
Για την ποιητική συλλογή «Ο χρόνος ο επιούσιος» (εκδ. Πόλις) και το δοκίμιο «Ρήματα για το ρόδο» (Εκδόσεις του εικοστού πρώτου) του Θανάση Χατζόπουλου. Εικόνα: Πορτραίτο του Θ. Χατζόπουλου από τον Ανδρέα Δεβετζή.
Γράφει η Άλκηστις Σουλογιάννη
Επί σειρά ετών ακολουθούμε τον Θανάση Χατζόπουλο καθώς αναπτύσσει ένα ιδιαιτέρως ενδιαφέρον κειμενικό σύμπαν με δομικά υλικά που αντιπροσωπεύουν (κυρίως, αλλά όχι μόνον) οι ποιητικές συλλογές του, από την πρώτη υπό τον τίτλο Ιδίοις σώμασι (1986) μέχρι τα πλέον πρόσφατα τεκμήρια δημιουργικής γραφής, όπως είναι οι συλλογές Πρόσωπο με τη γη (2012), Φιλί της ζωής (2016), Υπό κατασκευήν σημαίες (2021), μέχρι την εμβληματική ποιητική συλλογή υπό τον παραστατικό όσο και συνδηλωτικό τίτλο Κρατήρας (2023).
Στη θεματική και υφολογική σύνθεση αυτών των συλλογών αναγνωρίσαμε προτάσεις του Χατζόπουλου σχετικά με την επικοινωνία ανάμεσα στον εξωτερικό κόσμο και στην υποκειμενική, δηλαδή εντέλει κειμενική, πραγματικότητα. Στο πλαίσιο αυτό είδαμε να αξιοποιούνται με ευρηματικό τρόπο τόποι και τοπόσημα από το αντικειμενικό περιβάλλον που έχουν μετεξελιχθεί σε τοπία της υποκειμενικής πραγματικότητας με μια συνακόλουθη μυθική χροιά κάτω από το βάρος βιωματικού υλικού, και λειτουργούν ως πεδία παραστατικής απόδοσης για καταστάσεις από τον ιδιωτικό, τον κοινωνικό, τον δημόσιο βίο, καθώς και για ιστορικά γεγονότα και δεδομένα από έναν ευρύ πολιτισμικόν ορίζοντα.
Ο χρόνος ο επιούσιος
Τώρα, στη νέα ποιητική συλλογή του Θανάση Χατζόπουλου, υπό τον απροσδόκητο τίτλο Ο χρόνος ο επιούσιος (2026), ερχόμαστε αντιμέτωποι με την τέταρτη διάσταση της αντικειμενικής πραγματικότητας, καθώς αυτή η διάσταση αποδίδεται με τον πλέον παραστατικό τρόπο προβάλλοντας τον υποκειμενικό χαρακτήρα της μέσα στις δομές του κειμενικού κόσμου. Η ανά χείρας ποιητική συλλογή αποτυπώνει μια εκτενέστατη, πυκνοκατοικημένη περιοχή στο κειμενικό σύμπαν του Χατζόπουλου, δομημένη σε εννέα ενότητες υπό τους ιδιαίτερους τίτλους «Χειμερία νάρκη», «Εαρινή ευημερία», «Θερινό κάμα», «Φθινοπωρινή ζώνη», «Κλήματι κλίμαξ», «Αιών παις εστί παίζων», «Ιστορικοί χρόνοι», «Μυθικά χρόνια», «Ο καιρός, από μέρα σε μέρα», με διακόσιες επτά εν συνόλω κειμενικές συνθέσεις.
Στο πλαίσιο αυτό, ο χρόνος προβάλλεται στον χώρο αποδίδοντας τον χαρακτήρα ενός ατομικού χωροχρόνου με παράγοντες, όπως είναι τα βιώματα και οι εμπειρίες, επίσης γενικά δεδομένα από τη μυθολογία, την ιστορία, την κοινωνία, την οικονομία, τον πολιτισμό (περιλαμβανομένης της επιστήμης), ενώ δεσπόζουσες θέσεις κατέχουν τα πρόσωπα, τα πράγματα, οι καταστάσεις, τα τοπόσημα, τα στοιχεία, τα όντα και τα φαινόμενα της φύσης ως διακεκριμένα σήματα για τη ροή του προσωπικού χρόνου.
