lodge david capus

Για το μυθιστόρημα του Ντέιβιντ Λοτζ (David Lodge) «Ανήκουστος Βλάβη», που κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Κυψέλη σε μετάφραση Έφης Τσιρώνη.

Γράφει ο Αντώνης Γουλιανός

Στο μυθιστόρημά του Deaf Sentence (μεταφρασμένο στα ελληνικά ως Ανήκουστος Βλάβη) ο προσφάτως εκλιπών Ντέιβιντ Λοτζ δημιουργεί μια φαινομενικά απλή αφήγηση που καθώς εξελίσσεται αναδεικνύει πολλά σημαντικά θέματα, σχετικά με τη λογοτεχνία και την αντίληψη της γλώσσας, αλλά και υπαρξιακά.

kypseli lodge anikoustos vlavi

Το βιβλίο ακολουθεί τον Desmond, έναν πρόωρα συνταξιοδοτημένο καθηγητή γλωσσολογίας, που υποφέρει από μια εκφυλιστική βαρηκοΐα και παράλληλα, αντιμετωπίζει προκλήσεις στην οικογενειακή του ζωή, με τον γάμο του καθώς και με τον υπέργηρο πατέρα του, επίσης βαρήκοο, ο οποίος λειτουργεί ως προοικονομική φιγούρα για το πώς θα καταλήξει ο ίδιος. Τότε μπαίνει στη ζωή του μια μυστηριώδης και εκκεντρική νεαρή γυναίκα, η Alex, που τον προσεγγίζει για να τη βοηθήσει πάνω στην διατριβή της, μια γλωσσολογική ανάλυση των στυλιστικών γνωρισμάτων στα σημειώματα αυτοκτονίας.

politeia deite to vivlio 250X102

Ο Lodge, γνωστός κυρίως για τα πνευματώδη campus novels του, στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα ενσωματώνει κάποια στοιχεία από τις αφηγήσεις της ακαδημαϊκής ζωής. Την ίδια στιγμή, όμως, δημιουργεί περισσότερο μια καυστική παρωδία του campus novel, παρά ένα αφήγημα που ακολουθεί πιστά τους κανόνες του συγκεκριμένου είδους.

Τα παρωδιακά στοιχεία του μυθιστορήματος

Το πρώτο παρωδιακό στοιχείο είναι φυσικά η συνταξιοδότηση: ο Desmond δεν είναι ενεργός ακαδημαϊκός. Τα όσα εξελίσσονται συμβαίνουν εκτός του ακαδημαϊκού χρόνου όπως αυτός κατανέμεται για έναν εν ενεργεία καθηγητή (ο ήρωας αναπολεί αυτή τη χρονική διάσταση της καθηγητικής ιδιότητας, όπως και το χαμένο προνόμιό του να αισθάνεται περίπου ως μια «θεϊκή οντότητα» που ευεργετεί ή τιμωρεί τους «θνητούς» φοιτητές βαθμολογώντας τα γραπτά τους). Έχοντας αποσυρθεί εξαιτίας της βαρηκοΐας του, μια συνθήκη που, υποτίθεται, θα του επέτρεπε να διεξάγει έρευνα, και βρισκόμενος ήδη στον δεύτερο χρόνο της συνταξιοδότησής του, έχει βυθιστεί σε μια ρουτίνα αεργίας, παρά σε έναν παραγωγικό οίστρο. Το υποκείμενο, δηλαδή, δεν είναι ένας λαμπρός καθηγητής, αλλά ένας άνθρωπος που υποκύπτει στην ρουτίνα της καθημερινότητας, ένα «ακαδημαϊκό ναυάγιο», όπως αισθάνεται ο ήρωας στο δρόμο για μια διάλεξη έτερου καθηγητή, παρασυρμένος από ένα κύμα φοιτητών.

