
Για το μυθιστόρημα της Αν Μπροντέ (Anne Brontë) «Η ένοικος του Γουάιλντφελ Χολ» (μτφρ. Σοφία Αυγερινού, εκδ. Loggia). Εικόνα: Η Τσάρλι Μέρφι ως Αν Μπροντέ στη σειρά «To Walk Invisible» του BBC.
Γράφει η Αγγελική Σπηλιοπούλου
Η Αν Μπροντέ, η νεαρότερη εκ των τριών αδερφών Μπροντέ, τα πρώτα χρόνια της ενήλικης ζωής της εργάστηκε ως γκουβερνάντα. Στην πορεία, όμως, ακολούθησε τα βήματα των αδερφών της, Έμιλι και Σάρλοτ, γράφοντας δυο μυθιστορήματα. Στο πρώτο, Άγκνες Γκρέi (1847), μεταφέρει την εμπειρία της από την εργασία της ως γκουβερνάντας, ενώ στο δεύτερο και τελευταίο της, Η ένοικος του Γουάιλντφελ Χολ (1848), αρθρώνει τις φεμινιστικές της απόψεις, ριζοσπαστικές για τη συντηρητική βικτωριανή κοινωνία. Πρώτη φορά, όμως, εμφανίστηκε στη λογοτεχνία το 1946, με την έκδοση μιας ποιητικής συλλογής έργων και των τριών αδερφών Μπροντέ. Η Αν συμμετείχε με είκοσι ένα ποιήματα. Οι αδερφές Μπροντέ υπογράφουν με τα ψευδώνυμα Κάρρερ (Σάρλοτ), Έλλις (Έμιλι) και Άκτον (Αν) Μπελ.
Όπως δήλωσε η Σάρλοτ, οι τρεις τους επέλεξαν τη χρήση ψευδώνυμων ώστε να προφυλάξουν την ιδιωτικότητά τους και να μην κριθεί το έργο τους βάσει του φύλου τους. Και στα δύο μυθιστορήματά της, η Αν Μπροντέ θα συνεχίσει να υπογράφει ως Άκτον Μπελ. Το έργο της Η ένοικος του Γουάιλντφελ Χολ χαρακτηρίστηκε σκανδαλώδες, καθώς θεωρήθηκε πως αντιβαίνει στις ηθικές αξίες της εποχής, παρουσιάζοντας μια πρωταγωνίστρια αντιδραστική προς τους ρόλους που επέβαλε η αστική τάξη και η πατριαρχική εξουσία. Ο πρώιμος φεμινιστικός λόγος της θα εντάξει το μυθιστόρημα στα πρωτο-φεμινιστικά λογοτεχνικά έργα που πραγματεύονται τους έμφυλους ρόλους και τις σχέσεις στη βικτωριανή Αγγλία.
Το έργο, έχοντας λάβει αρνητικές κριτικές για το οξύ ύφος του και τις τολμηρές θέσεις που εκφράζει, καθώς ελήφθησαν ως υπερβολικές και άβολες οι περιγραφές του αλκοολισμού και της μοιχείας, παρέμεινε στην αφάνεια μέχρι την ενασχόληση των ερευνητών με τη φεμινιστική διάστασή του. Η έκδοση του στα ελληνικά, σε μετάφραση της Σοφίας Αυγερινού από τις εκδόσεις Loggia, δίνει τη δυνατότητα στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό να έρθει σε επαφή με το κύκνειο άσμα της συγγραφέα και να εκτιμήσει την προοδευτική, για την τότε εποχή, οπτική της. Ιδιαίτερης μνείας χρήζει το αναλυτικό επίμετρο της μεταφράστριας.
Η ένοικος του Γουάιλντφελ Χολ, μιας ερειπωμένης και υπό κατάρρευση έπαυλης της Ελισαβετιανής εποχής, είναι η Χέλεν Γκρέιαμ. Σύμφωνα με τις εικασίες των περιοίκων, η μυστηριώδης νέα κάτοικος είναι μια νεαρή χήρα που λόγω πένθους επέλεξε να εγκατασταθεί μαζί με το γιο της στην εγκαταλειμμένη αυτή έπαυλη. Σταδιακά αποκαλύπτεται στον αναγνώστη η πραγματική ταυτότητα της Χέλεν.
