to kokkino kai to mavro

Για το μυθιστόρημα του Σταντάλ (Stendhal) «Το κόκκινο και το μαύρο», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αντίποδες (μτφρ. Σωτήρης Παρασχάς, Κώστας Σπαθαράκης). Εικόνα: Από την ομότιτλη ταινία του 1954.

Γράφει ο Αντώνης Γουλιανός 

O Σταντάλ αποτελεί μια ειδική περίπτωση των γαλλικών γραμμάτων και της παγκόσμιας λογοτεχνίας γενικότερα. Και αυτό για δύο κυρίως λόγους. Πρώτον, γιατί ο ίδιος προέβλεψε ότι τα γραπτά του θα κατανοηθούν καλύτερα και θα αγκαλιαστούν μαζικότερα στο μέλλον (αναφέρει μάλιστα ως ιδανικές μελλοντικές ημερομηνίες, μεταξύ άλλων, τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα) και δεύτερον, επειδή αυτή τη χρονική του ευκαμψία κατάφερε να την αποτυπώσει επιτυχώς στα γραπτά του.

«Το κόκκινο και το μαύρο»: Πιο επίκαιρο από όσο θα περίμενε κανείς

Από το Περί έρωτος, δοκιμιακά «αποσπάσματα ερωτικού λόγου» που θα μπορούσαν να σταθούν ως κείμενο στον γαλλικό δομισμό, τα ταξιδιωτικά γραπτά του, έως τα μυθιστορήματά του, όλα τα γραπτά του Σταντάλ αποτελούν θραύσματα πολλαπλότητας του χρόνου, γι’ αυτό και Το κόκκινο και το μαύρο αποτελεί ένα βιβλίο αρκετά πιο επίκαιρο από όσο θα περίμενε κανείς.

antipodes standal to kokkino kai to mavro

Το ύφος του Σταντάλ είναι πολυτροπικό. Δεν είναι ούτε αμιγώς ρομαντικό ούτε αμιγώς ρεαλιστικό. Βρίσκεται ακριβώς στο μεταίχμιο μεταξύ των δύο, και αυτό είναι ένα από τα χαρακτηριστικά που τον καθιστούν σύγχρονο, συνέπεια της συνειδητής εν μέρει απόφασής του να μην εγκλωβίσει τον εαυτό του σε ρεύματα και σχολές της εποχής. Διαφέρει ωστόσο από τον Φλωμπέρ, επί παραδείγματι, που επίσης αποστασιοποιήθηκε από το ύφος της εποχής του, εγκαινιάζοντας το σύγχρονο μυθιστόρημα, γιατί τα βιβλία του δεν μπορούν να καταταγούν πρακτικά σε ένα συγκεκριμένο είδος.

Φαντάζει παράξενο για ένα βιβλίο που εμπνέεται από τον φιλοναπολεοντινισμό του Σταντάλ, να καταλήγει τελικά ένα διαχρονικό αντικομφορμιστικό μανιφέστο, αγγίζοντας θέματα όπως η αισθητική, οι κοινωνικές σχέσεις και η πολιτική. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο, αποτελεί και μια αφήγηση που ταιριάζει αρκετά, παραδόξως, στη μετανεωτερική εποχή. Η ατομική φιλοδοξία ενός Ζυλιέν θα ηττηθεί αναπόφευκτα από τις ισχυρότερες δυνάμεις που ποτέ δεν ατονούν. Και παρότι ο Σταντάλ, εκ πρώτης όψεως τουλάχιστον, μπορεί να μην φαντάζει τόσο «σύγχρονος» όσο ο Φλωμπέρ ή ορισμένα από τα γραπτά του πολυγραφότατου Μπαλζάκ, καταφέρνει να αγγίξει προβληματισμούς και ψυχολογικές καταστάσεις που αφορούν τα υποκείμενα του 20ού και του 21ου αιώνα.

