επίσης η Σαπφώ, η Μέλπω Αξιώτη (υπόμνηση όχι συχνή στην ποίηση), ο Σικελιανός. Η σχέση αυτή της Πένυς με τα έργα και τους δημιουργούς τους δεν είναι εγκεφαλική ούτε επιδεικτική. Στη δική μου ανάγνωση θυμίζει την ανακάλυψη των ατόμων με τα οποία μοιραζόμαστε κάθε είδους κοινές εμπειρίες και με τα οποία αναπτύσσουμε εντέλει μια σχέση βάθους και ουσίας, τη συνάντηση με πρόσωπα που τα γνωρίζαμε σχεδόν από πάντα.
Ο έρωτας ως πράξη επαναστατική
Ο έρωτας είναι ένας ακόμη άξονας του βιβλίου, ο οποίος παρουσιάζεται κάποιες φορές ως ανάμνηση, στο «Μόνοι», ή στο «Η κλοπή», όπου «όλα μυρίζουν/ σαν να ‘χει μόλις μετακομίσει/ ο έρωτας.», πάντοτε όμως ως «πράξη επαναστατική», όπως επιγράφεται στο σχετικό ποίημα, όπου η χαρά του έρωτα και η ανανεωτική ορμή του υποκινούν ή ταυτίζονται με την επαναστατικότητα. «Πνιγμένα γέλια και σκιρτήματα ερωτικά, μισοσβησμένα venceremos». Η διπλή υπόστασή του, όμως, υπάρχει: «Ανίκητος μέσα στη ήττα του/ Νικητής στον χαμό του.» Η ερωτική ματαίωση δεν εμφανίζεται μόνο ως πλήρωση, αλλά και ως εμπειρία έλλειψης, αναμονής, ματαίωσης ή ασταθούς συνάντησης.
Ο έρωτας εμφανίζεται ως ο πιο σύντομος δρόμος προς τον άλλον, αλλά αυτός ο δρόμος είναι ασταθής, γεμάτος απώλειες, παρερμηνείες, γλωσσικά και σωματικά εμπόδια, απογοητεύσεις.
Στο ποίημα «Αγνώστου ετύμου» υπάρχει ο στίχος: «Είναι το να σ’ αγαπώ ο πιο σύντομος δρόμος», που έχει διπλή λειτουργία. Από τη μία, συμπυκνώνει τον έρωτα ως άμεση οδό προς τον άλλον. Από την άλλη, επειδή το ποίημα συνεχίζει με εικόνες δυσκολίας, σώματος, χάρτη, γλώσσας και ανοικτού προσανατολισμού, ο «σύντομος δρόμος» δεν είναι απλός ούτε ασφαλής: «Κι ίσως χαθώ μια μέρα/ σε αυτούς τους κήπους,/ που δίχως μίτο περπατώ,». Για την έκφραση του έρωτα σε κάθε του μορφή, η Πένυ δεν αρνείται το λυρικό φορτίο, αλλά δεν το αφήνει να γίνει μελοδραματική ευκολία. Ο έρωτας εμφανίζεται ως ο πιο σύντομος δρόμος προς τον άλλον, αλλά αυτός ο δρόμος είναι ασταθής, γεμάτος απώλειες, παρερμηνείες, γλωσσικά και σωματικά εμπόδια, απογοητεύσεις.
Η ποιητική αυτού του βιβλίου στηρίζεται σε μια υπόκωφη ένταση, σε μια εξομολόγηση απόλυτα συνταιριασμένη με τις μορφικές επιλογές: κοφτοί στίχοι, ελλείψεις, παύσεις, αποσιωπητικά, παρενθέσεις και αιφνίδιες προσφωνήσεις ρητορικές παύσεις, διάκενα, δημιουργούν μια χαμηλόφωνη προφορικότητα που επιτείνει το χαρακτηρισμό της αρχής: «αυθεντικότητα». Το ποιητικό υποκείμενο εμφανίζεται συχνά εκτεθειμένο, πληγωμένο, ερωτικά ή υπαρξιακά ασταθές, αλλά η έκθεση αυτή δεν μένει αδιαμεσολάβητη και απλοϊκή. Η αυθεντικότητα δεν δηλώνεται απλώς ως υπερβατική ή απόλυτη «αλήθεια». Συγκροτείται κυρίως μέσα από την αντίθεση προς το προσποιητό, το σκηνοθετημένο, το κοινωνικά κατασκευασμένο ή το αισθητικά ψευδές. Γι’ αυτό και μας «βρίσκει η ποίηση» της Πένυς.
*Η ΒΑΡΒΑΡΑ ΡΟΥΣΣΟΥ είναι μέλος Ε.∆Ι.Π. του τμήματος Θεωρίας και Ιστορίας Τέχνης της Α.Σ.Κ.Τ. και βιβλιοκριτικός.
Λίγα λόγια για την ποιήτρια
Η Peny Delta (ψευδώνυμο της Πένυς Δουλαβέρα) ζει στο Κιάτο και δραστηριοποιείται στην καλλιτεχνική και θεατρική φωτογραφία με συνεργασίες σε Ελλάδα και εξωτερικό. Έχει συνεργαστεί με θεατρικές ομάδες στη Γερμανία και στην Ελλάδα, ενώ φωτογραφίες της κοσμούν εξώφυλλα βιβλίων και συνομιλούν με ποιητικά κείμενα. Είναι καλλιτεχνική διευθύντρια του Διεθνούς Φεστιβάλ Ποίησης Κιάτου και μέλος της Εταιρείας Κορινθίων Συγγραφέων και του PEN Greece.

Έχει γράψει την ποιητική συλλογή Απενθείς (εκδ. ΑΩ, 2024), ενώ έχει συμμετάσχει σε ποιητικές ανθολογίες, όπως στον Σκοτεινό θάλαμο (εκδ. Μετρονόμος, 2024), που βασίστηκε σε φωτογραφίες της. Ακόμα, έχει δημοσιεύσει ποίηση σε λογοτεχνικά περιοδικά.
