Το δεύτερο παρωδιακό στοιχείο είναι η βαρηκοΐα. Ο Lodge μάς πληροφορεί αρκετά νωρίς πως η βαρηκοΐα στη λογοτεχνία έχει χρησιμοποιηθεί κυρίως ως κωμικό στοιχείο κι αυτό το χαρακτηριστικό, τουλάχιστον στο μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου, το χρησιμοποιεί και ο ίδιος. Αξιοποιεί, δηλαδή, την ακουστική δυσχέρεια του ήρωα (την οποία βιώνει και ο ίδιος ο συγγραφέας, όπως μας πληροφορεί σε επιλογικό του σημείωμα) με τον ίδιο τρόπο, επιβεβαιώνοντας σατυρικά τα προαναφερθέντα στερεότυπα, κάνοντας παράλληλα εμβριθείς παρατηρήσεις πάνω στην ανθρώπινη συνθήκη και επί της ουσίας καυτηριάζοντας τα στερεότυπα που γίνονται φορείς του μηνύματος. Μέσα από την εξέταση, άλλωστε, των βιογραφιών μεγάλων προσωπικοτήτων που ήταν σε έναν βαθμό κωφοί, όπως ο Μπετόβεν ή ο ποιητής Φίλιπ Λάρκιν, ο Desmond ανθολογεί σπαράγματα τραγικότητας. Η διάσημη επιστολή του Μπετόβεν, επί της ουσίας ένα επεξηγηματικό υστερόγραφο που ήθελε να διαβαστεί μετά τον θάνατό του -προκειμένου να εξηγήσει διάφορες συμπεριφορές του που σχετίζονταν με τη βαρηκοΐα του και που οι γύρω του παρερμήνευαν-, μπορεί να διαβαστεί, κατά τον Desmond, ως μια μορφή σημειώματος αυτοκτονίας.

Παρά τα στερεότυπα, το βαρήκοο υποκείμενο βιώνει μια μονότονη τραγικότητα, ένα αναγκαστικά μοναχικό ταξίδι που επί της ουσίας το θάβει ζωντανό.

Παρά τα στερεότυπα, το βαρήκοο υποκείμενο βιώνει μια μονότονη τραγικότητα, ένα αναγκαστικά μοναχικό ταξίδι που επί της ουσίας το θάβει ζωντανό. Αυτό δηλώνει και ο τίτλος, που ομοιάζει με φροϋδικό ολίσθημα: deaf (κωφός) όπως death (θάνατος). Η κώφωση, παρά το ότι είναι «αντιποιητική», σύμφωνα με τη λογοτεχνική παράδοση, εμπεριέχει την τραγικότητα, αφού πρόκειται για ένα προοίμιο της σιωπής του θανάτου, κάτι που αντιλαμβάνεται ο ήρωας στην επίσκεψή του στο Άουσβιτς, όπου κρατάει τα ακουστικά του βοηθήματα στα αυτιά του -παρά τη συνήθειά του να τα αφαιρεί όταν είναι μόνος- προκειμένου να «ακούσει» αυτούς ακριβώς τους ήχους της σιωπής, δηλαδή της απουσίας και της αναπότρεπτης φθοράς.

Εξαιτίας της αναπηρίας του ήρωα, μια αναπηρία που δεν αναγνωρίζεται εύκολα, καθώς δεν είναι ορατή και, όπως παρατηρεί στο βιβλίο ο Lodge, δεν προξενεί συχνά τη συμπάθεια των άλλων -αντιθέτως, ο συνομιλητής ενός βαρήκοου ατόμου συχνά δείχνει εκνευρισμό παρά κατανόηση-, στο μυθιστόρημα ανιχνεύονται τα μοτίβα ενός «disability novel». Μάλιστα, το μυθιστόρημα καταλήγει να κατακρίνει εμμέσως τον ακαδημαϊκό χώρο, που είναι βαθιά ανταγωνιστικός και συχνά απρόσιτος για άτομα που δεν έχουν οικονομική άνεση ή άλλα προνόμια, ειδικά αν έχουν κάποιας μορφής αναπηρία.