Υπ’ αυτές τις συνθήκες, ο χρόνος αναδεικνύεται υπαρκτός και επαρκής, αναγκαίος, κυρίαρχος, ανθρωπομετρικός, και με τον τρόπο αυτόν μας οδηγεί να αναγνωρίσουμε στις λεπτομέρειές του το σημασιολογικό και συνδηλωτικό ισοδύναμο του τίτλου της ποιητικής συλλογής ως συνόλου.
Εδώ, έχουμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε τη συνδυαστική διαχείριση εννοιών, όπως είναι η μνήμη ως πεδίο αποθησαύρισης δεδομένων από τη ροή του χρόνου, το σώμα και η φωνή, η φωτογραφία και ο απόηχος της φωνής ως τεκμήρια παρουσίας εν τη απουσία, το σώμα και η ψυχή, η απουσία ωσεί παρουσία, η απουσία ως συντέλεια του υποκειμενικού κόσμου, η απουσία και η απώλεια, η φιλία, η αγάπη, ο έρως, η σιωπή και η σιγή, η συμμετοχή του παρελθόντος και του υπολειπόμενου/μέλλοντος χρόνου στη διαμόρφωση του παρόντος, η βιωματική πρόσληψη του χρόνου, η συνάντηση του βιωματικού και του γενικού χρόνου, η ζωή και ο θάνατος.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η υφολογική δομή της ανά χείρας ποιητικής συλλογής που αποδίδει την αισθητική του κειμενικού κόσμου. Εδώ κυριαρχεί η ευρηματική αξιοποίηση του φαινομένου της μεταφοράς, π. χ.: «Οι κόκκοι της φωτογραφίας/ Κόκκοι της σκόνης του χρόνου/ Δέσμη από κουρνιαχτό/ Στις ρυτίδες της ελάχιστης μέρας»
Επίσης: η ηλικιακή κλίμαξ και η διαδοχή των γενεών, μορφές της ύλης που συγκρατούν και διασώζουν όσα ανήκουν στις διαστάσεις της άυλης πραγματικότητας (του θανάτου και των ονείρων συμπεριλαμβανομένων), τα προϊόντα των αισθήσεων και το περιεχόμενο των συναισθημάτων.
Ο ποιητικός λόγος
Τα σημαινόμενα της ποιητικής συλλογής διεκπεραιώνει λόγος βιωματικός, πλήρης (συχνά συγκαλυμμένου αλλά αναγνωρίσιμου) συναισθήματος, πνευματώδης, παραστατικός, συνδηλωτικός και παραβολικός, αφοριστικός και απροσδόκητος, ενισχυμένος με την αμεσότητα της προφορικής (ενίοτε εξωκειμενικής) επικοινωνίας και με την οικονομία της αφηγηματικότητας, και πάντως οικείος από τις επισκέψεις μας στα λογοτεχνικά έργα του Θανάση Χατζόπουλου.
Στο πλαίσιο αυτό, η δημιουργική ανάγνωση εντοπίζει αφενός ευρηματικές επιλογές από το φορτίο διαχρονικής ισχύος της ελληνικής γλώσσας, σε κυριολεκτική ή συνδηλωτική χρήση, όπως είναι η λέξη «απένθητος» (αυτός που δεν πενθεί, αλλά και αυτός για τον οποίον δεν υπήρξε πένθος, δεν υπήρξε θρήνος) ή η λέξη «αφήλιο» (σώμα στη μεγαλύτερη απόσταση από τον Ήλιο), και αφετέρου πνευματώδεις νεολογισμούς, π. χ. οι λέξεις ανθόκαμα και τζιτζικαίωνας.