politeia deite to vivlio 250X102

Ο αμοραλιστής Ζυλιέν 

O αμοραλισμός και η κυνικότητα του Ζυλιέν, τουλάχιστον στο πρώτο μέρος του βιβλίου, αγγίζουν ένα επίπεδο σχεδόν νιτσεϊκό. Ο Ζυλιέν δεν προσχωρεί στην ιεροσύνη από πίστη ή ατόφια ηθική ροπή, αλλά από καθαρό ωφελιμισμό, ενδυόμενος τη στολή που πιστεύει πως θα τον βοηθήσει να ανελιχθεί κοινωνικά στη μεταναπολεόντια εποχή. Το μαύρο του τίτλου εδώ, που έχει ερμηνευθεί με πολλούς τρόπους, συμβολίζει ίσως την εξουσία που περιμένει να αποκτήσει ο Ζυλιέν μέσω μιας αργής αλλά σταθερής ανέλιξης μέσα στην εκκλησία, και το κόκκινο δεν είναι παρά το πάθος του, το οποίο τελικά ξεφεύγει από τον έλεγχό του: παρά τους αρχικούς υπολογισμούς του και τα πλάνα του να παραμείνει ένας αμέτοχος συναισθηματικά διαφθορέας κυρίων υψηλής κοινωνίας, ο Ζυλιέν ερωτεύεται με πάθος την κυρία ντε Ρενάλ και αργότερα σαγηνεύεται από τη Ματίλντ.

Ο Ζυλιέν είναι, τρόπον τινά, ένας τραγικός Δον Κιχώτης, που καταλήγει να πιστέψει το ίδιο του το παραμύθι και παρασύρεται, αντί σε απομιμήσεις μαχών, σε έναν ναπολεόντειο έρωτα, αφού κάθε φορά αποδεικνύεται κατώτερος των περιστάσεων όχι επειδή του λείπει η τόλμη, το ταλέντο ή οι γνώσεις για να καταφέρει τελικά αυτό που επιθυμεί, αλλά γιατί σαγηνεύεται εγωτιστικά και παγιδεύει τον ίδιο του τον εαυτό. Ο ιδεαλισμός του γίνεται και ο πέλεκυς που θα του κόψει, κυριολεκτικά και μεταφορικά, το κεφάλι.

Παράλληλα, μέσω, πρωτίστως, του Ζυλιέν, ο Σταντάλ τολμά μια ισχυρή κριτική στη γαλλική κοινωνία, ορισμένες φορές με τρόπο πολύ πιο έμμεσο, και ας μου επιτραπεί, έντεχνο, από ό,τι κάνει ο ωμότερος και κάποιες φορές προχειρογράφος Μπαλζάκ. Δεν είναι λοιπόν ο ήρωας του συγγραφέα ένας μπαλζακικός Ραστινιάκ, αφού η παρισινή κοινωνία τον κατασπαράζει με τρόπους που δεν μπορεί να προβλέψει, παρόλο που φαινομενικά του χαρίζεται.

Εδώ ακριβώς εντοπίζεται και η βασική απόκλιση των δύο συγγραφέων, αφού ο Φλωμπέρ αποδομεί τη μυθιστορηματική τραγικότητα εκ των έσω, ενώ ο Σταντάλ επιμένει ακόμη στη δύναμη της αφήγησης ως τραγικού μηχανισμού.

Την κριτική του βεβαίως, παράλληλα, την κάνει ο Σταντάλ με πολύ πιο στιβαρό, ίσως και υπερβολικό σε ορισμένα σημεία, τρόπο, σε σχέση με τον Φλωμπέρ στην Αισθηματική αγωγή, χωρίς σε αυτή την περίπτωση να αποβαίνει απαραίτητα θετικό στο σύνολο του βιβλίου. Κατά έναν τρόπο και σε σύγκριση μεταξύ του φλωμπερικού Φρεντερίκ και του στανταλικού Ζυλιέν, ο Ζυλιέν είναι πιο «μυθιστορηματικά» πλασμένος και γι’ αυτό λιγότερο πιστευτός, κυριευμένος από πάθη που καταλήγουν ολέθρια και τον οδηγούν στον θάνατο, την ίδια στιγμή που ο φλωμπερικός Φρεντερίκ καταλήγει ρεαλιστικότερα απλώς στη μετριότητα.