Η βαρηκοΐα, λοιπόν, ξεπηδά σαν ένα αντι-μυθιστορηματικό πρόβλημα και μετατρέπει ένα κατά τα άλλα τρομακτικό ή αισθησιακό σενάριο σε κωμωδία καταστάσεων.

Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, σε όλη την έκταση του βιβλίου, για να επιβεβαιωθεί το στερεότυπο, αλλά και επειδή η κωμωδία είναι συχνά άρρηκτα συνδεδεμένη με την τραγωδία, το πρόβλημα ακοής του πρωταγωνιστή επεμβαίνει στην πλοκή με κωμικό τρόπο, ειδικά σε στιγμές που η ένταση κορυφώνεται, όπως για παράδειγμα στη συζήτηση του Desmond με τον καθηγητή Butterworth, όταν ο δεύτερος προβαίνει σε αποκαλύψεις για την Alex, τις οποίες ο Desmond, και κατά συνέπεια και ο αναγνώστης, δεν ακούει σε πρώτο χρόνο. Το ίδιο συμβαίνει και στο τηλεφώνημα που κάνει η Alex στον Desmond, αφού αυτός αγνοήσει το ραντεβού τους. Η βαρηκοΐα, λοιπόν, ξεπηδά σαν ένα αντι-μυθιστορηματικό πρόβλημα και μετατρέπει ένα κατά τα άλλα τρομακτικό ή αισθησιακό σενάριο σε κωμωδία καταστάσεων.

Αυτό το συχνό εύρημα αποσαθρώνει δημιουργικά τη ροή της αφήγησης, δίνοντας μια πνοή χρονογραφικού ρεαλισμού που αγγίζει παράλληλα τα όρια μιας ήπιας μεταμυθοπλασίας, αφού η διάσπαση των τεκταινόμενων γίνεται με πλήρως συνειδητό τρόπο και μάλιστα σχολιάζεται όποτε συμβαίνει. Η εναλλαγή από τις ημερολογιακές σημειώσεις του καθηγητή στην τριτοπρόσωπη αφήγηση επιτρέπει στον Lodge να παίζει με τον αφηγηματικό χρόνο και να διασπά την αυτοαναφορικότητα. Όταν ο Desmond επιστρέφει στο σπίτι με τη γυναίκα του, μετά από την εναρκτήρια σκηνή του μυθιστορήματος, ο Lodge χρησιμοποιεί αυτή τη μέθοδο, παρουσιάζοντας δύο εκδοχές του διαλόγου, αυτή που ο ήρωας ακούει χωρίς προσκόμματα και την «πραγματική», ρεαλιστική εκδοχή, αυτή που ο ήρωας πρέπει να ρωτάει ξανά και ξανά τι είπε η γυναίκα του.

Τα παρωδιακά σημεία γίνονται εντονότερα στο περιστατικό της «καταστροφής», μέσω υπογραμμίσεων με μαρκαδόρο, ενός βιβλίου από τη βιβλιοθήκη του πανεπιστήμιου. Όταν ο Desmond επισκέπτεται την Alex στο διαμέρισμά της, παρατηρεί έναν μαρκαδόρο ίδιου ακριβώς χρώματος και υποθέτει πως το βιβλίο -συναφούς θέματος με την έρευνα που διεξάγει η Alex- είχε μαρκαριστεί από την ίδια. Τότε προχωρά σε αυστηρές ερωτήσεις, σε έναν διάλογο που παρωδεί ένα συχνότατο αφηγηματικό μοτίβο των campus novels, τα «μυστήρια» που αφορούν σε βιβλία και την έρευνα που γίνεται με βάση τα ευρήματα σε κάποιους τόμους. Η παρατήρηση, άλλωστε, που γίνεται στο τέλος, όταν δηλαδή ο Desmond λέει στον Butterworth ότι δεν θα εκπλαγεί αν η Alex γράψει στο μέλλον ένα campus novel με πρωταγωνιστές τους ίδιους, σηματοδοτεί αρκετά πιο ξεκάθαρα την παιγνιώδη διάθεση του Lodge και τη μερική αποστασιοποίησή του από το είδος.

