
Για την ποιητική συλλογή του Βασίλη Φλώρου «Ποιήματα για ανθρώπους με διπλό κομοδίνο» (εκδ. Όταν). Εικόνα: Από την ταινία «Σκηνές από ένα γάμο» (1973) του 'Ινγκμαρ Μπέργκμαν.
Γράφει η Αντωνία Παυλάκου
Με αφετηρία τη διαρκή δοκιμασία άνδρα-γυναίκας στην καθημερινή διαβίωση, ο Βασίλειος Ρ. Φλώρος μεταφέρει τη σύγκρουση Τιτάνων του θεατρικού έργου του «Τιτανομαχία στα ροζ» στη «σκηνή» του πρόσφατα εκδοθέντος ποιητικού βιβλίου του Ποιήματα για ανθρώπους με διπλό κομοδίνο (εκδ. Όταν).
Τιτάνες στην εν λόγω συλλογή είναι οι δύο σύζυγοι. Ο ποιητής, σχεδόν παραβλέποντας την αναγκαιότητα και τα αγαθά της θεσμικής συμβίωσης, δεν παραλείπει και να τα αναφέρει, παρέχοντας έτσι και το αντιστάθμισμα στις παρενέργειες που προκύπτουν από την εφεύρεση μιας αποδοχής στηριγμένης στη στέρηση της ατομικής ελευθερίας και στην παραμονή στη σχέση ακόμα και όταν ο έρωτας που τη γέννησε έχει εξανεμιστεί. Αν, βέβαια, ξεκινά με έρωτα ο γάμος και δεν συνάπτεται αποκλειστικά για λόγους οιουδήποτε συμφέροντος άσχετου προς τα κοινωνικά ή τα ατομικά ψυχολογικά οφέλη που εγγυάται ως θεσμός.
Ο Φλώρος είναι σαν να γνωρίζει τόσα όσα ένας ψυχοθεραπευτής, που έχει ακούσει την κρυφή φωνή άλλων ανθρώπων (μόνο σε ένα τέτοιο πρόσωπο εξομολογούνται όσα καταγράφει) και αποκαλύπτει το προσωπείο κάθε έγγαμης σχέσης βλέποντας σε βάθος τι ακριβώς θυσιάζεται στον βωμό των εξασφαλίσεων που παρέχει ο θεσμός, από την ανδρική κυρίως σκοπιά. Υποδόρια συμπεριλαμβάνει και τη γυναικεία φωνή, αφού η ρηματική έκφραση συχνά πραγματοποιείται σε πρώτο πληθυντικό. Πρόκειται για μια μορφή υπενθύμισης, παραίνεσης, διαμαρτυρίας ή και αφύπνισης της συζύγου από τον σύζυγο σχετικά με την έκπτωση του ερωτισμού και την εισβολή της συνήθειας και της καθημερινότητας, παρά τις σκέψεις για πιθανή αποχώρηση επιλέγοντας ωστόσο τη λιμνάζουσα αλλά ασφαλή παραμονή στα τετριμμένα.
Η κοινωνία στο μεταξύ ψιθυρίζει σε ιδιωτικό επίπεδο όσα παθήματα υπογραμμίζει το ανδρικό ποιητικό υποκείμενο. Είναι ωστόσο αμφίβολο αν η ίδια, ακόμη και μετά τόσων χρόνων συζητήσεις περί ισοτιμίας των φύλων, αποδέχεται να εκφράζονται δημόσια οι ίδιες αλήθειες από γυναικεία στόματα, ποιητικά ή μη. Ας δεχθούμε τουλάχιστον ότι η πρόθεση στην έκφραση του ποιητή είναι ειλικρινώς συμπεριληπτική και απλώς θεωρεί ότι έχει δικαίωμα να περιγράφει τα αισθήματα και την εμπειρία με την οπτική κυρίως του δικού του φύλου, αφού αυτή γνωρίζει καλά, έχοντας επίγνωση για τις διαφορές στον ψυχισμό των δύο φύλων.