Σε ομόλογο κλίμα, εντοπίζουμε δείγματα αφοριστικής διατύπωσης, π. χ.: «Ο ίσκιος είναι ό,τι γράφεται μέσα στο φως/ Το φως είναι ό,τι γράφει στο σκοτάδι»
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η υφολογική δομή της ανά χείρας ποιητικής συλλογής που αποδίδει την αισθητική του κειμενικού κόσμου. Εδώ κυριαρχεί η ευρηματική αξιοποίηση του φαινομένου της μεταφοράς, π. χ.: «Οι κόκκοι της φωτογραφίας/ Κόκκοι της σκόνης του χρόνου/ Δέσμη από κουρνιαχτό/ Στις ρυτίδες της ελάχιστης μέρας», «Είναι υφάδι λησμονιάς/ […]/ Πιο δόλιας από τη μοναξιά», «Προχώρησε πιο γρήγορα/ Η σιωπή από τα λόγια», «Βουητό της σιωπής/ Όταν αποσύρονται οι νεκροί», «Φωνές ξυπνούν από την όχθη του ύπνου».
Σε ομόλογο κλίμα, εντοπίζουμε δείγματα αφοριστικής διατύπωσης, π. χ.: «Ο ίσκιος είναι ό,τι γράφεται μέσα στο φως/ Το φως είναι ό,τι γράφει στο σκοτάδι», «Η μνήμη ένα παιχνίδι χαλασμένο παιδικό σε ένα προσκλητήριο/ Όπου οι απόντες έρχονται να πιουν από της λήθης τον ερειπιώνα/ Πόσιμο νερό», επίσης ολόκληρες οι συνθέσεις υπό τους τίτλους «Διασταυρούμενοι ορισμοί» και «Αντίστροφοι ορισμοί», καθώς και στο σύνολό τους οι ενότητες «Κλήματι κλίμαξ», και «Αιών παις εστί παίζων».
Εξάλλου, εντοπίζουμε ενδιαφέροντα δείγματα μεταγλωσσικότητας, στη διάσταση της αξιοποίησης γλωσσικών στοιχείων ως δομικού υλικού για τη σύνθεση ποιήματος, ανεξάρτητα από την κοινή χρήση της γλώσσας ως οχήματος για τη διεκπεραίωση πληροφοριών, π. χ.: «Με λέξεις κάποτε ντύνουμε το κρύο των ανθρώπων», ή ολόκληρα τα ποιήματα υπό του τίτλους «Γλώσσας εξανδραποδισμός», «Ρήματα και ρήγματα», «Νεολογισμοί», «Κρυφτό με τις λέξεις», καθώς και το κείμενο «Η ώρα στα ξένα» στη γαλλική γλώσσα, όπου εντοπίζουμε την ευρηματική όσο και απροσδόκητη διατύπωση: «Les mots tirent les choses par le nez» (Οι λέξεις τραβούν τα πράγματα από τη μύτη). Παράλληλα, εντοπίζουμε δείγματα για την αυτοαναφορικότητα της λογοτεχνικής παραγωγής, όπως στις ποιητικές συνθέσεις υπό τους τίτλους «Κομμένα χέρια» και «Ο γερο-ποιητής και το τέλος του».
Τα κείμενα
Καθώς ακολουθούμε τη μακρά σειρά των ποιημάτων της συλλογής, επισκεπτόμαστε κείμενα περισσότερο ή λιγότερο εκτενή με ενιαία ή πολυμερή δομή και σε ποικίλες συνθέσεις ελεύθερων στίχων ενισχυμένων με ιδιαίτερους ρυθμικούς παράγοντες, όπως είναι το μήκος των λέξεων και των στίχων, η θέση του τόνου με τον συνακόλουθο επιτονισμό του κειμένου, ποικίλες πνευματώδεις παρηχήσεις. Στο πλαίσιο αυτό έχουν ενδιαφέρον εκτενέστατες συνθέσεις, όπως αυτές υπό τους τίτλους «Εαρινές αγγελίες», «Δεκαπενταύγουστος», «Παρνασσός», «Τι (δεν) έχει μείνει από τα παιδικά μου χρόνια». Η δημιουργική ανάγνωση συναντά κείμενα σε αντιστικτική σχέση ως σύνθεση σημασιολογικού και παραστατικού διπτύχου, όπως εντοπίζουμε κατά τον συσχετισμό των ποιημάτων «Ακροαστικά» και «Φωνές στο ξύπνημα της μέρας». Συναντούμε επίσης κείμενα-μινιατούρες, όπως εκτιμώνται οι συνθέσεις υπό τον γενικό τίτλο «Παγωμένες ανάσες» που αντιστοιχούν σε ευρηματικές γραμματικές εικόνες.