Το θέμα της βαρηκοΐας

Εκτός αυτών, το βιβλίο διαβάζεται ευχάριστα χάρη στην παιγνιώδη του διάθεση απέναντι σε ένα ζήτημα υπαρξιακό, ενώ παράλληλα δίνει φωνή σε ένα φαινόμενο που δεν συζητιέται πολύ παρά τον επιπολασμό του: η βαρηκοΐα είναι συχνότερη από ό,τι πιστεύεται, αλλά συνοδεύεται διαρκώς από το στίγμα, ειδικότερα σε νεαρότερες ηλικίες. Ήδη από την εναρκτήρια σκηνή, το βαρήκοο υποκείμενο ταυτίζεται πλήρως με τον ήρωα του βιβλίου: ο Desmond προσπαθεί να ακούσει τι του λέει η νεαρή γυναίκα που βρίσκεται απέναντί του (όπως μαθαίνουμε μετά, είναι η Alex), αλλά ο ήχος της φωνής της χάνεται λόγω της φασαρίας του χώρου όπου βρίσκονται. Τα ακουστικά βοηθήματα, συχνά, παρά το ότι έχουν σχετικά προγράμματα για τον εκάστοτε χώρο, καταλήγουν να απορροφούν τον θόρυβο και όχι τη φωνή του συνομιλητή. Ο συγγραφέας περιγράφει όλη την κοινωνική ασυνταξία που προκύπτει από τη δυσχέρεια της ακοής, παρά το ότι αυτή δεν λογίζεται τόσο σημαντική όσο η έλλειψη όρασης. Το ίδιο συμβαίνει, με απολαυστικό τρόπο, και σε επόμενα κεφάλαια. Στο μοναδικό τιτλοφορούμενο κεφάλαιο, «Deaf in the afternoon» (παραπέμποντας στο βιβλίο του Χέμινγουεϊ Θάνατος στο απομεσήμερο), ο ήρωας καταβυθίζεται σταδιακά σε μια δαντική κόλαση, καταλήγοντας ολοένα και πιο αποκομμένος από τη γυναίκα του και το φιλικό ζευγάρι με το οποίο παραθερίζουν. Στο εστιατόριο «Παράδεισος» τα υλικά που πλαισιώνουν τις πόρτες, τα παράθυρα και γενικά όλη η διακόσμηση αντανακλούν τον ήχο δημιουργώντας έναν χαώδες θόρυβο που δεν επιτρέπει στον Desmond, ακόμα και με τη χρήση της ακουστικής του βοήθειας, να συμμετάσχει στη συζήτηση. Στη συνέχεια, βιώνει ένα παροδικό, αλλά τρομακτικό, επεισόδιο ολικής κώφωσης που τον φέρνει εμμέσως αντιμέτωπο με αυτοκαταστροφικές σκέψεις.

Σε όλο το βιβλίο, υπάρχουν σημειολογικές και διακειμενικές αναφορές, ενώ η έρευνα του Desmond, η οποία αφορά στον προφορικό λόγο, στη λεκτικά χρησιμοποιούμενη γλώσσα και γενικά στον λόγο (discource) ως μέσο επικοινωνίας, σχετίζεται με τον τρόπο που δομούνται πολλά από τα κεφάλαια. Κάθε εκφερόμενη πρόταση έχει κι έναν αντίκτυπο στον αποδέκτη της, είτε είναι γραπτή είτε προφορική. Τι συμβαίνει, όμως, όταν ο αποδέκτης δεν την ακούει; Όταν το σχήμα της ωτικής-προφορικής επικοινωνίας (aural-oral communication) αναγκαστικώς διαλύεται λόγω της βαρηκοΐας; Αυτό μελετά ο Lodge. Ο προφορικός λόγος, βέβαια, όπως αναφέρεται και στις σελίδες του βιβλίου, έχει πάντοτε έναν βαθμό προχειρότητας, αφού επηρεάζεται από πιο πολύπλοκους παράγοντες από ό,τι ο γραπτός λόγος, που μπορεί να διεκδικήσει ευκολότερα ένα ορισμένο επίπεδο τελειότητας στη σύνθεσή του.