Ποια είναι η Χέλεν Γκρέιαμ;
Όταν έμεινε ορφανή από μητέρα, την ανατροφή της ανέλαβε η θεία της με τον σύζυγό της. Η Χέλεν μεγάλωσε σε ένα αυστηρών αρχών περιβάλλον, όπου καλλιεργήθηκαν οι ισχυρές θρησκευτικές πεποιθήσεις της. Σαν έφτασε η στιγμή να επιλέξει σύζυγο, προς έκπληξη της θείας της, απέρριψε τις πρότερες παραμέτρους και αρετές που διατεινόταν πως θα λάμβανε υπόψιν και αποφάσισε βάσει συναισθήματος.
Η ακραία και σκληρή αυτή άποψη αποτυπώνει περίτρανα τον θυμό και την αγανάκτηση της συγγραφέα για τη γυναικεία καταπίεση.
Ερωτεύεται και εμπιστεύεται έναν άντρα, ενώ ήδη γνωρίζει την αστάθεια του χαρακτήρα του. Η πίστη της στην αποδοχή ως έμπρακτη απόδειξη αγάπης και στη δυνατότητα αναδιαμόρφωσης του χαρακτήρα θολώνουν την ευθυκρισία της. Ο σύζυγός της, Άρθουρ Χάντινγκτον, αποδεικνύεται επιρρεπής στην απιστία, στον τζόγο, στην υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ. Η πλειοψηφία των συναναστροφών του είναι άτομα του ιδίου φυράματος. Η αποκλίνουσα από τα χρηστά ήθη συμπεριφορά τους είναι και άμεσα προσβλητική προς την ίδια τη Χέλεν. Παρόλο που είναι διατεθειμένη να ανεχθεί την ηθική και ψυχική κακοποίηση που υφίσταται, προβληματίζεται και αγωνιά για την επίδραση που θα έχει στην ανατροφή του γιου της η έκθεσή του σε αυτό το ηθικά σαπρό περιβάλλον. Η άρνηση του συζύγου της να πάρουν διαζύγιο θα την ωθήσει να φύγει κρυφά με τον γιο τους, προκειμένου να εξασφαλίσει υγιείς συνθήκες για την ανατροφή του, κρατώντας τον μακριά από τον έκλυτο βίο του πατέρα του. Η Χέλεν, κοιτώντας το μωρό της, σκέφτεται πως προτιμά να πεθάνει παρά να γίνει όπως ο πατέρας του. Η ακραία και σκληρή αυτή άποψη αποτυπώνει περίτρανα τον θυμό και την αγανάκτηση της συγγραφέα για τη γυναικεία καταπίεση.
Σημαντικό στοιχείο, το οποίο οφείλουμε να λάβουμε υπόψιν, είναι το νομικό πλαίσιο που ρύθμιζε τη λύση του γάμου την περίοδο της συγγραφής του έργου. Μέχρι το 1857, που έχουμε την ψήφιση του νόμου περί διαζυγίου, η λύση του γάμου εξεταζόταν από το κοινοβούλιο και την Εκκλησία. Το οικονομικό κόστος ήταν απαγορευτικό για τις γυναίκες, καθώς δεν είχαν δικαίωμα ιδιοκτησίας. Η περιουσία τους, όπως και οι ίδιες, ήταν κτήμα του συζύγου.
Επιστολική και ημερολογιακή γραφή
Το μυθιστόρημα ειδολογικά συνδυάζει την επιστολική μορφή με τις ημερολογιακές καταγραφές. Αποστολέας των επιστολών είναι ο Γκίλμπερτ Μάρκαμ, με αποδέκτη τον Τζ. Χάλφορντ, σύζυγο της αδερφής του. Ο Γκίλμπερτ εξιστορεί τη γνωριμία του με την ένοικο του Γουάιλντφελ Χολ και την πορεία της σχέσης τους. Κορμός του μυθιστορήματος, όμως, είναι το ημερολόγιο της Χέλεν, με τις καταγραφές των γεγονότων της προσωπικής της ζωής, τις σκέψεις και τα συναισθήματά της, όπου χαρτογραφείται ο καταπιεστικός κόσμος της. Όπως αναφέρει και η μεταφράστρια στο επίμετρό της, ενώ το επιστολικό μυθιστόρημα ήταν χαρακτηριστικό του ρομαντισμού, η παράθεση του ημερολογίου ήταν πρωτοφανής στη βικτωριανή λογοτεχνία. Η πρόζα της Αν Μπροντέ, με την ειλικρινή και ωμή περιγραφή της ηθικής κατάπτωσης και με την κριτική στην πατριαρχική εξουσία, αποτιμάται ως προσιδιάζουσα στον ρεαλισμό.
Η ένοικος του Γουάιλντφελ Χολ παραμένει δέσμια των ηθικών φραγμών και του θρησκευτικού αισθήματος, παρόλο που εξεγείρεται ενάντια στους νομικούς περιορισμούς και στη βαρβαρότητα των νόμων που υποτάσσουν τη γυναίκα στην οικογένεια, τον γάμο, την κοινωνία, απαγορεύοντας τη χειραφέτηση και την ανεξαρτησία της. Η λογοτεχνική δύναμη του έργου σχετίζεται με την τόλμη της συγγραφέα να προβάλλει ευθέως την κακοποίηση εντός γάμου και τη γυναίκα ως ιδιοκτησία του συζύγου.
Απεικόνιση και ιδεολογία
Η μυθοπλασία έχει επιδραστικό χαρακτήρα, καθώς αναπαράγει ιδεολογίες. Οι τρόποι με τους οποίους απεικονίζονται οι ανδρικοί και γυναικείοι χαρακτήρες στη λογοτεχνία είναι φορείς ιδεολογιών. Σύμφωνα με τον Αλτουσέρ, τα άτομα ταυτίζονται με τις θέσεις του κοινωνικού υποκειμένου όπως αυτές ορίζονται από την ιδεολογία. Ο Αλτουσέρ αναφερόταν στον Ιδεολογικό Μηχανισμό του Κράτους που περιλαμβάνει εκπαιδευτικούς/ θρησκευτικούς/ πολιτιστικούς/ πολιτικούς/ νομικούς και λοιπούς μηχανισμούς και θεσμούς που παράγουν ιδεολογία. Το σύνολο αυτών των ιδεολογιών αποτυπώνονται στα λογοτεχνικά έργα μέσω των υποκειμένων τους.
Πρόκειται, επί της ουσίας, για κατασκευές, που εξυπηρετούν μέσω της λογοτεχνίας τη διατήρηση του ρόλου του ισχυρού αρσενικού ως προτύπου εντός της πατριαρχικής κοινωνικής δομής.
Στη βικτωριανή Αγγλία, ο ρόλος των γυναικών εντός της οικογένειας και του κοινωνικού οικοδομήματος είχε αποτυπωθεί από τον Coventry Patmore στο ποίημα του «Ο άγγελος στο σπίτι», όπου περιγράφει την ιδανική γυναίκα, την τέλεια σύζυγο – ενάρετη, παθητική, ευσεβής, υποταγμένη στις επιθυμίες του συζύγου, αφιερωμένη στην ανατροφή των παιδιών. Το ποίημα πρωτοδημοσιεύτηκε το 1854, ενώ η τελική του μορφή, μετά από συνεχείς προσθήκες, οριστικοποιήθηκε το 1862. Οι ανδρικοί χαρακτήρες αποτυπώνονται ως ισχυροί, επιβλητικοί, κυρίαρχοι, αποφασιστικοί, ενώ αντίθετα οι γυναίκες ως εξαρτώμενες, πειθήνιες, φροντιστικές. Αυτή η απεικόνιση διαιωνίζει τις κοινωνικές νόρμες και τα στερεότυπα που αφορούν το φύλο, ενισχύοντας τον έμφυλο διαχωρισμό, καθώς περιορίζουν την παρουσίαση ισότιμων γυναικείων και ανδρικών χαρακτήρων. Πρόκειται, επί της ουσίας, για κατασκευές, που εξυπηρετούν μέσω της λογοτεχνίας τη διατήρηση του ρόλου του ισχυρού αρσενικού ως προτύπου εντός της πατριαρχικής κοινωνικής δομής.
Οι χαρακτήρες της Αν Μπροντέ
Όλοι οι χαρακτήρες που δημιουργεί η Αν Μπροντέ είναι αντιπροσωπευτικοί της περιόδου εκτός των τριών βασικών: της Χέλεν Γκρέιαμ, του Άρθουρ Χάντινγκτον και του Γκίλμπερτ Μάρκαμ. Η αντισυμβατική ηρωίδα της Αν Μπροντέ δεν ανταποκρίνεται στην προσδοκώμενη συμπεριφορά βάσει των καθορισμένων κοινωνικά έμφυλων ρόλων. Θα αψηφήσει το σύζυγό της και θα εγκαταλείψει την οικογενειακή εστία, παίρνοντας μαζί και το παιδί τους. Θα επιτύχει την οικονομική ανεξαρτησία της, κάνοντας το χόμπι της εργασία, πουλώντας δηλαδή πίνακες που ζωγραφίζει. Μια χαρακτηριστική σκηνή όπου φανερώνεται το μέγεθος της υποτέλειας στην ανδρική εξουσία είναι αυτή που ο Άρθουρ απαγορεύει στην Χέλεν να ζωγραφίζει, όταν ανακαλύπτει πως σχεδίαζε να εξοικονομήσει χρήματα με την πώληση των έργων της, ώστε να καταφέρει να τον εγκαταλείψει.
Σε αντιδιαστολή με την αυταρχική αυτή εκδοχή του βικτωριανού άνδρα, η Αν Μπροντέ δημιουργεί τον χαρακτήρα του Γκίλμπερτ Μάρκαμ, στον οποίο δίνει τα στοιχεία εκείνα που τον καθιστούν πρότυπο ανδρικής συμπεριφοράς, σύμφωνα με τις δικές της προσδοκίες.
Ο Άρθουρ Χάντινγκτον ενσαρκώνει μια ακραία εκδοχή του προνομιούχου λευκού άνδρα. Σκιαγραφείται βίαιος, άπιστος, ανεύθυνος, αλαζόνας, αλκοολικός, φιλήδονος, νάρκισσος. Έχει, βάσει του νομικού πλαισίου της εποχής, υπό την εξουσία του τη σύζυγο και τον γιο τους. Σε αντιδιαστολή με την αυταρχική αυτή εκδοχή του βικτωριανού άνδρα, η Αν Μπροντέ δημιουργεί τον χαρακτήρα του Γκίλμπερτ Μάρκαμ, στον οποίο δίνει τα στοιχεία εκείνα που τον καθιστούν πρότυπο ανδρικής συμπεριφοράς, σύμφωνα με τις δικές της προσδοκίες. Είναι ένας νέος άνδρας που ξεφεύγει από τις πατριαρχικές αντιλήψεις και εκφράζει την άποψή του περί γυναικείας και ανδρικής ισοτιμίας.
Η βικτωριανή κοινωνία μπορούσε να ανεχθεί τη γυναικεία παρουσία στις τέχνες όπως τη ζωγραφική ή τη συγγραφή, κατατάσσοντας τα έργα τους σε υποδεέστερη θέση, καθώς η αξία τους κρινόταν βάσει του φύλου τους. Η επαγγελματική ενασχόληση της Χέλεν με τη ζωγραφική παραπέμπει στη μεταγενέστερη ηρωίδα της Βιρτζίνια Γουλφ, τη Λίλυ Μπρίσκοου, στο μυθιστόρημά της Στο φάρο (1927). Στα Η ένοικος του Γουάιλντφελ Χολ και Στο φάρο, δύο πολύ διαφορετικές ηρωίδες αντιμετωπίζουν τα όρια που επιβάλλονται στις γυναίκες στο ιστορικό και πολιτισμικό τους πλαίσιο. Η πρωταγωνίστρια της Μπροντέ είναι μια γυναίκα της βικτωριανής εποχής που διεκδικεί την ηθική και προσωπική της ανεξαρτησία έναντι στο καταπιεστικό πλαίσιο του γάμου, ενώ η Λίλυ Μπρίσκοου, η ζωγράφος της Γουλφ, δίνει μια πιο εσωστρεφή μάχη για την καλλιτεχνική της καθιέρωση έναντι στις προκαταλήψεις και τα στερεότυπα της εποχής. Παρόλο που μεσολαβούν περίπου ογδόντα χρόνια και τα έργα ανήκουν σε διαφορετικά λογοτεχνικά ρεύματα, οι δύο αυτές ηρωίδες αποκαλύπτουν πώς οι γυναίκες αντιστέκονται στην πατριαρχία και πώς η ίδια η λογοτεχνία γίνεται τόπος χειραφέτησης του γυναικείου υποκειμένου.
Η ιστορία της Χέλεν δομείται εντός των αυστηρών κοινωνικών και νομικών δομών της βικτωριανής Αγγλίας, όπου ο γάμος υπέτασσε τις γυναίκες σχεδόν ολοκληρωτικά στους συζύγους τους. Η μάχη της δίνεται εντός του γάμου και αφορά τον θεσμό αυτό. Όταν εγκαταλείπει τον σύζυγό της, προβαίνει σε μια πράξη αντίστασης, που σόκαρε τους αναγνώστες της εποχής. Η εξέγερσή της δεν αφορμάται μόνο από το προσωπικό της όφελος και την ηθική της ακεραιότητα, αλλά κυρίως από το μητρικό της καθήκον. Το ημερολόγιό της, το οποίο ενσωματώνεται στη δομή του μυθιστορήματος, αποτελεί μαρτυρία όπου αποκαλύπτονται οι επιταγές της πατριαρχικής εξουσίας. Η Λίλυ Μπρίσκοου μάχεται εντός ενός άλλου πεδίου. Ο δικός της αγώνας αφορά την ισοτιμία ανδρών και γυναικών στον καλλιτεχνικό χώρο και ευρύτερα στον επαγγελματικό, όπου οι γυναίκες αντιμετωπίζονται με συγκατάβαση και απαξίωση. Η Λίλυ παλεύει για τη γυναικεία καλλιτεχνική αυτονόμηση. Παρά τις διαφορές τους, και οι δύο θέτουν το ίδιο θεμελιώδες, δυστυχώς και σύγχρονο, ερώτημα: πώς μπορεί η γυναικεία αυτονομία να διεκδικηθεί σε τομείς που κυριαρχούνται από άνδρες ;
* Η ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ είναι αρθρογράφος.
Απόσπασμα από το βιβλίο
«... αν τυχόν κάποιο κορίτσι επιπόλαιο και φαντασμένο όπως η Ελάιζα Μίλγουορντ, που δεν την νοιάζει τίποτε άλλο πέρα από την άμεση ευχαρίστησή της και το δικό της συμφέρον, ή κάποια πλανημένη, πεισματάρα γυναίκα σαν την κυρία Γκρέιαμ, που αγνοεί τα σημαντικότερα καθήκοντά της και είναι έξυπνη μόνο σ' αυτά που δεν είναι δουλειά της να τα ξέρει - τότε θα τη δεις τη διαφορά».
«Καλό θα μου κάνει μητέρα' δεν ήρθα στον κόσμο μόνο και μόνο για να εξασκούν οι άλλοι τις δεξιότητές τους και τα καλά τους αισθήματα -έτσι δεν είναι;-, αλλά για να εξασκώ κι εγώ τα δικά μου για χάρη τους' και όταν παντρευτώ, θα προσδοκώ να βρω περισσότερη ευχαρίστηση στο να κάνω την γυναίκα μου ευτυχισμένη και να της χαρίσω μια άνετη ζωή, αντί να κάνει εκείνη αυτά για μένα: Προτιμώ να δίνω παρά να λαμβάνω».
Δυο λόγια για τη συγγραφέα
Η Αν Μπροντέ (17 Ιανουαρίου 1820 - 28 Μαΐου 1849) ήταν Αγγλίδα μυθιστοριογράφος και ποιήτρια, το νεότερο μέλος της λογοτεχνικής οικογένειας Μπροντέ. Ήταν κόρη της Μαρίας (το γένος Μπράνγουελ) και του Πάτρικ Μπροντέ, ενός φτωχού Ιρλανδού κληρικού στην Εκκλησία της Αγγλίας.

Η Αν έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της με την οικογένειά της στην ενορία του Χάουορθ στο Γιορκσάιρ Ντέιλς. Κατά τα άλλα, φοίτησε σε οικοτροφείο στο Μίρφιλντ μεταξύ 1836 και 1837, και μεταξύ 1839 και 1845 έζησε αλλού εργαζόμενη ως γκουβερνάντα. Το 1846 δημοσίευσε μια συλλογή ποιημάτων με τις αδερφές της και αργότερα δύο μυθιστορήματα, αρχικά με το ψευδώνυμο Άκτον Μπελ. Το πρώτο της μυθιστόρημα, Άγκνες Γκρέι, εκδόθηκε το 1847, ταυτόχρονα με το Ανεμοδαρμένα ύψη της αδερφής της Έμιλι Μπροντέ. Το δεύτερο μυθιστόρημα της Αν, Η ένοικος του Γουάιλντφελ Χολ, εκδόθηκε το 1848. Θεωρείται συχνά ένα από τα πρώτα φεμινιστικά μυθιστορήματα. Η Αν πέθανε σε ηλικία 29 ετών, πιθανότατα από πνευμονική φυματίωση. Μετά τον θάνατό της, η αδερφή της, Σάρλοτ, επιμελήθηκε την Άγκνες Γκρέι για να διορθώσει προβλήματα στην πρώτη έκδοση, αλλά εμπόδισε την επανέκδοση του βιβλίου Η ένοικος του Γουάιλντφελ Χολ. Ως αποτέλεσμα, η Αν δεν είναι τόσο γνωστή όσο οι αδερφές της. Παρ' όλα αυτά, και τα δύο μυθιστορήματά της θεωρούνται κλασικά της αγγλικής λογοτεχνίας.

























