
Για την ποιητική συλλογή της Κατερίνας Χατζοπούλου «Γόνατα μόνο» (εκδ. Περισπωμένη). Εικόνα: Πίνακας του Έγκον Σίλε.
Γράφει ο Γιώργος Βέης
Το Γόνατα μόνο είναι η πρώτη ποιητική συλλογή της Κατερίνας Χατζοπούλου. Γεννήθηκε το 1986 στην Αθήνα, όπου σπούδασε Φαρμακευτική και Γαλλική Φιλολογία. Η εικονοποιία επιβεβαιώνει ευχερώς την αποτελεσματική της δράση. Οι μεταφορές, οι αμφισημίες, οι ποικίλες διαστρωματώσεις των επι μέρους μηνυμάτων, η σύμπραξη, όπου δει, ενός καθόλα αποφασιστικού ρεαλισμού, οι πρόσφορες συνδηλώσεις, ο εμφανώς καλογυμνασμένος σαρκασμός, οι γραμμικές αλληγορικές αλυσίδες και βεβαίως οι λυσιτελείς διασκελισμοί δείχνουν ότι προηγήθηκαν γόνιμες ασκήσεις στο πεδίο των απαιτητικών αποκρυσταλλώσεων του νοήματος. Η εξ αντικειμένου πραγματικότητα είναι έτοιμη να αναδείξει και το λανθάνον βάθος της. Το πεντάστιχο που ακολουθεί, ένα μάλλον οιονεί τάνκα, συνιστά τον λογότυπο του παρόντος έργου. Δηλαδή: «Πόδια γυμνὰ στὴν κρύα πέτρα /στήθη ποὺ τρέμουν / τὸ χαστούκι τοῦ ἀέρα /τὸ ρόδινο σῶμα λαχταρᾶ ν᾿ ἀφανιστεῖ / σ᾿ ἕνα τραχὺ λευκό» (βλ. σελ. 27).
Οι επαρκείς αντιθετικοί προσδιορισμοί, οι παρεμβολές πτυχώσεων ενός ατομικού χωροχρόνου, οι αυτοελεγχόμενες εξομολογήσεις του ποιητικού υποκειμένου μετά των συνεκδοχών τους, οι ονειρικές εμπειρίες, οι αιφνίδιες αλλά αισθητικά επωφελείς περικοπές της αφηγηματικής ροής, οι καταγραφές των αποσπασματικών εκδηλώσεων του ασύνειδου, τα διάσπαρτα μεταγλωσσικά δεδομένα και οι βιωματικές ετυμηγορίες συναποτελούν τα κύρια χαρακτηριστικά της λεκτικής ταυτότητας. Έστω ένα τυπικό δείγμα των προσώρας δυνατοτήτων του προκείμενου δημιουργικού λόγου: «Κατάδυση τώρα / ὀμφάλιος λῶρος ἡ μνήμη / μὲς στὸ χρυσάφι τῆς ἄμμου / σκουριὲς καὶ σανίδια / μιὰ ἐπίφαση βάθους / ἐξευγενίζει / τὸ σῶμα μόνο / στῶν φωνημάτων καὶ νοημάτων / τὸ παζάρι / δὲν ὑποκύπτει / χάρη στὸν μόχθο τῆς πρώτης ἀνάσας / ἐνήλικο πιά» (βλ. σελ. 60).
Διαπιστώνω ότι η λέξη «γκρεμός» απαντά, στην ονομαστική πτώση, δύο μόνο ιδιαίτερα κρίσιμες φορές, δηλαδή τόσο στο πρώτο, όσο και στο τελευταίο κομμάτι. Η δε έννοια του χάσματος, της κάθετης ρήξης και της μη συνταύτισης με τον άλλον εντοπίζεται σε όλη σχεδόν την έκταση της συλλογής. Με τη συνδρομή μάλιστα μιας αδιάπτωτης λακωνικής απόδοσης και ενός ρυθμικού βηματισμού του επίλεκτου φωνήματος αναδεικνύεται άμεσα το κύριο θέμα και τα αναγκαία συμφραζόμενά του. Παραθέτω για τις ανάγκες της εποπτικής στιγμής το παρακάτω εισαγωγικό ποίημα. Συγκρατώ ότι η τομή στον έβδομο στίχο συνοψίζει εδώ τον ανέκκλητο διαχωρισμό των υπάρξεων, εντός μάλιστα του οικογενειακού κύκλου. Ήτοι: «Αὐτὸ τὸ βλέμμα / πατέρα ποὺ στὰ γόνατα σὲ ρίχνει / καὶ τὶς τοῦφες τῶν μαλλιῶν / μὲ πόθο πνίγει /ὥσπου /τὸ γάλα σου νὰ πιεῖς /πῶς τολμᾶ / θὰ τοῦ κόψεις τὴ γλώσσα ἂν σοῦ δείξει ξανὰ / ποιά εἶναι ἡ θέση ὅπου πρέπει /νὰ καθίσεις /ἢ τὴν πόρτα»(βλ. σελ. 12).
Το σώμα μιλά
Το σώμα ομιλεί, τα μέλη του εκτίθενται διαδοχικά, η μήτρα, τα στήθη, τα χέρια, οι ρώγες, τα πολύσημα γόνατα, τα μάτια, η γλώσσα και ξανά και πάλι ξανά οι θηλές διεκδικούν την προσοχή μας ως να είναι προ πολλού οι ουσιώδεις μάρτυρες του δράματος. Το ρήμα «φλεγμαίνει» στη σελ. 23 παραπέμπει ευθέως στη σκηνή ενός επίμονου τραύματος, το οποίο κατά τα φαινόμενα δεν πρόκειται να επουλωθεί. Παραθέτω κατά λέξη: «Ναί, ναι / καλὰ ὅλα αὐτά / τὸ τραγούδι τῶν πνευμόνων / καὶ τῆς νύχτας ἡ ζεστὴ κοιλιά /ὅμως τί κάνεις / σὲ μιὰ μήτρα ποὺ φλεγμαίνει;». Μετά από είκοσι σελίδες η «μήτρα» εξακολουθεί να προβάλλει την πληγή της. Τα δε «γόνατα» παρίστανται ως τα δόκιμα σύμβολα μιας ανυποχώρητης, μιας δοκιμασμένης αντοχής στα ενάντια, στις καταστατικές αντινομίες του βίου.
Αντιγράφω για την περίσταση τα εξής ενδεικτικά: «Γόνατα πάλι / πούπουλα σκέψεις ποὺ τρυποῦν / τὸ ἄσπρο μαξιλάρι / ἡ ἀνάγκη τῶν θάμνων / τὸ σύρσιμο τοῦ νεροῦ στὰ βραχώδη μονοπάτια / αὐξάνουν σὲ ἔνταση ὅσο τὸ χέρι / πέτρες ἀπ᾿ τὴν ἀρχὴ τῆς ἱστορίας μεταφέρει / στηρίζοντας τὸν τοῖχο κρύβοντας τὸ σῶμα /προσπαθώντας νὰ πνίξει τὸ ληστρικὸ / βούτηγμα / μιᾶς σφήκας ἐπιθυμίας στὴ μήτρα»(βλ. σελ. 43).
Οι ενδιάμεσοι αφορισμοί υποστηρίζουν στο μεταξύ το συνειδητά εντασιακό κλίμα των ρηματικών εμπεδώσεων. Μεταξύ των άλλων, διακρίνω: τη μνήμη ως «ομφάλιο λώρο», τη νύχτα, έναν «σάπιο καρπό» και «τ’ άστρα σκορβούτο» (βλ. σελ. 60, 62 και 63, αντιστοίχως). Κοντολογίς, η Κατερίνα Χατζοπούλου ξέρει ήδη πού πατάει και τι θα πρέπει να έχει κατά νουν, σε περίπτωση που θα θελήσει να συνεχίσει την περιήγησή της στο δάσος των συμβόλων.
*Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ είναι πρέσβης επί τιμή και ποιητής. Πρόσφατα κυκλοφόρησε η συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του «Ποιήματα 1974-2023» (εκδ. Ύψιλον).
Λίγα λόγια για την ποιήτρια
Η Κατερίνα Χατζοπούλου γεννήθηκε το 1986 στην Αθήνα. Είναι πτυχιούχος Φαρμακευτικής και Γαλλικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και απόφοιτος του Εργαστηρίου Λογοτεχνικής Μετάφρασης του Γαλλικού Ινστιτούτου.

Έχει μεταφράσει, μεταξύ άλλων, ποιήματα των Φιλίπ Ζακοτέ, Ζαν-Μισέλ Μωλπουά, Αντουάν Εμάζ, Φρανσουά Ζακμέν και Εντμόν Ζαμπές (τ. 27, 29, 32, 33 και 34 του περιοδικού Ποιητική). Το Γόνατα μόνο είναι η πρώτη της ποιητική συλλογή.
