Στο πλαίσιο αυτό εντοπίζουμε ενδιαφέροντα στοιχεία από το φάσμα των χρωμάτων σε συνδυασμό και με το κιαροσκούρο, που συνθέτουν εικαστικό κώδικα συγγενή της δημιουργικής γραφής
Η προσεκτική ανάγνωση εντοπίζει τη λειτουργικότητα ενός ιδιαιτέρως ισχυρού υφολογικού παράγοντα που αντιπροσωπεύουν ακριβώς οι γραμματικές εικόνες ως παραστατική απόδοση υλικού από το περιεχόμενο του εσωτερικού ανθρώπου, επίσης για πράγματα, καταστάσεις, γεγονότα από την αντικειμενική πραγματικότητα και για στοιχεία, όντα, φαινόμενα από τον κόσμο της φύσης. Εδώ συναντούμε πορτρέτα και αυτοπροσωπογραφίες, σύνολα χαρακτήρων, τοπιογραφίες. Στο πλαίσιο αυτό εντοπίζουμε ενδιαφέροντα στοιχεία από το φάσμα των χρωμάτων σε συνδυασμό και με το κιαροσκούρο, που συνθέτουν εικαστικό κώδικα συγγενή της δημιουργικής γραφής, όπως αναγνωρίζουμε στα ποιήματα «Η φωνή της στη μνήμη», «Ποτιστική βροχή», «Ερωτική στήλη», «Παρνασσός», «Καλοκαιράκι του Αϊ-Δημήτρη», επίσης «Παπαρούνα» και «Εικαστικό», καθώς και στις ενότητες «Κλήματι κλίμαξ» και «Ο καιρός, από μέρα σε μέρα». Στον εικαστικό αυτόν κώδικα, κατά την αντίληψη του Θανάση Χατζόπουλου, είναι δυνατόν να «εντάξουμε» και τον πίνακα του Χρήστου Μποκόρου που μας υποδέχεται στο εξώφυλλο της έκδοσης.
Μέσα στο υφολογικό τοπίο της ανά χείρας ποιητικής συλλογής υπ’ αυτές τις συνθήκες, θα ήταν επίσης δυνατόν να εκτιμηθεί ως μια εκδοχή διακειμενικών αναφορών η ευρηματική από τη βιωματική οπτική του σύγχρονου δημιουργού διαχείριση υλικού προερχόμενου από πολιτισμικά πεδία διαχρονικής αξίας και αποδοχής, όπως αναγνωρίζουμε στα κείμενα της ποιητικής σύνθεσης «Εαρινές αγγελίες» και στα κείμενα της ενότητας «Μυθικά χρόνια».
Αυτά τα δεδομένα προσφέρουν ευκαιρίες για ελεύθερες περιηγήσεις στις ατραπούς του κειμενικού κόσμου στη νέα ποιητική συλλογή του Θανάση Χατζόπουλου, ενώ ο επίμονος αναγνώστης συνεχίζει να ανακαλύπτει λεπτομέρειες από τις διαρκείς διεργασίες ενός αδιαλείπτως παραγωγικού εργαστηρίου δημιουργικής γραφής.
Ρήματα για το ρόδο
Με αυτή την προϋπόθεση, και σε συνθήκες συγχρονίας προς την ποιητική συλλογή Ο χρόνος ο επιούσιος, είναι δυνατόν να εκτιμήσουμε την έκδοση υπό τον τίτλο Ρήματα για το ρόδο (2026, αναπαραγωγή της πρώτης έκδοσης του 1997, με ορισμένες αλλαγές και προσθήκες) ως μια επιτομή αρχών και αξιών που προσδιορίζουν τον χαρακτήρα και την ποιότητα ακριβώς της δημιουργικής γραφής, σύμφωνα με την κριτική, συγκριτική, συνδυαστική αντίληψη του Θανάση Χατζόπουλου.