Ωστόσο, ακριβώς μέσα από την αναγκαστική αποφυγή της τελειότητας, από τη συνειδητοποίηση της ανθρώπινης φθοράς, αναδεικνύεται το βάθος της ανθρωπινότητας.

Ωστόσο, ακριβώς μέσα από την αναγκαστική αποφυγή της τελειότητας, από τη συνειδητοποίηση της ανθρώπινης φθοράς, αναδεικνύεται το βάθος της ανθρωπινότητας. Αυτό γίνεται φανερό σε πολλές από τις ημερολογιακές καταγραφές του Desmond -για παράδειγμα, η φωτογραφική έκθεση που παρακολουθεί έχει ως τίτλο «Mis-Takes» («Λάθη»)- και κυρίως από την αναφορά στον ζωγράφο Φρανθίσκο Γκόγια, που, ειδικά στα υστερότερα έργα του, υποφέροντας επίσης από δυσχέρεια στην ακοή ως απότοκο συφιλιδικής λοίμωξης, αποτύπωσε την ανθρώπινη φύση μέσα από τη φθορά, με σχέδια που εκβάλλουν στις όχθες του ατελούς.

Εκεί, σε τελική ανάλυση, εδράζεται και το νόημα του βιβλίου, κάτω από την επιφάνεια του κωμικού: στην αποδοχή του φάσματος του θανάτου, της ανθρώπινης φθοράς, των γηρατειών, αλλά και της κατεστραμμένης νεότητας, όπως αποτυπώνεται στο πρόσωπο της Alex.

Όσα διαδραματίζονται προς το τέλος του βιβλίου, με την επίσκεψη του Desmond στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Άουσβιτς, μοιάζουν κάπως παράταιρα με την κύρια πλοκή, όπως και ο θάνατος του πατέρα του. Ωστόσο, λίγο πριν από το κλείσιμο του βιβλίου, ο Lodge καταφέρνει να ενώσει αυτές τις επιμέρους αφηγήσεις σε ένα ψηφιδωτό διαφόρων επιπέδων και ειδών θανάτου και πόνου: από την καρκινοπαθή πρώτη γυναίκα του Desmond, στα θύματα του Άουσβιτς, στον θάνατο του πατέρα του από τα γηρατειά, αλλά και στην ίδια τη συνθήκης της βαρηκοΐας, που τη χαρακτηρίζει ως ένα -κωμικοτραγικό εντέλει, όπως όλες οι ανθρώπινες καταστάσεις- απείκασμα ενός πρώιμου θανάτου.

Φυσικά, αναφέρονται και τα θετικά της βαρηκοΐας: ο ήρωας μπορεί να βυθιστεί ανά πάσα στιγμή σε μια ευεργετική σιωπή, μπορεί να αποφύγει τη φασαρία των μέσων μαζικής μεταφοράς, να ξεφύγει από μια δυσάρεστη συζήτηση. Η βαρηκοΐα άλλωστε υπήρξε για πολλούς από τους προαναφερόμενους καλλιτέχνες μια πρωτοφανής αποκάλυψη που χάρισε βάθος και νέες προοπτικές στο έργο τους. Ο Desmond θεωρεί ότι αυτό συνέβη επειδή είχαν τη μεγαλοφυΐα να κοσκινίσουν τα θετικά της συγκεκριμένης κατάστασης, αλλά μετά την επίσκεψη στο Άουσβιτς, προσγειώνει τον εαυτό του σε μια επανεκτίμηση των όσων έχει, παραβλέποντας τα επουσιώδη. Η βαρηκοΐα τον φέρνει στη θέση του μαθητή, αφού αρχίζει να παρακολουθεί μαθήματα χειλεανάγνωσης, συνειδητοποιώντας τις πολλές γλώσσες που δεν γνωρίζουμε και καλούμαστε να μάθουμε κατά τη διάρκεια της ζωής μας. Ως γλωσσολόγος καταλαβαίνει πως τελικά όλα είναι ζήτημα γλώσσας: η εκφορά, ο τονισμός, η πρόσληψη και η ανάλυση, όλα εδράζονται στην επικοινωνία και, τελικά, η γλώσσα είναι ένα φαινόμενο εκτενές, ατέλειωτο και μη στατικό που καλούμαστε να συνεχίσουμε να μαθαίνουμε σε όλη τη διάρκεια της ζωής μας, ανεξάρτητα από το ποιοι και ποιες είμαστε.