Να σημειωθεί επίσης ότι κάθε ποίημα είναι λεκτικά, νοηματικά και φιλοσοφικά τόσο άρτια δομημένο, ώστε μετά την κυρίαρχη εντύπωση της αμφισβήτησης του θεσμού να προβάλλεται και ο αντίποδας της θετικής εισφοράς ή συνεισφοράς των συζύγων στην πεπατημένη της επιλογής τους. Ο ποιητής μοιάζει να υπονομεύει έξυπνα την αρχική ιδέα του, επισημαίνοντας σχεδόν ειρωνικά αληθινές ή και ψεύτικες αιτιάσεις, με τις οποίες οι συμβιούντες στηρίζουν την αρχική επιλογή τους παραμένοντας στην έγγαμη σχέση.
Οι δυσκολίες της συμβίωσης
Aναλυτικότερα, λοιπόν, συμβαίνουν τα παρακάτω αναφερόμενα, αρχής γενομένης με το ποίημα «Τα καθημερινά του έγγαμου βίου» (σ. 11). Εδώ οι φιλοσοφικοί προβληματισμοί για έναν έγγαμο είναι πολυτέλεια, που δίνει τη θέση της σε πεζά ερωτήματα του τύπου «τι θα φάμε;», «πότε έχουμε αργία;», ενώ τα όνειρα και η αγωνιστική διάθεση για μια καλύτερη συλλογική πραγματικότητα ξεχνιούνται, καθώς ο καθένας ζει στον δικό του κόσμο χωρίς κοινωνικές αναζητήσεις, προσβεβλημένος από τα «βακτήρια της απάθειας», δηλαδή την κόπωση από την ανάλωση στα απολύτως ιδιωτικά. Το ποιητικό υποκείμενο συχνά δείχνει να κατηγορεί τη γυναίκα, με δεξιοτεχνία ωστόσο, και εν γνώσει του ότι εκείνη συνειδητά και χωρίς πισωγυρίσματα σκύβει το κεφάλι στην αρχική θεσμική της επιλογή, στην οποία «ελεύθερα» υποχρεώθηκε να καταλήξει για την εξασφάλιση των παιδιών της, καταλαγιάζοντας τη θλίψη από την πάροδο του συζυγικού χρόνου και την αμοιβαία φθορά όπως παρακάτω: «"Δεν ξέρεις πόσο σ’ αγάπησα", μου λέει…» (σ. 15), μιλώντας κι αυτή σε χρόνο παρελθόντα. Στο ίδιο κλίμα είναι και το ποίημα «Ήμουν πάντα το λιμάνι σου» (σ. 18), μια ωδή στη σταθερότητα με το σκοτάδι της συμβίωσης από τη μια, αλλά και με το φως του συναισθήματος που εκπέμπει η επιθυμία της παραμονής σε αυτήν «ευτυχώς, θέλω ακόμα να είμαι μαζί σου…» (σ.17).
Δύσκολη είναι και η παραδοχή των αλλαγών στον χαρακτήρα καθενός, μια νέα πραγματικότητα που φέρνει συν τω χρόνω δυσκολίες στη συνεννόηση. Οι αλλοτινοί ερωτικοί σύντροφοι, καθώς δεν είναι στο διάβα του χρόνου ούτε ψυχικά ούτε και σωματικά αναγνωρίσιμοι, ανατρέχουν για παρηγοριά στην ανάμνηση των παλιών τους εαυτών. Τους κρατά ενωμένους η μνήμη και η ευθύνη της οικογένειας «εκεί όπου η αγάπη και η σκοτεινιά / μοιράζονται το ίδιο τραπέζι» (σ. 19).
Στο μέσον περίπου της συλλογής ξεχωρίζει το ποίημα «Οι δικοί σου άνθρωποι». Ένας τέτοιος απειλητικός «δικός» μας άνθρωπος γίνεται και ο σύντροφος, επικίνδυνος όσο και οι άλλοι.
Στις δυσκολίες της συμβίωσης και της οικογένειας έρχονται παρηγορητικά και αναπόφευκτα οι θύμησες των παλιών ερώτων, παλιοί πόνοι αλλά και ερανίσματα εμπειριών που πρόσφεραν κάποτε γνώση και διαμόρφωση χαρακτήρα μέχρι την τελική επιλογή συντρόφου. Αυτή η τελική επιλογή του ατόμου για τον συζυγικό βίο ξεκινάει με την αγάπη, αλλά μετά γίνεται σκλαβιά και «έπειτα αγαπάς τη σκλαβιά σου» (σ. 22), γιατί ο έρωτας έχει μεταβληθεί σε συμπόνοια και βόλεμα γύρω από τη συνήθεια.
Στο μέσον περίπου της συλλογής ξεχωρίζει το ποίημα «Οι δικοί σου άνθρωποι». Ένας τέτοιος απειλητικός «δικός» μας άνθρωπος γίνεται και ο σύντροφος, επικίνδυνος όσο και οι άλλοι. Ο ποιητής μάς φέρνει στον νου τον Ζαν Πωλ Σαρτρ και το περίφημο «Η κόλασή μας είναι οι άλλοι». Μόνο που και εμείς, όταν είμαστε οι άλλοι, γινόμαστε το ίδιο επικίνδυνα δύσκολοι γι’ αυτούς. Οι ευθύνες για την εχθρότητα που προκαλείται μέσα στη σχέση είναι αμοιβαίες και αποδομένες με εξαιρετικά δομημένο συλλογισμό.
Υποταγή, ανακωχές, μοναξιά
Με αφετηρία τα παραπάνω, ο ποιητής επισημαίνει ότι ο καθένας μέσα στον γάμο συμβιβάζεται με το διαφορετικό και με τη βοήθεια του/της συντρόφου πολεμάει τους παλιούς εαυτούς για να επιτευχθεί μια αλλαγή που γεφυρώνει τα διεστώτα. Το τίμημα της υποταγής και της ανακωχής είναι οι αγκαλιές των παιδιών, ενώ ο εσωτερικός πόλεμος πάντα υπάρχει για τις διαφωνίες που υφίστανται, αλλά δεν εκφράζονται. Μια παρωδία εαυτού δηλαδή είναι αυτή η υποταγή, αποτυπωμένη και στο ποίημα «Ο γενναιόδωρος» (σ. 26) για τον οικογενειάρχη που ξοδεύεται ψυχικά «πλατύς σαν φως που χάνεται».
Μια ακόμη όψη της ανάλωσης στον γάμο είναι και η μοναξιά μέσα σε αυτόν. «Έζησα μοναχικά, δηλαδή μαζί σου», ομολογεί στο ποίημα «Γλυκιά ζωή» (σ. 28), ειρωνευόμενος ο σύντροφος το τίποτα των παντοτινά χαμένων ονείρων του (όνειρα με σαμάρι, τα αποκαλεί), των υποταγμένων στις ανάγκες και στις υποχρεώσεις, που τα βαφτίζει νοήματα για να στηρίξει «το θέατρο της ύπαρξης». Από την άλλη πλευρά, καταδικάζει τη ματαιοδοξία των πιθανών μεγάλων ονείρων και ευκαιριών ομολογώντας ότι δεν είχε την τόλμη να τα κάνει πράξη λόγω αδυναμίας του χαρακτήρα του, προτιμώντας την ασφάλεια του γάμου και την εξίσου ασφαλή αγκαλιά της μιας συγκεκριμένης συντρόφου επιλεγμένης και εγνωσμένα κατάλληλης να αντέξει τη σταθερότητα.
Θέλει και η γυναίκα να απεμπολήσει την επιφανειακά ήρεμη ευτυχία, που ισοδυναμεί με εσωτερική ερημιά ίδια με εκείνη που περιγράφει η αρσενική ματιά.
Ο Βασίλης Ρ. Φλώρος, όμως, δίνει στο ποίημα «Μαρία» (σ.31) φωνή και στη γυναίκα, που συνειδητά αγανακτισμένη επιθυμεί και αυτή απόδραση από τον γάμο, αναζητώντας τον έρωτα, την ελευθερία κινήσεων, το άδειασμα των υποχρεώσεων. Θέλει και η γυναίκα να απεμπολήσει την επιφανειακά ήρεμη ευτυχία, που ισοδυναμεί με εσωτερική ερημιά ίδια με εκείνη που περιγράφει η αρσενική ματιά. Η μοιραία όψη της εσωτερικής ερημιάς κορυφώνεται με την τελική παραίτηση «στην εποχή των παγετώνων», ανταλλαγμένη ωστόσο με την επιτυχία, όπως αντικειμενικά την κρίνουν οι άλλοι (παιδιά, σπίτι, καριέρα) και χωρίς καμία προσφορά στην ανανέωση της κοινωνίας (αποχαυνωμένες ιδέες), με εγκλωβισμό στα «πρέπει», από τα οποία και μόνο πρέπει να αντλείται ευχαρίστηση. Υπάρχει επίσης και η εκατέρωθεν ομολογία της αποτυχίας να αποδράσει ο καθένας στη ζωή που ονειρεύτηκε για να μην ζει ένα υποκατάστατο ευτυχίας, αφομοιωμένος/η από τον χαρακτήρα του /της συντρόφου λόγω των συμβιβασμών και των υποχωρήσεων.
Ακόμα όμως και στον κατά τεκμήριο «επιτυχημένο γάμο» οι φόβοι για την αλήθεια του είναι υπαρκτοί, καθώς ο χρόνος φέρνει τη συντηρητικοποίηση των απόψεων, την απώλεια της τόλμης λόγω της συνεχώς επερχόμενης εγγύτητας του θανάτου, την ανία και τα εξακολουθητικά «Σ’ αγαπώ», που κρύβουν πολέμους που δεν ξέσπασαν από το φόβο μιας μοιραίας σύγκρουσης για να συντηρηθεί έτσι η σκλαβιά του επιφανειακού και συνεχούς «Σ’ αγαπώ» (σ. 38).
Τέλος, το ποιητικό υποκείμενο στο ευρηματικό ποίημα «Η θεογονία της πολύχρονης σχέσης» (σ. 48) εξηγεί την παραμονή στον γάμο ως «μεταφυσική βαρεμάρα».
Από την άλλη, επισημαίνεται η αναγνώριση της εκατέρωθεν διαφορετικότητας, που οδηγεί στην καθημερινή σύγκρουση, εγνωσμένη από την έναρξη του έρωτα. Παρά την προσπάθεια απελευθέρωσης ή απεγκλωβισμού, η προτίμηση γέρνει στα «χρωμοσώματα της επιλεγμένης οικογενειακής ζωής», με τη συχνή ανανέωση της εις εαυτόν υπόσχεσης για φυγή, καταγεγραμμένη σε δύο ποιήματα, στο «Πόσο θα μείνω μαζί σου παντρεμένος» (σ. 46) και στο υποθετικό «Εάν είχα φύγει», όπως και στο δίλημμα «Να φύγω ή να μείνω» (σ. 49), που ισοδυναμεί με την ειλικρινή ομολογία να διατηρηθεί η τάξη του εαυτού στον γκρίζο χώρο της πεπατημένης κυριαρχίας του.
Τέλος, το ποιητικό υποκείμενο στο ευρηματικό ποίημα «Η θεογονία της πολύχρονης σχέσης» (σ. 48) εξηγεί την παραμονή στον γάμο ως «μεταφυσική βαρεμάρα». Μια, δηλαδή, κόπωση να διερευνά διαρκώς την ουσία της ανθρώπινης ύπαρξης στο πρόσωπο του άλλου φύλου/ συντρόφου, αναγνωρίζοντάς τον τελικά ως προωθητική δύναμη προς τη δική του αυτογνωσία και ολοκλήρωση.
Στοχασμοί και μύχιες σκέψεις
Με μια μεγάλη γκάμα σχολιαστικών αποχρώσεων για τον έγγαμο βίο ο Βασίλης Ρ. Φλώρος θυμοσοφεί στα 30 δοκιμιακού, τρόπον τινά, χαρακτήρα ποιήματά του βγάζοντας με τόλμη στην επιφάνεια βαθείς στοχασμούς ή απλές μύχιες σκέψεις που κάνουν οι άνθρωποι με διπλό κομοδίνο σχετικά με την πιο αποφασιστική ίσως επιλογή στη ζωή τους. Με γλώσσα λιτή που εμπεριέχει συχνά έντονη μεταφορικότητα, π.χ. «Μια Τροία που βασιλεύει / όσες φορές και αν καταστράφηκε / Μια ωραία αρχαιολογία των ονείρων», ακριβείς παρομοιώσεις, π.χ. «Σαν άγαλμα που θυμίζει / το αρχαίο κάλλος του έρωτα, / γίνεται η αγάπη» και ευφάνταστες συζεύξεις επιθέτων και ουσιαστικών, που κινούνται μορφολογικά σε ελεύθερο κυρίως στίχο, αναδεικνύει αλήθειες που ξεπερνούν όσα αναφέρονται για τον γάμο στο βιβλίο Τα κατά συνθήκην ψεύδη. Το ειρωνικό στοιχείο κυριαρχεί για να υπονομεύσει ή και να ανατρέψει με καυστικό τρόπο κατεστημένες βεβαιότητες, αναδεικνύοντας όλα τα κρυμμένα δραματικά στοιχεία ή και ολόκληρα δράματα που κρύβει κάθε διπλή κρεβατοκάμαρα. Ως ποιητικό υποκείμενο μιλά με ενσυναίσθηση και επίγνωση για τα ανεκπλήρωτα όνειρα και τα πάθη των εγγάμων, καταγράφοντας με χιουμοριστική διάθεση όσα εξομολογούνται.
Χωρίς να παραλείπει να αναφερθεί και στις αναπηρίες όσων επιλέγουν να μείνουν εκτός του θεσμού με το ένα και μόνο ποίημα «Αναγκαστικοί γάμοι» (σ. 45) και παρά το συμπαγές σώμα των 29 ποιημάτων που δείχνουν να υπονομεύουν τον θεσμό, ο Βασίλειος Ρ. Φλώρος παραθέτει στην αρχή του βιβλίου ένα αντί προλόγου κείμενό του. Σε αυτό, ως απόλυτος θιασώτης της ατομικής ελευθερίας, αντιλαμβάνεται το δικαίωμα του καθενός να προτιμήσει ή όχι τη συστημική συμβίωση, υπογραμμίζοντας σε κάθε περίπτωση το τίμημα της οποιασδήποτε επιλογής του.
Τιτανομαχία των δύο ή πάλη με τον τιτάνα εαυτό μας εντός ή εκτός του γαμήλιου θεσμού, ο Βασίλης Ρ. Φλώρος προ(σ)καλεί με ευφυή τρόπο τον καθένα μας στην αυτεπίγνωση για την επιλογή του. Αξίζει να ακολουθήσουμε το παρόν ποιητικό κάλεσμά του και να διαβάσουμε σε αυτό σταθμισμένες αλήθειες που δεν τολμάμε να ομολογήσουμε γιατί βρίσκονται πίσω από τη βιτρίνα της συζυγικής μας κρεβατοκάμαρας.
*Η ΑΝΤΩΝΙΑ ΠΑΥΛΑΚΟΥ είναι φιλόλογος-συγγραφέας.
Λίγα λόγια για τον ποιητή
Ο Βασίλειος Ρήγα Φλώρος γεννήθηκε το 1967 στην Καλαμάτα. Κατάγεται από το Παλαιόκαστρο (Ξηροκάσι-Μαρκοχώρι) Μεσσηνίας, όπου έζησε τα παιδικά του χρόνια. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες, Θέατρο και Θεατρικό Παιχνίδι στην Αθήνα. Είναι ηθοποιός, σκηνοθέτης, συγγραφέας και εμψυχωτής βιωματικών ομάδων δημιουργικής δράσης.
Έχει εκδώσει δύο δοκίμια, επτά ποιητικές συλλογές, ένα μυθιστόρημα, μία νουβέλα, είκοσι θεατρικά έργα -ορισμένα από τα οποία έχουν παρουσιαστεί σε θεατρικές σκηνές- καθώς και δώδεκα θεατρικούς μονολόγους. Έχει συμμετάσχει σε έντεκα ποιητικές ανθολογίες και στη μεγάλη ανθολογία του Χάρη Πάτση. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά και στα ουκρανικά.

Από το 1990 έως το 2000 συμμετείχε σε τηλεοπτικές σειρές, συνεργάστηκε με τη «ΣινεΜάτζικ» και τον σκηνοθέτη Δημήτρη Μακρή, συνίδρυσε τη θεατρική ομάδα «Αργοναύτες» με τον ηθοποιό του παλαιού ελληνικού κινηματογράφου Νίκο Τσούκα και παρουσίασε ραδιοφωνική εκπομπή στην ΕΡΑ 4. Μέχρι σήμερα έχει συμμετάσχει ως ηθοποιός και έχει σκηνοθετήσει περισσότερες από σαράντα θεατρικές παραστάσεις.
Στίχοι του έχουν μελοποιηθεί από τον συνθέτη Φίλιππο Περιστέρη.
