Το βιβλίο περιλαμβάνει εξήντα εννέα κείμενα με ιδιαίτερους τίτλους, τακτοποιημένα σε τρεις ενότητες (τρεις «Συζυγίες»), και εισαγωγή υπό τον τίτλο «Ποιητική της αργίας και της πόλης» που δηλώνει την προθετικότητα του συγγραφέα. Καθώς ακολουθούμε τη διαδοχή των κειμένων αυτών, αναγνωρίζουμε τις απόψεις του Χατζόπουλου για τη δημιουργική γραφή, όπως αυτές προσδιορίζουν τη θεματική και την υφολογική δομή στις ποιητικές συλλογές του.
Τις απόψεις αυτές υποδεχόμαστε εδώ κωδικοποιημένες κατά την ευρηματική διαχείριση εννοιών, όπως είναι η δημιουργική ακριβώς γραφή και η δημιουργική ανάγνωση, η επιφάνεια του κειμένου και η βαθειά σημασιολογική διαστρωμάτωση, το νόημα και το βίωμα, ο χαρακτήρας και η λειτουργικότητα της γλώσσας, η αυτοδυναμία του έργου και η υπέρβαση των φυσικών χρονικών ορίων του δημιουργού, η λέξη και το ακουστικό ίνδαλμα (ο ήχος των λέξεων), η λέξη και το νόημα, η οικονομία των λέξεων, το προσωπικό ύφος του δημιουργού, η ποιότητα και οι μορφές της δημιουργικής γραφής.
Επίσης: η σχέση ανάμεσα στα έργα της διανοίας (τέχνη του λόγου, μουσική, παραστατικές τέχνες, επιστήμη), η βιωματική σχέση ζωής και δημιουργίας, η δημιουργική μετάφραση, η ταύτιση του έργου με τον δημιουργό, η διαχρονικότητα της τέχνης, δημιουργία και χωροχρόνος, δημιουργία και αντικειμενική πραγματικότητα, τέχνη και φύση, ο δημιουργός ως εσωτερικός και ως κοινωνικός άνθρωπος, το φαίνεσθαι και το είναι στην τέχνη, συγκλίσεις και αποκλίσεις πολιτισμών.
Μέσα στο πολύμορφο αυτό θεματικό τοπίο εντοπίζονται να διασταυρώνουν τις διαδρομές τους παραβιάζοντας χωροχρονικές συνθήκες ως προσωπεία ιδεών ο Ανδρέας Κάλβος, ο Διονύσιος Σολωμός, ο Κ. Π. Καβάφης, ο Γιώργος Σεφέρης, ο Οδυσσέας Ελύτης, ο Γιάννης Ρίτσος, μαζί τους ο Στεφάν Μαλλαρμέ, ο Έζρα Πάουντ και ο Τζέιμς Τζόις, επίσης ο Γιαννούλης Χαλεπάς και ο ιταλός ζωγράφος της Αναγέννησης Τζουζέππε Αρτσιμπόλντο με τα φανταστικά πορτρέτα του, καθώς και ο ιταλός θαλασσοπόρος Αμέριγκο Βεσπούτσι, ενώ παρεμβαίνει και η φωνή του Πινδάρου.
Ο θεωρητικός χαρακτήρας που προσδιορίζει τη σημασιολογική οργάνωση των κειμένων με την αφηγηματική οικονομία της επιχειρηματολογίας, ενισχύεται με στοιχεία ακριβώς δημιουργικής γραφής. Εδώ αναγνωρίζουμε κυρίως την ευρηματική αξιοποίηση του φαινομένου της μεταφοράς που καλύπτει με ευρύτατη εφαρμογή τη δομή των κειμένων στο σύνολό τους. Στο πλαίσιο αυτό ενδεικτική είναι η επιλογή των τίτλων ως προληπτική όσο και κωδικοποιημένη δήλωση σημαινομένων, όπως: «Σώμα, το αυτονόητο», «Μυστική δίοδος», «Νεκροί καρποί», «Ο έρως με τις ώρες», «Άδειο κοχύλι», «Πήλινο αντηχείο», «Αστρικός μουσώνας», «Η ράχη της χελώνας», «Η θεότητα του βράχου», «Τάφων σημεία», «Το δάκρυ του κυκλώνα», «Η μουσική ξεχύνεται απ’ το σώμα».
