
Για την ποιητική συλλογή του Αντώνη Σκιαθά «Χειρόγραφα» (εκδ. Ιωλκός). Εικόνα: Πίνακας του Πιέτρο Μπαραμπίνο.
Γράφει η Αθηνά Ζωγράφου
Η ποιητική συλλογή Χειρόγραφα (εκδ. Ιωλκός) του Αντώνη Σκιαθά, συνιστά μια ώριμη κατάθεση γραφής, όπου η έννοια του «χειρογράφου» λειτουργεί ταυτόχρονα ως υλικό ίχνος και ως υπαρξιακή μεταφορά. Το βιβλίο δεν είναι απλώς μια συγκέντρωση ποιημάτων, είναι μια στοχαστική αναμέτρηση με τον χρόνο, τη μνήμη, την απώλεια και την ίδια τη διαδικασία της γραφής.
Ο τίτλος «Χειρόγραφα» δηλώνει αρχικά μια πρόθεση επιστροφής στο αυθεντικό ίχνος. Σε μια εποχή ψηφιακής αποϋλοποίησης, το χειρόγραφο φέρει τη σωματικότητα του γράφοντος. Κάθε λέξη είναι ίχνος αφής, μια μικρή «μαρτυρία παρουσίας». Κάθε λέξη κουβαλά τη θερμοκρασία της στιγμής που γεννήθηκε. Το χειρόγραφο προηγείται της τυπογραφίας, προηγείται της οριστικοποίησης. Είναι το στάδιο της αμφιβολίας, της διόρθωσης, της πάλης με τις λέξεις. Είναι μια διαρκής δοκιμασία ύπαρξης. Το χειρόγραφο γίνεται έτσι τεκμήριο μνήμης, πράξη αντίστασης στον χρόνο, απόπειρα διάσωσης του εφήμερου. Σε στίχους όπως: «Φορτώστε τις βαλίτσες μ’ όλες τις ορθογραφίες/ της μνήμης του εγώ, του εσύ, του εμείς» διαφαίνεται η αγωνία της διάσωσης, μια αγωνία που θυμίζει τη χαϊντεγκεριανή έννοια της φροντίδας: ο άνθρωπος υπάρχει ως μέριμνα μέσα στον χρόνο, ο οποίος σωρεύεται, στρωματώνεται όπως το κιτρινισμένο χαρτί που κρατάει επάνω του τις αλλεπάλληλες διορθώσεις. Η μνήμη δεν εμφανίζεται ως ρομαντική ανάκληση, αλλά ως ευθύνη. Ό,τι δεν ειπώθηκε, βαραίνει («Οι πάτριες ώρες στο μοναστήρι της ψυχής με/ απώλειες στο πουθενά του κόσμου»).
Η ποίηση μοιάζει με πράξη αυτογνωσίας, σχεδόν υπαρξιστική. Ο ποιητής κρατά σημειώσεις ύπαρξης στο περιθώριο του κόσμου, θυμίζοντας ότι η ταυτότητα δε χαρίζεται, αλλά διαμορφώνεται μέσα από την πράξη της γραφής.
Μια ποιητική πινακοθήκη
Η ποιητική συλλογή Χειρόγραφα λειτουργεί ως ένα ιδιότυπο αρχείο προσώπων. Πρόκειται για μια ποιητική πινακοθήκη, όπου η φωνή του δημιουργού διασταυρώνεται με μορφές ιστορικές, πνευματικές, καλλιτεχνικές, από τον Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι έως τον Μαχάτμα Γκάντι, και από τον Ερρίκο Σλήμαν έως τον Πάουλ Τσέλαν. Στα Χειρόγραφα βλέπουμε προσωπικότητες που άφησαν τα ίχνη τους στη ροή των αιώνων και τα ίχνη τους αυτά γίνονται αφορμή υπαρξιακού στοχασμού. Ο Σκιαθάς δεν σκιαγραφεί βιογραφικά. Δεν τον ενδιαφέρει η πληροφορία. Κάθε πρόσωπο μετατρέπεται σε καθρέφτη της ανθρώπινης μοίρας, σε αφορμή για στοχασμό πάνω στη φθορά, την τέχνη, τη θυσία, τη σιωπή («στους βράχους με τα ξόρκια των ωκεανών/ αχρησταίνεται η μνήμη των ανθρώπων καθώς/ η άβυσσος των μηχανών ορίζει το σκοτάδι των/ αγριεμένων και το φως των ερειπωμένων/ ανθρώπων στα φωναχτά του κόσμου»).
Η μνήμη, έτσι, αποκτά διπλή κατεύθυνση. Είναι προσωπική και συλλογική. Όταν ο ποιητής επιστρέφει σε μορφές της λογοτεχνίας, της επιστήμης ή της ιστορίας, δεν το κάνει απλά για να αποδώσει τιμή: το κάνει για να αναμετρηθεί με το αποτύπωμα της ύπαρξής τους. Οι προσωπικότητες που διατρέχουν τη συλλογή λειτουργούν ως σταθμοί μιας εσωτερικής διαδρομής. Καθεμία ενσαρκώνει μια εκδοχή του ανθρώπινου πεπρωμένου: την αντοχή, την ήττα, την πνευματική αντίσταση, την καλλιτεχνική εμμονή. Το πρόσωπο γίνεται σύμβολο.
Κάθε προσωπικότητα λειτουργεί ως προϋπάρχον «κείμενο». Ο Αντώνης Σκιαθάς γράφει πάνω σε αυτά τα κείμενα, με αποτέλεσμα το χειρόγραφο να γίνεται παλίμψηστο
Δεν έχουμε να κάνουμε με ρητή διακειμενικότητα, αλλά για υπόγεια συνομιλία. Η αναδρομή μετατρέπεται σε εσωτερικό μονόλογο όπου ο ποιητής συνομιλεί με τον απόντα, όπως συνομιλεί με τον χρόνο («οι φωνές των ποιητών άσαρκες και η δημιουργία/ των ειδώλων περιγράφει, άλλοτε την οδοιπορία/ και άλλοτε την απόσταση»). Το έργο των προσωπικοτήτων αυτών στέκει εκτεθειμένο στον άνθρωπο και τον χρόνο και ο ποιητής στέκεται απέναντί του με ταπεινότητα. Η γραφή γίνεται, έτσι, διάλογος διαχρονικός. Η παρουσία αυτών των προσωπικοτήτων δεν αποτελεί, απλώς, μια αφιερωματική επιλογή. Συνιστά δομική ποιητική πράξη. Εδώ, ο Σκιαθάς αποκαλύπτει, ίσως, το πιο ώριμο επίπεδο της ποιητικής του στάσης. Οι προσωπικότητες αυτές εισάγονται ως συνομιλητές. Με τον τρόπο αυτόν, η συλλογή αποκτάει έντονη διακειμενική διάσταση. Αν η διακειμενικότητα, κατά τον Gerard Genette, συνίσταται στην παρουσία ενός κειμένου μέσα σε ένα άλλο, τότε στα Χειρόγραφα έχουμε την παρουσία μιας ολόκληρης πνευματικής παράδοσης μέσα στο σώμα της ποιητικής γραφής.
Κάθε προσωπικότητα λειτουργεί ως προϋπάρχον «κείμενο». Ο Αντώνης Σκιαθάς γράφει πάνω σε αυτά τα κείμενα, με αποτέλεσμα το χειρόγραφο να γίνεται παλίμψηστο, καθώς σε κάθε σελίδα συνυπάρχουν: η φωνή του ποιητή, η φωνή της προσωπικότητας που ανακαλεί, η σιωπή του χρόνου. Αυτή η ιδιότητα της συλλογής προσδίδει μια ιδιαίτερη βαρύτητα. Ο Σκιαθάς δεν επιδιώκει να απομονωθεί ως δημιουργός: επιλέγει να εγγραφεί σε μια συνέχεια. Η ποίηση δε γεννιέται εν κενώ. Γεννιέται μέσα σε διάλογο.