Εδώ ακριβώς εντοπίζεται και η βασική απόκλιση των δύο συγγραφέων, αφού ο Φλωμπέρ αποδομεί τη μυθιστορηματική τραγικότητα εκ των έσω, ενώ ο Σταντάλ επιμένει ακόμη στη δύναμη της αφήγησης ως τραγικού μηχανισμού. Υπό αυτή την άποψη, ευλόγως ο Φλωμπέρ δεν είχε ενθουσιαστεί ιδιαιτέρως με το μυθιστόρημα του Σταντάλ, αφού, παρά την κριτική στάση του Μπελ, δεν υπάρχει στις σελίδες του η ίδια ειρωνεία με την οποία χειρίζεται το θέμα της φιλοδοξίας ο Φλωμπέρ ή ακόμα και ο Μωπασάν με τον σοπενχαουρικό Φιλαράκο του. Αυτή η τραγικότητα, στην οποία εμμένει ο Σταντάλ, παρότι στέκεται υφολογικά αποστασιοποιημένος, είναι που εκτοπίζει εντέλει το μυθιστόρημα στις συνειδήσεις άλλων μεγάλων Γάλλων συγγραφέων, όπως ο Ζολά.

Οι χρονικές μετατοπίσεις του βιβλίου, άλλωστε, το καθιστούν υφολογικά ανένταχτο. Στις τελευταίες σκηνές, για παράδειγμα, η κυρία ντε Ρενάλ με το κομμένο κεφάλι του Ζυλιέν στην αγκαλιά της, αποτελεί σχεδόν μια φιγούρα του γοτθικού ρομαντισμού -τόσο απομονωμένος και αυτόνομος καταλήγει ο Σταντάλ από την εποχή του-, συνδυάζοντας πολλά και διαφορετικά στοιχεία σε μια αφηγηματική ποικιλία, με τρόπο που δεν επαναλήφθηκε σε κανένα άλλο συγκαιρινό ή της αμέσως επόμενης περιόδου βιβλίο.

Αξιοσημείωτα είναι επίσης, κατά τη γνώμη μου, ορισμένα στοιχεία που ενσωματώνει ο Σταντάλ στην αφήγηση και επαναλαμβάνονται με τρόπο που καταλήγουν μοτίβα. Ο Ζυλιέν είναι αναγνώστης και συχνά, εντός της αφήγησης, ακόμα και όταν δεν αντανακλώνται στις σκέψεις του ήρωα, εντοπίζονται ενδιαφέρουσες αφηγηματικές παρατηρήσεις για το πώς θα εξελισσόταν το βιβλίο αν ήταν «ρομαντικό μυθιστόρημα»: «Ο νεαρός παιδαγωγός κι η νεαρή του κυρία θα είχαν βρει αυτό που ήθελαν σε τρία-τέσσερα ρομάντσα, ακόμα και στα σχικάκια του “Ζιμνάζ” και θα είχαν αποσαφηνίσει τη θέση τους. Τα μυθιστορήματα θα τους είχαν καθορίσει το ρόλο που θα έπρεπε να παίξουν, θα τους είχαν δείξει το πρότυπο που θα έπρεπε να μιμηθούν, κι η ματαιοδοξία θα είχε υποχρεώσει τον Ζιλιέν, αργά ή γρήγορα, έστω και χωρίς κανένα κέφι, να ακολουθήσει αυτό ακριβώς το πρότυπο» (σελ. 61 στις εκδόσεις Εξάντας και αντίστοιχα, στην έκδοση Αντιπόδων, σελ. 62: «Στο Παρίσι, η θέση του Ζυλιέν απένατι στην κυρία ντε Ρενάλ θα είχε απλουστευτεί πολύ γρήγορα. Αλλά στο Παρίσι ο έρωτας είναι τέκνο των μυθιστορημάτων. Τρία ή τέσσερα μυθιστορήματα, ακόμα και τα τραγουδάκια του Ζυμνάζ, θα ήταν αρκετά για να εξηγήσουν τη θέση τους στον νεαρό παιδαγωγό και τη συνεσταλμένη κυρία του. Τα μυθιστορήματα θα τους είχαν προδιαγράψει το ρόλο που θα έπρεπε να παίξουν, θα τους είχαν δείξει το πρότυπο που έπρεπε να μιμηθούν. Και ο Ζυλιέν, αργά ή γρήγορα, θα είχε αναγκαστεί από ματαιοδοξία να ακολουθήσει αυτό το πρότυπο, έστω και χωρίς καμιά απόλαυση και ίσως με δισταγμό»).

Παρόμοιες παρατηρήσεις του αφηγητή υπάρχουν πολλαχώς στο βιβλίο. Με αυτές τις παρεμβάσεις ο Σταντάλ προσδίδει όχι απλώς ειρωνεία, αλλά τις εντάσσει με πλήρη συνείδηση του μυθιστορήματος ως κατασκευής. Καταλήγει έτσι να ενσωματώνει ακόμα και πρώιμα μεταμοντέρνα στοιχεία.

Έμφαση στους έμφυλους ρόλους

Το δεύτερο επαναλαμβανόμενο μοτίβο στο οποίο αξίζει, κατά τη γνώμη μου, να σταθούμε, είναι η έμφαση στους έμφυλους ρόλους της εποχής και οι τρόποι που ο Ζυλιέν διαφέρει από τους υπόλοιπους άνδρες του μυθιστορήματος. Η ευαισθησία και το «ανδρόγυνο» παρουσιαστικό του Ζυλιέν τονίζονται σε αρκετά σημεία. Πέρα από την εντύπωση που αφήνει στην κυρία ντε Ρενάλ την πρώτη φορά που συναντιούνται στο κατώφλι, όταν της φαίνεται συνεσταλμένος «σαν νεαρή κοπέλα» (σελ. 49, έκδοση Αντιπόδων) και αργότερα, σε πολλούς συλλογισμούς της που αφορούν τον Ζυλιέν (π.χ. σελ. 60 στην έκδοση Εξάντα), η κυρία ντε Ρενάλ «φαντάστηκε πως όλοι οι άνδρες ήταν σαν τον σύζυγό της, τον κύριο Βαλενό ή τον έπαρχο Σαρκό ντε Μοριζόν. Η χοντροκοπιά, η πιο βάναυση αδιαφορία για ό,τι δεν είχε σχέση με το χρήμα, το προβάδισμα και την πρωτοκαθεδρία, τα παράσημα και λιλιά τους, το τυφλό μίσος για κάθε στοχασμό που τα αμφισβητούσε, της φάνηκαν πράγματα φυσικά, για το ανδρικό φύλο, όπως περίπου να φορούν μπότες και καπέλο από καστόρι» [διαλέγω εδώ το απόσπασμα των εκδόσεων Εξάντα και τη μετάφραση του Γιώργου Σπανού, γιατί στην έκδοση των Αντιπόδων η τελευταία φράση, δηλαδή «όπως το να φοράει κανείς μπότες και καστόρινο καπέλο», αφαιρεί κάπως την έμφυλη διάσταση της παρατήρησης που αποτυπώνεται πιο εύστοχα στο «να φορούν» (οι άνδρες δηλαδή) του Σπανού]. 

exantas standal to kokkino kai to mavro

Η ευγένεια, λοιπόν, της όψης του Ζυλιέν, η ευαισθησία του, οι γνώσεις του και γενικώς οι «θηλυκές» του ιδιότητες, είναι αυτές που ελκύουν την κυρία ντε Ρενάλ και αργότερα τη Ματίλντ. O Zυλιέν ξανά και ξανά εντός της αφήγησης συγκρίνεται και θριαμβεύει, τουλάχιστον στο κομμάτι της ενσυναισθηματικής αίγλης και του ηθικού προτερήματος, ενάντια στους άνδρες της εποχής του που πλαισιώνουν το βιβλίο, από τον άξεστο επαρχιώτη ντε Ρενάλ, μέχρι τους διεφθαρμένους κυρίους της παρισινής κοινωνίας. Με αυτόν τον τρόπο, αλλά και τη διασταύρωση του έμφυλου και του ταξικού σχολιασμού, ο Σταντάλ καταφέρνει να γίνεται απρόσμενα σύγχρονος.

politeia deite to vivlio 250X102

Ο Ζυλιέν ήδη από τις πρώτες σελίδες, όπου αποτυπώνεται η συγκρουσιακή και τραυματική σχέση που έχει με τους υπόλοιπους άνδρες της οικογένειάς του, δηλαδή τον πατέρα και τα αδέρφια του, αψηφά τον κυρίαρχο ανδρικό ρόλο της εποχής του που θα ταίριαζε σε έναν άνδρα της τάξης του. Αυτό είναι άλλωστε που οδηγεί τον πατέρα του στο να του φέρεται άσχημα: η έλλειψη του «ανδρισμού» του. Υπό αυτή την ανάγνωση, ο Ζυλιέν στρέφεται επαναστατικά κατά των κυρίαρχων έμφυλων ρόλων και αυτό είναι αναμφίβολα μια προοικονομία της μετανεωτερικότητας, με τον τρόπο που είχε ελπίσει ο Σταντάλ.

Μεταφραστικά, ήταν αναμφίβολα αναγκαία μια μοντερνοποίηση ορισμένων παλιακών εκφράσεων που υπάρχουν στις παλαιότερες εκδόσεις, ωστόσο κατά τη γνώμη μου, μια πλήρης και ουσιαστική φιλολογική αποτίμηση χρειάζεται να γίνει ενδελεχώς, εξετάζοντας παραλλήλως και τις χρησιμοποιούμενες πηγές της εκάστοτε μετάφρασης. Επί παραδείγματι, η αποπλαισίωση από τα εισαγωγικά ορισμένων σκέψεων του Ζυλιέν ή άλλων χαρακτήρων στη μετάφραση των Αντιπόδων, παρότι ίσως ακολουθεί τις γαλλικές εκδόσεις του 1973, 2013 κ.ά που αναφέρονται, καταλήγουν πρακτικά να μπερδεύουν λιγάκι τον αναγνώστη, αφού δεν πρόκειται, λογοτεχνικώς, για εσωτερικούς μονολόγους. Παρόλα αυτά, η προσπάθεια είναι αξιόλογη και σε μετέπειτα εκδόσεις, ίσως να διορθωθούν και ορισμένα τυπογραφικά ολισθήματα.

* Ο ΑΝΤΩΝΗΣ ΓΟΥΛΙΑΝΟΣ είναι συγγραφέας και αρθρογράφος.


Λίγα λόγια για τον συγγραφέα

Ο Ανρί Μπελ γεννήθηκε στην Γκρενόμπλ το 1783. Πήγε στο Παρίσι το 1799 για να σπουδάσει αλλά κατέληξε να εργάζεται στο υπουργείο Πολέμου. Το 1800 ταξίδεψε στο Μιλάνο και μαγεύτηκε από την Ιταλία, στην οποία επέστρεψε τα τελευταία δέκα χρόνια της ζωής του ως πρόξενος στην Τσιβιταβέκια.

stendhal

Έγραψε ταξιδιωτικά κείμενα και δοκίμια, τη δεκαετία του 1820 άρχισε να δημοσιεύει διηγήματα και μέχρι το θάνατό του δημοσίευσε τρία μυθιστορήματα: την Αρμάνς (1827), Το κόκκινο και το μαύρο (1830) και Το μοναστήρι της Πάρμας (1839). Πέθανε σε ηλικία 59 ετών  από αποπληξία στο Παρίσι το 1842. 

Ακολουθήστε την bookpress.gr στο Google News και διαβάστε πρώτοι τα θέματα που σας ενδιαφέρουν.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

«Κακιά» της Μίριαμ Γκούρμπα (κριτική) – Η ωμότητα ως ασπίδα προστασίας και μέσο διεκδίκησης

«Κακιά» της Μίριαμ Γκούρμπα (κριτική) – Η ωμότητα ως ασπίδα προστασίας και μέσο διεκδίκησης

Για το μυθιστόρημα της Μίριαμ Γκούρμπα (Myriam Gurba) «Κακιά» (μτφρ. Ζωή Κόκκα, εκδ. Yusra). Κεντρική εικόνα: "Homegirls, 2008", της ©Amanda Lopez από την έκθεση "Bajitas y Suavecitas" στο Πανεπιστήμιο CSUN.

Γράφει η Φανή Χατζή

...
«Η ζωή μπροστά» του Εμίλ Αζάρ/Ρομαίν Γκαρύ (κριτική) – Η αγάπη ανθίζει και μέσα στον βούρκο

«Η ζωή μπροστά» του Εμίλ Αζάρ/Ρομαίν Γκαρύ (κριτική) – Η αγάπη ανθίζει και μέσα στον βούρκο

Για το μυθιστόρημα του Εμίλ Αζάρ/Ρομαίν Γκαρύ (Emil Azar/Romain Gary) «Η ζωή μπροστά» (μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης, εκδ. Δώμα). Εικόνα: Από την κινηματογραφική διασκευή του Μοσέ Μιζραχί. 

Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος

Σ...

«Τα τρομερά παιδιά» του Ζαν Κοκτώ (κριτική) – Από την εφηβεία στην ενηλικίωση, ευφάνταστα και τραγικά

«Τα τρομερά παιδιά» του Ζαν Κοκτώ (κριτική) – Από την εφηβεία στην ενηλικίωση, ευφάνταστα και τραγικά

Για το μυθιστόρημα του Ζαν Κοκτώ (Jean Cocteau) «Τα τρομερά παιδιά» (μτφρ. Λίζυ Τσιριμώκου, εκδ. Άγρα). © εικόνας: Ίδρυμα Τζέιν Μπράουν / Εθνική Πινακοθήκη Πορτρέτων του Λονδίνου

Γράφει η Διώνη Δημητριάδου

...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

22η ΔΕΒΘ: Μέρα 3η –  Τα «χρόνια τρέχουν χύμα» και η Έκθεση κορυφώνεται

22η ΔΕΒΘ: Μέρα 3η –  Τα «χρόνια τρέχουν χύμα» και η Έκθεση κορυφώνεται

Το Σάββατο είναι παραδοσιακά η μέρα που η ΔΕΒΘ κορυφώνεται και η χθεσινή μέρα δεν αποτέλεσε εξαίρεση. Τα περίπτερα και οι εκδηλώσεις πλημμύρισαν κόσμο ενώ σε ορισμένες βιβλιοπαρουσιάσεις ήταν αδύνατον ακόμη και να πλησιάσεις. Μια μεγάλη γιορτή βιβλίων, συγγραφέων και ανταλλαγής ιδεών. Στην κεντρική εικόνα, κοσμοσυρρ...

22η ΔΕΒΘ: Μέρα 2η – «Τι σημαίνει να είσαι συγγραφέας σήμερα», η «Εύα» πάει Κάννες, Κοτζιάς και Φραγκιάς, πάντα επίκαιροι

22η ΔΕΒΘ: Μέρα 2η – «Τι σημαίνει να είσαι συγγραφέας σήμερα», η «Εύα» πάει Κάννες, Κοτζιάς και Φραγκιάς, πάντα επίκαιροι

Η 2η μέρα της 22ης Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου Θεσσαλονίκης ήταν πλούσια σε εκδηλώσεις και συναντήσεις, ενώ τα στοιχεία του ΟΣΔΕΛ για τη βιβλιοπαραγωγή έδωσαν τροφή για πολλές συζητήσεις. 

Γράφει η Φανή Χατζή 

Η δεύτ...

Τα δεδομένα της Ελληνικής Βιβλιοπαραγωγής του 2025 από το BookPoint – Πάνω από 11.000 τίτλοι, άνοδος για το παιδικό βιβλίο

Τα δεδομένα της Ελληνικής Βιβλιοπαραγωγής του 2025 από το BookPoint – Πάνω από 11.000 τίτλοι, άνοδος για το παιδικό βιβλίο

Ανακοινώθηκαν από τον ΟΣΔΕΛ τα δεδομένα της Ελληνικής Βιβλιοπαραγωγής του 2025 από το BookPoint. Ο συνολικός αριθμός των νέων τίτλων ξεπέρασε για ακόμα μια χρονιά τους 11.000, με άνοδο στο παιδικό βιβλίο. Στην κεντρική εικόνα, η Μιρέλλα Μπατζιανιά παρουσιάζει τα στοιχεία, χθες, στη ΔΕΒΘ.

Επιμέλεια: ...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

«Γεια σου καμάρι μου» του Κυριάκου Κεντρωτή (προδημοσίευση)

«Γεια σου καμάρι μου» του Κυριάκου Κεντρωτή (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος ενός κεφαλαίου, από το μυθιστόρημα του Κυριάκου Κεντρωτή «Γεια σου καμάρι μου», το οποίο θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Νίκας.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

«Ο δρόμος χωρίς λεύκες»

...
«Έρημη χώρα» του Ρόμπερτ Ντ. Κάπλαν (προδημοσίευση)

«Έρημη χώρα» του Ρόμπερτ Ντ. Κάπλαν (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο του Ρόμπερτ Ντ. Κάπλαν [Robert D. Kaplan] «Έρημη χώρα» (μτφρ. Σπύρος Κατσούλας), το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 6 Μαΐου από τις εκδόσεις Διόπτρα.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Άσφαλώς, στον 21ο αιώνα...

«Γράμματα του Ομάρ στη μελλοντική του σύζυγο» της Ρενέ Καραμπάς (προδημοσίευση)

«Γράμματα του Ομάρ στη μελλοντική του σύζυγο» της Ρενέ Καραμπάς (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο της Ρενέ Καραμπάς [Rene Karabash] «Γράμματα του Ομάρ στη μελλοντική του σύζυγο» (μτφρ. Σπύρος Ν. Παππάς), το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 7 Μαΐου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Τα καλύτερα ελληνικά λογοτεχνικά έργα των τελευταίων 50 χρόνων (1975-2025) – Όλα τα βιβλία, όλοι οι συγγραφείς

Τα καλύτερα ελληνικά λογοτεχνικά έργα των τελευταίων 50 χρόνων (1975-2025) – Όλα τα βιβλία, όλοι οι συγγραφείς

Όλα τα βιβλία και όλοι οι συγγραφείς της έρευνας για τα καλύτερα ελληνικά λογοτεχνικά έργα των τελευταίων 50 χρόνων (1975-2025). 463 βιβλία, 241 συγγραφείς, με τις ψήφους που συγκέντρωσε κάθε βιβλίο και κάθε συγγραφέας ξεχωριστά. 

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός, Κ.Β. Κατσουλάρης

...
55 λογοτέχνες, κριτικοί, πανεπιστημιακοί, βιβλιοπώλες επιλέγουν: Τα καλύτερα ελληνικά λογοτεχνικά έργα των τελευταίων 50 χρόνων (1975-2025)

55 λογοτέχνες, κριτικοί, πανεπιστημιακοί, βιβλιοπώλες επιλέγουν: Τα καλύτερα ελληνικά λογοτεχνικά έργα των τελευταίων 50 χρόνων (1975-2025)

Τα αποτελέσματα της έρευνας του bookpress.gr και του βιβλιοπωλείου Πολιτεία για τα «Καλύτερα ελληνικά λογοτεχνικά έργα των τελευταίων 50 χρόνων (1975-2025)». Με τη συμμετοχή 55 ειδικευμένων αναγνωστών από τον χώρο του βιβλίου.

Συντονισμός - επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός, Κ.Β. Κατσουλάρης

...
Τι διαβάζουμε τώρα; 12 βιβλία ιστορίας και γεωπολιτικής

Τι διαβάζουμε τώρα; 12 βιβλία ιστορίας και γεωπολιτικής

Τι ενώνει και τι χωρίζει τον κόσμο μας σήμερα; Από την Ελληνική Επανάσταση, την Κατοχή και τον  Εμφύλιο, στο παγκόσμιο σκηνικό την εποχή της προεδρίας του Τραμπ και στις νέες δ...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΦΑΚΕΛΟΙ