
Για το μυθιστόρημα του Τάγεμπ Σάλιχ (Tayeb Salih) «Η εποχή της μετανάστευσης στον Βορρά» (μτφρ. Βίκυ Μπούτρη, εκδ. Σάλτο). Εικόνα (Wikipedia): Από τη μάχη του ποταμού Ατμπάρα, όπου ο στρατός του Μαχντί του Σουδάν ηττήθηκε από τις Άγγλο-αιγυπτιακές δυνάμεις.
Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος
Υπάρχουν μυθιστορήματα που αφηγούνται μια ιστορία κι άλλα που διεκδικούν να γίνουν τόπος σύγκρουσης. Αναμφίβολα το μυθιστόρημα του Τάγεμπ Σάλιχ ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Από την πρώτη του κυκλοφορία το 1966, το έργο Η εποχή της μετανάστευσης στον Βορρά προκάλεσε έντονες αντιδράσεις, όχι μόνο για τη θεματική του τόλμη, αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο αποσταθεροποιεί παγιωμένες αφηγήσεις γύρω από την αποικιοκρατία, την ταυτότητα και την ηθική.
Δεν είναι τυχαίο ότι για χρόνια το βιβλίο υπήρξε απαγορευμένο στο Σουδάν, κατηγορούμενο για ανηθικότητα και υπονόμευση των κοινωνικών αξιών. Αυτή η απαγόρευση δεν αποτελεί απλώς ιστορικό δεδομένο· φωτίζει το διακύβευμα του έργου, το οποίο επιμένει να εκθέτει εκείνα που μια κοινωνία -αποικιοκρατημένη ή μη- προτιμά να αποσιωπά.
Η πλοκή ξεκινά με έναν τόνο σχεδόν ήρεμο, αλλά αυτή η επιφανειακότητα γρήγορα αποχρωματίζεται για να δώσει τη θέση σε μια ένταση που ξεπερνάει την ιστορία και αγγίζει πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα. Ένας ανώνυμος αφηγητής επιστρέφει στο χωριό του, στις όχθες του Νείλου, ύστερα από χρόνια σπουδών στην Ευρώπη. Η επιστροφή του μοιάζει αρχικά με αποκατάσταση της τάξης: ο μορφωμένος νέος επανεντάσσεται στην κοινότητα, αναλαμβάνει τον ρόλο του παρατηρητή, του ανθρώπου που κινείται ανάμεσα στον παραδοσιακό κόσμο του χωριού και στη γνώση που έφερε από τη Δύση. Όμως αυτή η επιφαινόμενη ισορροπία αποδεικνύεται εύθραυστη. Το μυθιστόρημα υπονομεύει από νωρίς την ιδέα της «επιστροφής» ως λύτρωσης, παρουσιάζοντάς την ως μια κατάσταση εσωτερικής αναστολής.
Ο Mουσταφά, με το μυστηριώδες παρελθόν του στην Αγγλία, λειτουργεί ως σκοτεινός καθρέφτης.
Η είσοδος του Μουσταφά Σαΐντ στη ζωή του αφηγητή διαρρηγνύει αυτή την εύθραυστη ισορροπία. Ο Mουσταφά, με το μυστηριώδες παρελθόν του στην Αγγλία, λειτουργεί ως σκοτεινός καθρέφτης. Αν ο αφηγητής εκπροσωπεί την επιλογή της προσαρμογής και της σιωπής, ο Mουσταφά ενσαρκώνει την επιλογή της σύγκρουσης. Η σταδιακή αποκάλυψη της ζωής του στην Ευρώπη, μέσα από αποσπασματικές εξομολογήσεις, δικαστικά έγγραφα και μισόλογα, συγκροτεί μια αφήγηση σκοτεινής γοητείας, ερωτικής εξουσίας και τελικά καταστροφής.
Η τεχνική
Η αφηγηματική τεχνική του Σάλιχ είναι καίρια για την κατανόηση του έργου. Η ιστορία δεν ξετυλίγεται γραμμικά· αντίθετα, διασπάται σε θραύσματα, αφήνοντας κενά που ο αναγνώστης καλείται να συμπληρώσει. Αυτή η δομική ασυνέχεια δεν είναι απλώς αισθητική επιλογή, αλλά αντανακλά τη συνθήκη του μετααποικιακού υποκειμένου, του οποίου η ταυτότητα δεν μπορεί να αρθρωθεί ως ενιαία αφήγηση. Το παρελθόν επιστρέφει πάντα αποσπασματικά, τραυματικά, χωρίς να προσφέρει συνοχή.
Σε θεωρητικό επίπεδο, αυτό το μυθιστόρημα συνομιλεί ευθέως με τον μετα-αποικιακό λόγο, αλλά ταυτόχρονα τον υπονομεύει. Αν ο Έντουαρντ Σαΐντ ανέλυσε τον τρόπο με τον οποίο η Δύση κατασκευάζει τον «Άλλο» της Ανατολής ως αντικείμενο γνώσης και εξουσίας, ο Σάλιχ εστιάζει σε αυτό που συμβαίνει όταν ο «Άλλος» εσωτερικεύει αυτή τη γνώση.
Οριενταλισμός
Εν προκειμένω, ο Μουσταφά δεν είναι απλώς θύμα του οριενταλιστικού βλέμματος· είναι και προϊόν του. Γνωρίζει άριστα τη δυτική λογοτεχνία, τη φιλοσοφία, τη γλώσσα, χειρίζεται τον λόγο της μητρόπολης με ακρίβεια και ειρωνεία. Κι όμως, αυτή η γνώση δεν οδηγεί στη χειραφέτηση, αλλά σε μια ιδιότυπη αυτο-αποικιοποίηση. Οι ερωτικές του σχέσεις με Ευρωπαίες γυναίκες έχουν συχνά διαβαστεί ως πράξεις αντεκδίκησης, ως συμβολική «κατάκτηση» της αποικιοκρατικής μητρόπολης. Το ίδιο το μυθιστόρημα, ωστόσο, απορρίπτει αυτή την απλουστευτική ανάγνωση. Οι σχέσεις αυτές δομούνται πάνω σε φαντασιώσεις εξουσίας, εξωτισμού και υποταγής, αναπαράγοντας τα ίδια σχήματα που συγκροτούν τον αποικιοκρατικό λόγο. Η βία δεν αντιστρέφεται· μεταμφιέζεται. Ο Μουσταφά δεν αποδομεί τον μύθο, αλλά τον ενσαρκώνει μέχρι τέλους, οδηγούμενος στην αυτοκαταστροφή.
Είναι φανερό πως η κοινωνία του Σουδάν αδυνατεί να διαχειριστεί τα τραύματα της αποικιοκρατίας χωρίς να τα μεταφέρει στα πιο ευάλωτα σώματα.
Η διάσταση του φύλου είναι κομβική στο έργο και συνδέεται άμεσα με τη μετα-αποικιακή του προβληματική. Οι γυναικείοι χαρακτήρες εμφανίζονται ως πεδία προβολής ανδρικών κρίσεων ταυτότητας. Στην Ευρώπη, οι γυναίκες γοητεύονται από τον «εξωτικό» άνδρα, συμμετέχοντας -συνειδητά ή μη- στην αναπαραγωγή του οριενταλιστικού φαντασιακού. Είναι φανερό πως η κοινωνία του Σουδάν αδυνατεί να διαχειριστεί τα τραύματα της αποικιοκρατίας χωρίς να τα μεταφέρει στα πιο ευάλωτα σώματα.
Αμηχανία
Η απαγόρευση του βιβλίου στο Σουδάν για χρόνια αποκαλύπτει ακριβώς αυτή την αμηχανία. Το μυθιστόρημα δεν σοκάρει μόνο λόγω της σεξουαλικής του ειλικρίνειας, αλλά επειδή αρνείται να προσφέρει μια καθησυχαστική εικόνα της εθνικής ή πολιτισμικής ταυτότητας. Δεν υμνεί την παράδοση, ούτε την απορρίπτει· δεν εξιδανικεύει τη Δύση, ούτε την καταγγέλλει μονοδιάστατα. Αντίθετα, εκθέτει τις αντιφάσεις και τις βίαιες διαπλοκές τους. Αυτή η άρνηση της απλοποίησης είναι που καθιστά το βιβλίο επικίνδυνο, και γι’ αυτό διαχρονικό.
Αυτή η σιωπηλή παρουσία της φύσης εντείνει την τραγικότητα του έργου, υπενθυμίζοντας την ασημαντότητα των ατομικών δράσεων μπροστά στον χρόνο.
Η γλώσσα του Σάλιχ είναι λιτή, σχεδόν διαφανής, αλλά βαθιά φορτισμένη. Οι περιγραφές του τοπίου του Νείλου, του χωριού, της ερήμου, λειτουργούν ως αντίστιξη στη φρενήρη εμπειρία της ευρωπαϊκής μητρόπολης. Η φύση δεν προσφέρει παρηγοριά, είναι σταθερή, αδιάφορη, σχεδόν ειρωνική απέναντι στις ανθρώπινες φιλοδοξίες. Αυτή η σιωπηλή παρουσία της φύσης εντείνει την τραγικότητα του έργου, υπενθυμίζοντας την ασημαντότητα των ατομικών δράσεων μπροστά στον χρόνο.
Ο αφηγητής
Ο ανώνυμος αφηγητής, παρά τη φαινομενική του μετριοπάθεια, δεν αποτελεί ηθικό αντίβαρο στον Μουσταφά. Η επιλογή του να παραμείνει, να σιωπήσει, να επιβιώσει, παρουσιάζεται εξίσου προβληματική. Το εμβληματικό τέλος του μυθιστορήματος, με τον αφηγητή παγιδευμένο ανάμεσα στις όχθες, λειτουργεί ως αλληγορία της μετα-αποικιακής συνθήκης: ο ενδιάμεσος χώρος δεν είναι τόπος σύνθεσης, αλλά τόπος κρίσης. Σε αντίθεση με μεταγενέστερες θεωρητικές προσεγγίσεις που θα δουν στην υβριδικότητα μια δημιουργική δυνατότητα, ο Σάλιχ προτείνει μια πιο σκοτεινή, απαισιόδοξη οπτική.
Και ίσως ακριβώς γι’ αυτό, επειδή αρνείται να καθησυχάσει, εξακολουθεί να διαβάζεται ως ένα από τα πιο διεισδυτικά μυθιστορήματα του 20ού αιώνα.
Η εποχή της μετανάστευσης στον Βορρά παραμένει, σχεδόν έξι δεκαετίες μετά, ένα ανήσυχο και ανυπάκουο βιβλίο. Δεν προσφέρει λύσεις, ούτε πολιτικά συνθήματα. Επιμένει, αντίθετα, να αναδεικνύει τη βία, την επιθυμία και τη σιωπή ως αξεδιάλυτα στοιχεία της ανθρώπινης εμπειρίας σε έναν κόσμο μετά την αποικιοκρατία. Και ίσως ακριβώς γι’ αυτό, επειδή αρνείται να καθησυχάσει, εξακολουθεί να διαβάζεται ως ένα από τα πιο διεισδυτικά μυθιστορήματα του 20ού αιώνα. Η ελληνική μετάφρασή του έπεσε σε πολύ καλά χέρια. Η απόδοση της Βίκυς Μπούτρη από το πρωτότυπο βοηθάει πάρα πολύ για να μην χαθεί η πνοή του κειμένου.
* Ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Τάγεμπ Σάλιχ θεωρείται ένας από τους πιο σημαντικούς Άραβες συγγραφείς του 20ού αιώνα. Γεννήθηκε στο χωριό Καρμακόλ του βόρειου Σουδάν το 1929. Σπούδασε στη Σχολή Επιστημών του Πανεπιστημίου του Χαρτούμ και αργότερα στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου.
![]() |
|
Εικόνα: Britannica |
Μετά τις σπουδές του στη γεωπονία, στράφηκε στη δημοσιογραφία και τη λογοτεχνία, εργαζόμενος στο BBC Αραβικών Προγραμμάτων και ως γενικός διευθυντής στο Υπουργείο Πληροφοριών του Κατάρ. Χρίστηκε αντιπρόσωπος της Unesco για τα αραβικά κράτη του Κόλπου.
Βραβεύτηκε με πολλά λογοτεχνικά βραβεία, ενώ κατόπιν δημιουργήθηκαν βραβεία προς τιμήν του, όπως το al-Tayeb Salih Award for Creative Writing και το Βραβείο Νεανικού Διηγήματος Τάγεμπ Σάλιχ. Πέθανε στο Λονδίνο το 2009.

