Περαιτέρω δε, η δημιουργική ανάγνωση θα αναγνωρίσει το ποίημα ως συνεκδοχικό «προσωπείο» για την εν γένει δημιουργική έκφραση (τα ποικίλα έργα της διανοίας).
Είναι αυτονόητο ότι την ίδια λειτουργικότητα διαθέτει και ο τίτλος του βιβλίου Ρήματα για το ρόδο ως συνόλου, με τον οποίο δηλώνεται ο λόγος για τη δημιουργική γραφή εν γένει και ειδικότερα για την ποίηση, αφού «το ποίημα ακούει στο όνομα του ρόδου» (για να παραπέμψω στο κείμενο «Χάρη στο κλαδευτήρι, στο δρεπάνι»).
Περαιτέρω δε, η δημιουργική ανάγνωση θα αναγνωρίσει το ποίημα ως συνεκδοχικό «προσωπείο» για την εν γένει δημιουργική έκφραση (τα ποικίλα έργα της διανοίας). Παράλληλα, στο πλαίσιο της ανάπτυξης των σημαινομένων, επίσης αυτονόητη αλλά και ομόλογη είναι η διαρκής εμπλοκή της αφοριστικής διατύπωσης, καθώς αναγνωρίζουμε σε ενδεικτικά αποσπάσματα ανεξάρτητα από περιβάλλοντα συμφραζομένων, όπως: «Το ποίημα: ό,τι παίρνει μορφή πέραν της τρέχουσας σημασίας, αυτό το συνεχώς διαφεύγον. Ό,τι ξεγλιστράει στον ίσκιο του ακατανόητου και μας ονομάζει και μας εννοεί», «Η ποίηση, όπως ο φοίνικας, κάνει κορμό της ό,τι μένει από τις ψαλιδισμένες ζωές. Στο τέλος τίποτε από τον κορμό δεν θυμίζει το φύλλο που κόπηκε. Το τραύμα επουλώνεται», «Ο κόσμος των ονομάτων μια αντανάκλαση του κόσμου των πραγμάτων, και αντιστρόφως. […] Η επιστήμη τον ερευνά, τον οργανώνει, τον ταξινομεί. Η ποίηση τον ονομάζει, τον σηματοδοτεί, τον δημιουργεί», «Η ποίηση είναι ο στοχασμός των αισθήσεων».
Τα δεδομένα αυτά, και όσα άλλα ομοειδή, προσφέρουν στον χαρακτήρα του βιβλίου και μια εκδοχή μεταγλωσσικότητας, στη διάσταση της ποιητικής μεταγλώσσας, καθώς αποδίδουν απόψεις του Θανάση Χατζόπουλου για τη δημιουργία ειδικότερα στον χώρο της τέχνης του λόγου (αλλά όχι μόνον), τόσο γενικές όσο και εξειδικευμένες ως προς το δικό του λογοτεχνικό έργο.
Τούτων δοθέντων, λοιπόν, η συνδυαστική και πάντως δημιουργική επίσκεψη στα ποιήματα της συλλογής Ο χρόνος ο επιούσιος και στα αφηγηματική κείμενα του βιβλίου Ρήματα για το ρόδο προσκαλεί να αναγνωρίσουμε εν τοις πράγμασι ένα ωραίο παράδειγμα για τη συνεπή σχέση ανάμεσα στο πρωτότυπο έργο της διανοίας και σε έναν ευρύ θεωρητικόν ορίζοντα που το περιβάλλει.
* Η ΑΛΚΗΣΤΙΣ ΣΟΥΛΟΓΙΑΝΝΗ είναι διδάκτωρ Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και κριτικός βιβλίου.
Αποσπάσματα από τις εκδόσεις
Νύχτες κυρτές
Με το αγκάθι της θύελλας και τη σιωπή να λυσσομανάει
Εχθρός της σκιάς σου που μες στο σκοτάδι
Τριγυρίζει αθέατη
[…]
Νύχτες κυρτές με το βάρος του σώματος
Και το άλλο της ψυχής ακόμα ασήκωτο
Τις έχιδνες να κυκλοφορούν με ελευθέρας
Δηλητηριάζοντας τον παρόντα χρόνο
Και τον μέλλοντα υποθηκεύοντας στην τύψη
Και στη θλίψη των δεδομένων
(από το ποίημα «Νύχτες κυρτές» στη συλλογή Ο επιούσιος χρόνος)
Τριανταφυλλιές. Ποικιλίες αγγλικές, γαλλικές, ελληνικές, ιταλικές. Οι τριανταφυλλιές κατάγονται από τα βάτα, τα βάτα που όπου βρεθούν θεριεύουν και κυριεύουν το χώρο. Το ίδιο και οι τριανταφυλλιές. Αν δεν κλαδευτούν, μέσα σε λίγα χρόνια γερνάνε ανεπανόρθωτα και αγριεύουν. Το κλάδεμα τις ημερεύει, τους δίνει ζωή. […] Ο ποιητής προχωράει κι εκείνος κλαδεύοντας, δίνοντας μορφή στον εαυτό του. Προσέχοντας πάντα στο κλάδεμα ν’ αφήσει τα «μάτια». Τα «μάτια» που θα δώσουν νέους, γερούς, εύρωστους βλαστούς. […] Βλαστούς που η άκρη τους ευωδιάζει από έναν ή περισσότερους ανθούς: το ποίημα ακούει στο όνομα του ρόδου.
(από το κείμενο «Χάρη στο κλαδευτήρι, στο δρεπάνι» στην έκδοση Ρήματα για το ρόδο)
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Θανάσης Χατζόπουλος γεννήθηκε στο Αλιβέρι Ευβοίας το 1961. Σπούδασε Ιατρική στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και ειδικεύτηκε στην παιδοψυχιατρική. Είναι ψυχαναλυτής, μέλος του Ελληνικού Ψυχαναλυτικού Χώρου Ντ.Γ. Γουίνικοτ, της Société de Psychanalyse Freudienne (Παρίσι) και της International Winnicott Association (Σάο Πάολο). Ζει και εργάζεται στην Αθήνα.

Έχει δημοσιεύσει δεκαέξι ποιητικές συλλογές, δύο βιβλία ποιητικής, δύο βιβλία με δοκίμια και ένα με διηγήματα, δύο νουβέλες, τρία παραμύθια και ένα ψυχαναλυτικό δοκίμιο για την Πανδημία. Το 2013 τιμήθηκε από την Ακαδημία Αθηνών με το Βραβείο Ποίησης (Ίδρυμα Πέτρου Χάρη) για το σύνολο του έργου του. Μετέφρασε Γάλλους ποιητές και Άγγλους ψυχαναλυτές.
Τα ποιήματά του έχουν μεταφραστεί σε δώδεκα γλώσσες. Από τα βιβλία του, ο Εξ αίματος νεκρός μεταφράστηκε στα γαλλικά και στα ιταλικά, το Κελί στα γαλλικά (τιμήθηκε στη Γαλλία με το βραβείο Max Jacob étranger 2013), τα Μιγαδικά και Αμφιθαλή, η Μετόπη, το Στον ήλιο μοίρα και οι νουβέλες Οι λησμονημένοι στα γαλλικά. Το σχεδίασμα ποιητικής Ρήματα για το ρόδο μεταφράστηκε στα ισπανικά (τιμήθηκε το 2003 με το Εθνικό Βραβείο Μετάφρασης στην Ισπανία). Στα ισπανικά, επίσης, κυκλοφόρησε το 2017 το τομίδιο Lugar de un dia. Το 2014 του απονεμήθηκε από τη Γαλλική Δημοκρατία ο τίτλος του Ιππότη στην τάξη των Γραμμάτων και των Τεχνών. Το 2025 αναγορεύθηκε επίτιμος διδάκτορας του ΕΚΠΑ από το τμήμα Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας.
