*Ο ΑΝΤΩΝΗΣ ΓΟΥΛΙΑΝΟΣ είναι συγγραφέας και κριτικός.


 Δυο λόγια για τον συγγραφέα

Ο Ντέηβιντ Λοτζ (1935-2025) γεννήθηκε στο Λονδίνο. Διετέλεσε επίτιμος καθηγητής στην έδρα της Σύγχρονης Αγγλικής Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο του Μπέρμιγχαμ, όπου δίδαξε για τρεις σχεδόν δεκαετίες (1960-1987), και ήταν μέλος της Βασιλικής Εταιρείας Γραμμάτων και Ιππότης του Τάγματος Τεχνών και Γραμμάτων. Είχε γράψει μυθιστορήματα και νουβέλες, που έχουν μεταφραστεί σε είκοσι πέντε γλώσσες.

david lodge

Ανάμεσά τους είναι τα "The Picturegoers" (1960), "Ginger you 're Barmy" (1962), "The British Museum is Falling Down" (1965), "Out of the Shelter" (1970), "Changing Places"/"Αλλάζοντας θέσεις" (1975, Βραβείο Hawthornden και Βραβείο καλύτερου μυθιστορήματος της Yorkshire Post), "How Far Can You Go?" (1980, Διάκριση Whitbread καλύτερου βιβλίου της χρονιάς), "Small World"/"Μικρός που είναι ο κόσμος" (1984) και "Nice Work"/"Ούτε γάτα ούτε ζημιά" (1998), που ήταν και τα δύο υποψήφια για το Booker και μεταφέρθηκαν με επιτυχία στην τηλεόραση, "Paradise News"/"Νέα από τον παράδεισο" (1991), "Therapy"/"Η θεραπεία" (1995), που ήταν το 1996 ανάμεσα στις τελικές υποψηφιότητες για το Βραβείο Συγγραφέων της Κοινοπολιτείας, "Home Truths" (1999), "Thinks..."/"Σκέψεις, σκέψεις" (2001), "Author, Author"/"Τον συγγραφέα!" (2004), "Deaf Sentence"/"Ανήκουστος βλάβη" (2008), "A Man of Parts (H. G. Wells)" (2011). Στο πλούσιο έργο του ως θεωρητικού της λογοτεχνίας συγκαταλέγονται τα "The Novelist at the Crossroads" (1971), "The Modes of Modern Writing" (1977), "Working with Structuralism" (1981), "After Bakhtin: Essays on Fiction and Criticism" (1990), "The Art of Fiction" (1992), "The Practice of Writing" (1996), "Consciousness and the Novel: Connected Essays" (2003), "The Year of Henry James" (2006), ενώ είχε επιμεληθεί και την έκδοση πολλών κλασικών μυθιστορημάτων και ανθολογιών κριτικής. Επίσης είχε γράψει θεατρικά έργα καθώς και τηλεοπτικά σενάρια που έχουν αποσπάσει πολλές τιμητικές διακρίσεις. To 1998 του απoνεμήθηκε ο τίτλος CBE (Commander of the British Empire) για τις υπηρεσίες του στη λογοτεχνία. 