Ευθύνη απέναντι στη μνήμη
Τα Χειρόγραφα αποτελούν μια ποιητική πρόταση που επιμένει στη διάρκεια. H γραφή λειτουργεί ως πράξη αντίστασης στη λήθη, αλλά και ως πράξη αναγνώρισης των άλλων. Ο Αντώνης Σκιαθάς γράφει για να διασώσει, για να θυμηθεί, για να μας θυμίσει, για να μαρτυρήσει, για να διατηρήσει. Και αυτό είναι ένα ουσιαστικό μήνυμα της συλλογής: να γράφεις σημαίνει να αναλαμβάνεις ευθύνη απέναντι στη μνήμη, τη δική σου και των άλλων.
Η φωνή του Σκιαθά συντονίζεται με τις φωνές των προσωπικοτήτων που γίνονται σημείο αφόρμησης μιας ποιητικής συνομιλίας.
Παράλληλα, η συλλογή διατηρεί την υπαρξιακή της αγωνία. Η παρουσία των άλλων δεν αναιρεί τη μοναξιά, τη φωτίζει («αθόρυβα αλλάζει ο αιώνας των ανθρώπων»). Κάθε αναδρομή είναι και μια υπενθύμιση της ταυτότητας («δεν έχω θυμό, δεν έχω οργή, έχω/ αηδία για το σαρκίο που κατοικώ»). Εδώ αναδεικνύεται και η βαθύτερη φιλοσοφική διάσταση της συλλογής. Η διάρκεια του πνεύματος, πέρα από το βιολογικό τέλος. Ο ποιητής μοιάζει να υιοθετεί μια στάση που παραπέμπει στον Paul Ricoeur και την έννοια της «δίκαιης μνήμης», όπου «θυμάμαι» σημαίνει «αποδίδω δικαιοσύνη στο παρελθόν». Η ποίηση διασώζει, όχι για να παγώσει τον χρόνο, αλλά για να τον συνεχίσει («και γνωρίζω το εύρος του χρόνου»). Οι μορφές που ανακαλούνται δεν εξιδανικεύονται, παρουσιάζονται με την ανθρώπινη ευθραυστότητά τους. Αυτό είναι και ένα ουσιαστικό γνώρισμα της συλλογής: η αποφυγή της ρητορικής εξύψωσης. Ο Σκιαθάς δεν στήνει αγάλματα: κατορθώνει με μια διακριτική δραματουργία να περάσει από την ατομική αγωνία προς μια συλλογική συνέχεια. Έτσι, τα Χειρόγραφα διαβάζονται σαν ένα δίκτυο φωνών. Η φωνή του Σκιαθά συντονίζεται με τις φωνές των προσωπικοτήτων που γίνονται σημείο αφόρμησης μιας ποιητικής συνομιλίας. Και αυτό το στοιχείο της ποιητικής συλλογής συγκινεί, η επίγνωση ότι η ποίηση δεν είναι μοναχική επινόηση, αλλά συνομιλία μέσα στον χρόνο («ζούμε τον χρόνο/ στους ήλιους των άλλων»).
Το ύφος
Η γλώσσα του Αντώνη Σκιαθά είναι λιτή, συμπυκνωμένη, έντονα εικονοπλαστική και στοχαστική, χωρίς ρητορεία και διδακτισμό. Χρησιμοποιεί ελεύθερο στίχο, με εσωτερικό ρυθμό που προκύπτει από παύσεις και επαναλήψεις. Η ένταση παράγεται, έτσι, από τη συμπύκνωση και τη σιωπή ανάμεσα στις λέξεις. Η απουσία έντονης στίξης δημιουργεί μια αίσθηση ροής, σαν χειρόγραφο που δεν έχει ακόμα οριστικοποιηθεί. Συχνά εντοπίζεται η τεχνική της αποσπασματικότητας, η οποία θυμίζει τα «θραύσματα» του Γιώργου Σαραντάρη, ή, ακόμη, και τη μοντερνιστική λιτότητα του Τ.Σ. Έλιοτ. Η ένταση γεννιέται από τη συμπύκνωση, όχι από την έξαρση. Οι εικόνες είναι απλές, αλλά φέρουν ιδιαίτερο φιλοσοφικό βάρος.
Σε όλη τη συλλογή είναι εμφανής η μεταφυσική αναζήτηση. Ο λόγος συχνά απευθύνεται σε ένα άρρητο «εσύ».
Στα ποιήματα όπου εμφανίζονται τοπία και πολιτισμικά σύμβολα, η εικονοποιία δεν εξαντλείται στην περιγραφή. Σε στίχους, όπως: «Απ’ εκεί τα σωθικά τ’ απείρου/ σε τάφρους μπαζωμένες,/ απ’ εδώ καθρέπτες με καλλονές/ στη λάβα του πολέμου ελεύθερες» και: «H κοιλάδα με απαλές βροχές στην/ αφαγία των αγγελοσταλμένων», ο τόπος καθίσταται φορέας Ο λόγος συχνά απευθύνεται σε ένα άρρητο «εμνήμης και μετατρέπεται σε τραυματικό αποτύπωμα, το οποίο στιγματίζει τη συλλογική ιστορία. Σε όλη τη συλλογή είναι εμφανής η μεταφυσική αναζήτηση. Ο λόγος συχνά απευθύνεται σε ένα άρρητο «εσύ».
Η ποιητική αυτή στάση συνομιλεί με τη μεταφυσική αγωνία της νεωτερικότητας, όπου ο λόγος επιμένει ακόμα και όταν η απάντηση δεν έρχεται. Ιδιαίτερη ένταση, λοιπόν, αποκτούν τα ποιήματα της μεταφυσικής αναμέτρησης. Στους στίχους: «μ’ αυτόν τον τρόπο κερδίζεται/ το στοίχημα με τον Θεό./ Η αγρύπνια της γλώσσας/ άκαιρη/ για τη φοβερή μνήμη των αδυνάτων/ ποίησε σιωπή και αυτός», η κλήση προς το Θείο συναντά τη σιωπή, η πίστη δεν εμφανίζεται ως βεβαιότητα, αλλά ως αγώνας. Η ποιητική φωνή βιώνει την απουσία ως μορφή παρουσίας. Η στάση αυτή παραπέμπει στην υπαρξιακή προβληματική του Kierkegaard, όπου η πίστη είναι άλμα και όχι σύστημα. Παράλληλα, η διαχείριση της σιωπής φέρει ίχνη της αποφατικής θεολογικής παράδοσης, όπου το άρρητο υπερβαίνει το ρητό.
Οι επαναλαμβανόμενες αντιθέσεις: φως-σκοτάδι, παρουσία-απουσία, ζωή-θάνατος, παρόν-παρελθόν, γραφή-σιωπή, δημιουργούν θεματικό ιστό που προσδίδει ενότητα στη συλλογή.
Η συμμετοχή του αναγνώστη
Κλείνοντας τη συλλογή, ο αναγνώστης αισθάνεται ότι του εμπιστεύτηκαν κάτι εύθραυστο. Τα Χειρόγραφα ζητούν τη συμμετοχή του. Μας καλούν να αναμετρηθούμε με τα δικά μας άγραφα χαρτιά, με τις δικές μας ανείπωτες λέξεις. Μας υπενθυμίζουν ότι κάθε ζωή αφήνει ίχνος, αρκεί να υπάρξει το θάρρος της εγγραφής. Τα Χειρόγραφα επιδιώκουν να εμβαθύνουν. Και το κατορθώνουν, μέσα από μια ποίηση στοχαστική, ώριμη, με φιλοσοφική διαύγεια, αλλά και ανθρώπινη τρυφερότητα. Η συλλογή διαβάζεται αργά, προσεκτικά, σχεδόν τελετουργικά. Κάθε ποίημα μοιάζει με σελίδα που πρέπει να την γυρίσεις με προσοχή και σεβασμό. Στο τέλος, μένει η αίσθηση ότι τα Χειρόγραφα είναι λιγότερο ένα βιβλίο, και περισσότερο μια πράξη εμπιστοσύνης. Ο ποιητής καταθέτει το ίχνος του, τη σκέψη του, την ψυχή του. Η γραφή, εδώ, είναι τρόπος να υπάρχεις, είναι «κώδικας ζωής».
Υπάρχει μια παράξενη συνέχεια, σαν να μας παραδίδεται η επόμενη σελίδα. Μια σελίδα ακόμη λευκή. Όχι απειλητική πια, αλλά προσκαλούσα.
Η συλλογή αυτή δεν επιδιώκει να επιβληθεί, αλλά να διαρκέσει. Και το κατορθώνει όχι μέσα από μεγάλες διακηρύξεις, αλλά μέσα από τη χαμηλόφωνη επιμονή της. Κάθε ποίημα λειτουργεί σαν ένα μικρό φυλαχτό μνήμης, ένα αποτύπωμα που αντιστέκεται στη φθορά – όχι επειδή την αρνείται, αλλά επειδή την αναγνωρίζει και την μεταπλάθει. Ο ποιητής μοιάζει να γνωρίζει ότι το χαρτί θα κιτρινίσει, ότι το μελάνι θα ξεθωριάσει, ότι ακόμη και η πιο προσεκτική γραφή είναι εκτεθειμένη στον χρόνο. Κι όμως γράφει. Αυτή η πράξη, τόσο απλή και τόσο ριψοκίνδυνη, αποκτά μια βαθιά ηθική διάσταση. Είναι μια πράξη εμπιστοσύνης προς τον άνθρωπο, προς τη μνήμη, προς τον αναγνώστη που θα έρθει.
Τα Χειρόγραφα υπενθυμίζουν ότι η ποίηση είναι ανάγκη βαθιά ανθρώπινη, η ανάγκη να αφήσουμε ένα σημάδι, όσο εύθραυστο κι αν είναι. Και όταν ολοκληρωθεί η ανάγνωση, δεν υπάρχει αίσθηση τέλους. Υπάρχει μια παράξενη συνέχεια, σαν να μας παραδίδεται η επόμενη σελίδα. Μια σελίδα ακόμη λευκή. Όχι απειλητική πια, αλλά προσκαλούσα. Σαν μια ήσυχη υπόσχεση ότι το ίχνος, το ίχνος του ανθρώπου, παρά την αναπότρεπτη φθορά του χρόνου, μπορεί να συνεχιστεί. Γιατί, όσο υπάρχουν χέρια που γράφουν, ψυχές που διαβάζουν και νιώθουν, ο χρόνος δεν κλείνει οριστικά τις σελίδες του.
* Η ΑΘΗΝΑ ΖΩΓΡΑΦΟΥ είναι φιλόλογος και ποιήτρια.
Λίγα λόγια για τον ποιητή
Ο Αντώνης Δ. Σκιαθάς γεννήθηκε στην Αθήνα και ζει στην Πάτρα. Σπούδασε Χημικός Μηχανικός με μεταπτυχιακές σπουδές στη Συντήρηση Έργων Τέχνης και στη Δημιουργική Γραφή. Είναι ποιητής, ανθολόγος και κριτικός λογοτεχνίας. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί σε 15 γλώσσες, ενώ έχουν συμπεριληφθεί σε ανθολογίες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Συνδιηύθυνε το λογοτεχνικό περιοδικό «Ελίτροχος» στη δεκαετία του ’90. Στη συνέχεια δημιούργησε και διαχειρίζεται το Patras World Poetry Festival, το «Γραφείον Ποιήσεως», τα Βραβεία Ποίησης «Jean Moréas», τον βιότοπο πολιτισμού Culture Book.

Το 2020 τιμήθηκε από τον φορέα πολιτισμού στην Ευρωπαϊκή Ένωση EUNIC να εκπροσωπήσει την Ελλάδα ως ποιητής στο Ηνωμένο Βασίλειο. Έχει διδάξει ποίηση στο Διαπανεπιστημιακό Μεταπτυχιακό Τμήμα Δημιουργικής Γραφής του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας και του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων, του Κύκλου Ποιητών, του PEN Greece, μέλος του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός», επίτιμος πρόεδρος της Greek Library of London και μέλος του Δ.Σ. του Ελληνικού Ιδρύματος Βιβλίου και Πολιτισμού. Το 2023 εκλέχθηκε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας Συγγραφέων. Η Αρχιτεκτονική της σιωπής συμπεριλήφθηκε στη βραχεία λίστα για το Κρατικό Βραβείο Ποίησης 2023.
