Ακολουθήστε την bookpress.gr στο Google News και διαβάστε πρώτοι τα θέματα που σας ενδιαφέρουν.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

«Ζούκερμαν δεσμώτης» του Φίλιπ Ροθ – Έργα και ημέρες ενός βλάσφημου

«Ζούκερμαν δεσμώτης» του Φίλιπ Ροθ – Έργα και ημέρες ενός βλάσφημου

Για τη μυθιστορηματική τριλογία του Φίλιπ Ροθ (Philip Roth) «Ζούκερμαν δεσμώτης» (μτφρ. Σπύρος Βρετός, εκδ. Πόλις). 

Γράφει ο Θόδωρος Σούμας

...
«Ένας μύθος» του Ουίλιαμ Φόκνερ (κριτική) – Ο Γολγοθάς της Ιστορίας, ως αλληγορία κι ως γεγονός

«Ένας μύθος» του Ουίλιαμ Φόκνερ (κριτική) – Ο Γολγοθάς της Ιστορίας, ως αλληγορία κι ως γεγονός

Για το μυθιστόρημα του Ουίλιαμ Φόκνερ «Ένας μύθος» (μτφρ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, εκδ. Gutenberg). Εικόνα: Πίνακας του Ότο Ντιξ. 

Γράφει ο Φώτης Καραμπεσίνης

Με τι μέτρα κρίνεται ένας σύγχρονος συγγραφέας που έχει εκδώσει ένα...

«Αγριόσπιτα» του Κόλιν Μπάρετ (κριτική) – Ζωές χαμένες στην επαρχία της Ιρλανδίας έρχονται στο φως

«Αγριόσπιτα» του Κόλιν Μπάρετ (κριτική) – Ζωές χαμένες στην επαρχία της Ιρλανδίας έρχονται στο φως

Για το μυθιστόρημα του Κόλιν Μπάρετ (Colin Barrett) «Αγριόσπιτα» (μτφρ. Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη, εκδ. Στερέωμα). Εικόνα: Από την ταινία «Τα πνεύματα του Ινισέριν». 

Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος

Κομητεία Μπάλινα. Στη μέση της Ιρλα...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

«Πολιτική και δίκαιο στην κριτική θεωρία» του Γιάννη Φλυτζάνη (κριτική) – Για τη σκέψη της Σχολής της Φρανκφούρτης σήμερα

«Πολιτική και δίκαιο στην κριτική θεωρία» του Γιάννη Φλυτζάνη (κριτική) – Για τη σκέψη της Σχολής της Φρανκφούρτης σήμερα

Για τη μελέτη του Γιάννη Φλυτζάνη «Πολιτική και δίκαιο στην κριτική θεωρία – Πολιτική φιλοσοφία για την άρνηση και τους θεσμούς» (εκδ. Ευρασία). Εικόνα: Ο Γιούργκεν Χάμπερμας.

Γράφει η Ελένη Ρεθυμιωτάκη

Ποια εί...

«Το πνεύμα της ελπίδας» του Μπιουνγκ-Τσουλ Χαν – Με το βλέμμα σε έναν καλύτερο κόσμο

«Το πνεύμα της ελπίδας» του Μπιουνγκ-Τσουλ Χαν – Με το βλέμμα σε έναν καλύτερο κόσμο

Για το βιβλίο του Μπιουνγκ-Τσουλ Χαν (Byung-Chul Han) «Το πνεύμα της ελπίδας – Κατά της κοινωνίας του φόβου» (μτφρ. Βασίλης Τσαλής, εκδ. Opera). Εικόνα: Ο «Θεριστής» του βαν Γκογκ. 

Γράφει η Άννα Λυδάκη

Ό...


«Πριν από το big bang» της Λάουρα Μερσίνι-Χόουτον (κριτική) – Ματιές στο αδιανότητο

«Πριν από το big bang» της Λάουρα Μερσίνι-Χόουτον (κριτική) – Ματιές στο αδιανότητο

Για το βιβλίο της Λάουρα Μερσίνι-Χόουτον [Laura Mersini-Houghton] «Πριν από το big bang – Η προέλευση του σύμπαντος και τί βρίσκεται πέρα από αυτό» (μτφρ. Σταύρος Πανέλης, εκδ. Τραυλός).

Γράφει ο Ηλίας Μπιστολάς

Στο Πριν από το Big Bang, η διά...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

«Οι κόρες του Αϊβαλιού» της Γεωργίας Α. Ανδριώτου (προδημοσίευση)

«Οι κόρες του Αϊβαλιού» της Γεωργίας Α. Ανδριώτου (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Γεωργίας Α. Ανδριώτου «Οι κόρες του Αϊβαλιού», το οποίο κυκλοφορεί στις 18 Ιουλίου από τις εκδόσεις Νίκας.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ο Παναγής Αφεντέλλης ρούφηξε νωχελικά τον καφέ του κι άφησε απαλά τ...

«Περιγραφή ενός χωριού» της Μαρί Λουίζε Κάσνιτς (προδημοσίευση)

«Περιγραφή ενός χωριού» της Μαρί Λουίζε Κάσνιτς (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το πεζογραφικό έργο της Μαρί Λουίζε Κάσνιτς [Marie Luise Kaschnitz] «Περιγραφή ενός χωριού» (Μετάφραση – Επίμετρο – Σημειώσεις: Αλέξανδρος Κυπριώτης), το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 10 Ιουλίου από τις εκδόσεις η βαλίτσα.

Επιμέλεια: Κ...

«Ο μυστηριώδης ένοικος και άλλες ιστορίες» του Σέρινταν Λε Φανού (προδημοσίευση)

«Ο μυστηριώδης ένοικος και άλλες ιστορίες» του Σέρινταν Λε Φανού (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από τη συλλογή διηγημάτων του Σέρινταν Λε Φανού (Sheridan Le Fanu) «Ο μυστηριώδης ένοικος και άλλες ιστορίες» (ανθολόγηση, μτφρ., εισαγωγικό σημείωμα: Γιώργος Θάνος, επιμέλεια: Γιάννης Μπαρτσώκας), η οποία θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Printa.

Επιμέλεια: ...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Βιβλία για την Τέχνη της Γραφής: 15 οδηγοί συγγραφής που μας μαθαίνουν να γράφουμε

Βιβλία για την Τέχνη της Γραφής: 15 οδηγοί συγγραφής που μας μαθαίνουν να γράφουμε

Δεκαπέντε βιβλία, από καταξιωμένους συγγραφείς, σημαντικούς κριτικούς και ειδικούς της δημιουργικής γραφής, που μας μαθαίνουν πώς να γράφουμε τις δικές μας ιστορίες καλύτερα αλλά και πώς να γίνουμε πιο προσεκτικοί αναγνώστες. 

Επιλογή-επιμέλεια: Ελένη Κορόβηλα ...

Βιοηθική & λογοτεχνία: Μυθοπλασία που μιλά για την επιστήμη και τα ανθρώπινα δικαιώματα

Βιοηθική & λογοτεχνία: Μυθοπλασία που μιλά για την επιστήμη και τα ανθρώπινα δικαιώματα

Έξι βιβλία μυθοπλασίας που θίγουν ζητήματα που ερευνά η βιοηθική στη σύγχρονη εποχή. Η ευθύνη των επιστημόνων, τα όρια των παρεμβάσεων, ο άνθρωπος ως πειραματόζωο, η τεχνητή νοημοσύνη. Εικόνα: Από την ταινία «Poor things» του Γ. Λάνθιμου. 

Γράφει η Αγγελική Σπηλιοπούλου ...

Βιβλία που διαβάζονται μονορούφι: Οι επιλογές του Guardian για το καλοκαίρι

Βιβλία που διαβάζονται μονορούφι: Οι επιλογές του Guardian για το καλοκαίρι

Είκοσι βιβλία που ξεχώρισε η ομάδα του Guardian και διαβάζονται μονορούφι: λογοτεχνία, ψυχανάλυση, επιστήμη. Εικόνα: Πίνακας του Αμερικανού ζωγράφου Ντάρεν Τόμσον.

Επιμέλεια: Book Press

Με την ικανότητα συγκέντρωσης των περ...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΦΑΚΕΛΟΙ