lodge david capus

Για το μυθιστόρημα του Ντέιβιντ Λοτζ (David Lodge) «Ανήκουστος Βλάβη», που κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Κυψέλη σε μετάφραση Έφης Τσιρώνη.

Γράφει ο Αντώνης Γουλιανός

Στο μυθιστόρημά του Deaf Sentence (μεταφρασμένο στα ελληνικά ως Ανήκουστος Βλάβη) ο προσφάτως εκλιπών Ντέιβιντ Λοτζ δημιουργεί μια φαινομενικά απλή αφήγηση που καθώς εξελίσσεται αναδεικνύει πολλά σημαντικά θέματα, σχετικά με τη λογοτεχνία και την αντίληψη της γλώσσας, αλλά και υπαρξιακά.

kypseli lodge anikoustos vlavi

Το βιβλίο ακολουθεί τον Desmond, έναν πρόωρα συνταξιοδοτημένο καθηγητή γλωσσολογίας, που υποφέρει από μια εκφυλιστική βαρηκοΐα και παράλληλα, αντιμετωπίζει προκλήσεις στην οικογενειακή του ζωή, με τον γάμο του καθώς και με τον υπέργηρο πατέρα του, επίσης βαρήκοο, ο οποίος λειτουργεί ως προοικονομική φιγούρα για το πώς θα καταλήξει ο ίδιος. Τότε μπαίνει στη ζωή του μια μυστηριώδης και εκκεντρική νεαρή γυναίκα, η Alex, που τον προσεγγίζει για να τη βοηθήσει πάνω στην διατριβή της, μια γλωσσολογική ανάλυση των στυλιστικών γνωρισμάτων στα σημειώματα αυτοκτονίας.

politeia deite to vivlio 250X102

Ο Lodge, γνωστός κυρίως για τα πνευματώδη campus novels του, στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα ενσωματώνει κάποια στοιχεία από τις αφηγήσεις της ακαδημαϊκής ζωής. Την ίδια στιγμή, όμως, δημιουργεί περισσότερο μια καυστική παρωδία του campus novel, παρά ένα αφήγημα που ακολουθεί πιστά τους κανόνες του συγκεκριμένου είδους.

Τα παρωδιακά στοιχεία του μυθιστορήματος

Το πρώτο παρωδιακό στοιχείο είναι φυσικά η συνταξιοδότηση: ο Desmond δεν είναι ενεργός ακαδημαϊκός. Τα όσα εξελίσσονται συμβαίνουν εκτός του ακαδημαϊκού χρόνου όπως αυτός κατανέμεται για έναν εν ενεργεία καθηγητή (ο ήρωας αναπολεί αυτή τη χρονική διάσταση της καθηγητικής ιδιότητας, όπως και το χαμένο προνόμιό του να αισθάνεται περίπου ως μια «θεϊκή οντότητα» που ευεργετεί ή τιμωρεί τους «θνητούς» φοιτητές βαθμολογώντας τα γραπτά τους). Έχοντας αποσυρθεί εξαιτίας της βαρηκοΐας του, μια συνθήκη που, υποτίθεται, θα του επέτρεπε να διεξάγει έρευνα, και βρισκόμενος ήδη στον δεύτερο χρόνο της συνταξιοδότησής του, έχει βυθιστεί σε μια ρουτίνα αεργίας, παρά σε έναν παραγωγικό οίστρο. Το υποκείμενο, δηλαδή, δεν είναι ένας λαμπρός καθηγητής, αλλά ένας άνθρωπος που υποκύπτει στην ρουτίνα της καθημερινότητας, ένα «ακαδημαϊκό ναυάγιο», όπως αισθάνεται ο ήρωας στο δρόμο για μια διάλεξη έτερου καθηγητή, παρασυρμένος από ένα κύμα φοιτητών.

Το δεύτερο παρωδιακό στοιχείο είναι η βαρηκοΐα. Ο Lodge μάς πληροφορεί αρκετά νωρίς πως η βαρηκοΐα στη λογοτεχνία έχει χρησιμοποιηθεί κυρίως ως κωμικό στοιχείο κι αυτό το χαρακτηριστικό, τουλάχιστον στο μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου, το χρησιμοποιεί και ο ίδιος. Αξιοποιεί, δηλαδή, την ακουστική δυσχέρεια του ήρωα (την οποία βιώνει και ο ίδιος ο συγγραφέας, όπως μας πληροφορεί σε επιλογικό του σημείωμα) με τον ίδιο τρόπο, επιβεβαιώνοντας σατυρικά τα προαναφερθέντα στερεότυπα, κάνοντας παράλληλα εμβριθείς παρατηρήσεις πάνω στην ανθρώπινη συνθήκη και επί της ουσίας καυτηριάζοντας τα στερεότυπα που γίνονται φορείς του μηνύματος. Μέσα από την εξέταση, άλλωστε, των βιογραφιών μεγάλων προσωπικοτήτων που ήταν σε έναν βαθμό κωφοί, όπως ο Μπετόβεν ή ο ποιητής Φίλιπ Λάρκιν, ο Desmond ανθολογεί σπαράγματα τραγικότητας. Η διάσημη επιστολή του Μπετόβεν, επί της ουσίας ένα επεξηγηματικό υστερόγραφο που ήθελε να διαβαστεί μετά τον θάνατό του -προκειμένου να εξηγήσει διάφορες συμπεριφορές του που σχετίζονταν με τη βαρηκοΐα του και που οι γύρω του παρερμήνευαν-, μπορεί να διαβαστεί, κατά τον Desmond, ως μια μορφή σημειώματος αυτοκτονίας.

Παρά τα στερεότυπα, το βαρήκοο υποκείμενο βιώνει μια μονότονη τραγικότητα, ένα αναγκαστικά μοναχικό ταξίδι που επί της ουσίας το θάβει ζωντανό.

Παρά τα στερεότυπα, το βαρήκοο υποκείμενο βιώνει μια μονότονη τραγικότητα, ένα αναγκαστικά μοναχικό ταξίδι που επί της ουσίας το θάβει ζωντανό. Αυτό δηλώνει και ο τίτλος, που ομοιάζει με φροϋδικό ολίσθημα: deaf (κωφός) όπως death (θάνατος). Η κώφωση, παρά το ότι είναι «αντιποιητική», σύμφωνα με τη λογοτεχνική παράδοση, εμπεριέχει την τραγικότητα, αφού πρόκειται για ένα προοίμιο της σιωπής του θανάτου, κάτι που αντιλαμβάνεται ο ήρωας στην επίσκεψή του στο Άουσβιτς, όπου κρατάει τα ακουστικά του βοηθήματα στα αυτιά του -παρά τη συνήθειά του να τα αφαιρεί όταν είναι μόνος- προκειμένου να «ακούσει» αυτούς ακριβώς τους ήχους της σιωπής, δηλαδή της απουσίας και της αναπότρεπτης φθοράς.

Εξαιτίας της αναπηρίας του ήρωα, μια αναπηρία που δεν αναγνωρίζεται εύκολα, καθώς δεν είναι ορατή και, όπως παρατηρεί στο βιβλίο ο Lodge, δεν προξενεί συχνά τη συμπάθεια των άλλων -αντιθέτως, ο συνομιλητής ενός βαρήκοου ατόμου συχνά δείχνει εκνευρισμό παρά κατανόηση-, στο μυθιστόρημα ανιχνεύονται τα μοτίβα ενός «disability novel». Μάλιστα, το μυθιστόρημα καταλήγει να κατακρίνει εμμέσως τον ακαδημαϊκό χώρο, που είναι βαθιά ανταγωνιστικός και συχνά απρόσιτος για άτομα που δεν έχουν οικονομική άνεση ή άλλα προνόμια, ειδικά αν έχουν κάποιας μορφής αναπηρία.

Η βαρηκοΐα, λοιπόν, ξεπηδά σαν ένα αντι-μυθιστορηματικό πρόβλημα και μετατρέπει ένα κατά τα άλλα τρομακτικό ή αισθησιακό σενάριο σε κωμωδία καταστάσεων.

Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, σε όλη την έκταση του βιβλίου, για να επιβεβαιωθεί το στερεότυπο, αλλά και επειδή η κωμωδία είναι συχνά άρρηκτα συνδεδεμένη με την τραγωδία, το πρόβλημα ακοής του πρωταγωνιστή επεμβαίνει στην πλοκή με κωμικό τρόπο, ειδικά σε στιγμές που η ένταση κορυφώνεται, όπως για παράδειγμα στη συζήτηση του Desmond με τον καθηγητή Butterworth, όταν ο δεύτερος προβαίνει σε αποκαλύψεις για την Alex, τις οποίες ο Desmond, και κατά συνέπεια και ο αναγνώστης, δεν ακούει σε πρώτο χρόνο. Το ίδιο συμβαίνει και στο τηλεφώνημα που κάνει η Alex στον Desmond, αφού αυτός αγνοήσει το ραντεβού τους. Η βαρηκοΐα, λοιπόν, ξεπηδά σαν ένα αντι-μυθιστορηματικό πρόβλημα και μετατρέπει ένα κατά τα άλλα τρομακτικό ή αισθησιακό σενάριο σε κωμωδία καταστάσεων.

Αυτό το συχνό εύρημα αποσαθρώνει δημιουργικά τη ροή της αφήγησης, δίνοντας μια πνοή χρονογραφικού ρεαλισμού που αγγίζει παράλληλα τα όρια μιας ήπιας μεταμυθοπλασίας, αφού η διάσπαση των τεκταινόμενων γίνεται με πλήρως συνειδητό τρόπο και μάλιστα σχολιάζεται όποτε συμβαίνει. Η εναλλαγή από τις ημερολογιακές σημειώσεις του καθηγητή στην τριτοπρόσωπη αφήγηση επιτρέπει στον Lodge να παίζει με τον αφηγηματικό χρόνο και να διασπά την αυτοαναφορικότητα. Όταν ο Desmond επιστρέφει στο σπίτι με τη γυναίκα του, μετά από την εναρκτήρια σκηνή του μυθιστορήματος, ο Lodge χρησιμοποιεί αυτή τη μέθοδο, παρουσιάζοντας δύο εκδοχές του διαλόγου, αυτή που ο ήρωας ακούει χωρίς προσκόμματα και την «πραγματική», ρεαλιστική εκδοχή, αυτή που ο ήρωας πρέπει να ρωτάει ξανά και ξανά τι είπε η γυναίκα του.

Τα παρωδιακά σημεία γίνονται εντονότερα στο περιστατικό της «καταστροφής», μέσω υπογραμμίσεων με μαρκαδόρο, ενός βιβλίου από τη βιβλιοθήκη του πανεπιστήμιου. Όταν ο Desmond επισκέπτεται την Alex στο διαμέρισμά της, παρατηρεί έναν μαρκαδόρο ίδιου ακριβώς χρώματος και υποθέτει πως το βιβλίο -συναφούς θέματος με την έρευνα που διεξάγει η Alex- είχε μαρκαριστεί από την ίδια. Τότε προχωρά σε αυστηρές ερωτήσεις, σε έναν διάλογο που παρωδεί ένα συχνότατο αφηγηματικό μοτίβο των campus novels, τα «μυστήρια» που αφορούν σε βιβλία και την έρευνα που γίνεται με βάση τα ευρήματα σε κάποιους τόμους. Η παρατήρηση, άλλωστε, που γίνεται στο τέλος, όταν δηλαδή ο Desmond λέει στον Butterworth ότι δεν θα εκπλαγεί αν η Alex γράψει στο μέλλον ένα campus novel με πρωταγωνιστές τους ίδιους, σηματοδοτεί αρκετά πιο ξεκάθαρα την παιγνιώδη διάθεση του Lodge και τη μερική αποστασιοποίησή του από το είδος.

Το θέμα της βαρηκοΐας

Εκτός αυτών, το βιβλίο διαβάζεται ευχάριστα χάρη στην παιγνιώδη του διάθεση απέναντι σε ένα ζήτημα υπαρξιακό, ενώ παράλληλα δίνει φωνή σε ένα φαινόμενο που δεν συζητιέται πολύ παρά τον επιπολασμό του: η βαρηκοΐα είναι συχνότερη από ό,τι πιστεύεται, αλλά συνοδεύεται διαρκώς από το στίγμα, ειδικότερα σε νεαρότερες ηλικίες. Ήδη από την εναρκτήρια σκηνή, το βαρήκοο υποκείμενο ταυτίζεται πλήρως με τον ήρωα του βιβλίου: ο Desmond προσπαθεί να ακούσει τι του λέει η νεαρή γυναίκα που βρίσκεται απέναντί του (όπως μαθαίνουμε μετά, είναι η Alex), αλλά ο ήχος της φωνής της χάνεται λόγω της φασαρίας του χώρου όπου βρίσκονται. Τα ακουστικά βοηθήματα, συχνά, παρά το ότι έχουν σχετικά προγράμματα για τον εκάστοτε χώρο, καταλήγουν να απορροφούν τον θόρυβο και όχι τη φωνή του συνομιλητή. Ο συγγραφέας περιγράφει όλη την κοινωνική ασυνταξία που προκύπτει από τη δυσχέρεια της ακοής, παρά το ότι αυτή δεν λογίζεται τόσο σημαντική όσο η έλλειψη όρασης. Το ίδιο συμβαίνει, με απολαυστικό τρόπο, και σε επόμενα κεφάλαια. Στο μοναδικό τιτλοφορούμενο κεφάλαιο, «Deaf in the afternoon» (παραπέμποντας στο βιβλίο του Χέμινγουεϊ Θάνατος στο απομεσήμερο), ο ήρωας καταβυθίζεται σταδιακά σε μια δαντική κόλαση, καταλήγοντας ολοένα και πιο αποκομμένος από τη γυναίκα του και το φιλικό ζευγάρι με το οποίο παραθερίζουν. Στο εστιατόριο «Παράδεισος» τα υλικά που πλαισιώνουν τις πόρτες, τα παράθυρα και γενικά όλη η διακόσμηση αντανακλούν τον ήχο δημιουργώντας έναν χαώδες θόρυβο που δεν επιτρέπει στον Desmond, ακόμα και με τη χρήση της ακουστικής του βοήθειας, να συμμετάσχει στη συζήτηση. Στη συνέχεια, βιώνει ένα παροδικό, αλλά τρομακτικό, επεισόδιο ολικής κώφωσης που τον φέρνει εμμέσως αντιμέτωπο με αυτοκαταστροφικές σκέψεις.

Σε όλο το βιβλίο, υπάρχουν σημειολογικές και διακειμενικές αναφορές, ενώ η έρευνα του Desmond, η οποία αφορά στον προφορικό λόγο, στη λεκτικά χρησιμοποιούμενη γλώσσα και γενικά στον λόγο (discource) ως μέσο επικοινωνίας, σχετίζεται με τον τρόπο που δομούνται πολλά από τα κεφάλαια. Κάθε εκφερόμενη πρόταση έχει κι έναν αντίκτυπο στον αποδέκτη της, είτε είναι γραπτή είτε προφορική. Τι συμβαίνει, όμως, όταν ο αποδέκτης δεν την ακούει; Όταν το σχήμα της ωτικής-προφορικής επικοινωνίας (aural-oral communication) αναγκαστικώς διαλύεται λόγω της βαρηκοΐας; Αυτό μελετά ο Lodge. Ο προφορικός λόγος, βέβαια, όπως αναφέρεται και στις σελίδες του βιβλίου, έχει πάντοτε έναν βαθμό προχειρότητας, αφού επηρεάζεται από πιο πολύπλοκους παράγοντες από ό,τι ο γραπτός λόγος, που μπορεί να διεκδικήσει ευκολότερα ένα ορισμένο επίπεδο τελειότητας στη σύνθεσή του.

Ωστόσο, ακριβώς μέσα από την αναγκαστική αποφυγή της τελειότητας, από τη συνειδητοποίηση της ανθρώπινης φθοράς, αναδεικνύεται το βάθος της ανθρωπινότητας.

Ωστόσο, ακριβώς μέσα από την αναγκαστική αποφυγή της τελειότητας, από τη συνειδητοποίηση της ανθρώπινης φθοράς, αναδεικνύεται το βάθος της ανθρωπινότητας. Αυτό γίνεται φανερό σε πολλές από τις ημερολογιακές καταγραφές του Desmond -για παράδειγμα, η φωτογραφική έκθεση που παρακολουθεί έχει ως τίτλο «Mis-Takes» («Λάθη»)- και κυρίως από την αναφορά στον ζωγράφο Φρανθίσκο Γκόγια, που, ειδικά στα υστερότερα έργα του, υποφέροντας επίσης από δυσχέρεια στην ακοή ως απότοκο συφιλιδικής λοίμωξης, αποτύπωσε την ανθρώπινη φύση μέσα από τη φθορά, με σχέδια που εκβάλλουν στις όχθες του ατελούς.

Εκεί, σε τελική ανάλυση, εδράζεται και το νόημα του βιβλίου, κάτω από την επιφάνεια του κωμικού: στην αποδοχή του φάσματος του θανάτου, της ανθρώπινης φθοράς, των γηρατειών, αλλά και της κατεστραμμένης νεότητας, όπως αποτυπώνεται στο πρόσωπο της Alex.

Όσα διαδραματίζονται προς το τέλος του βιβλίου, με την επίσκεψη του Desmond στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Άουσβιτς, μοιάζουν κάπως παράταιρα με την κύρια πλοκή, όπως και ο θάνατος του πατέρα του. Ωστόσο, λίγο πριν από το κλείσιμο του βιβλίου, ο Lodge καταφέρνει να ενώσει αυτές τις επιμέρους αφηγήσεις σε ένα ψηφιδωτό διαφόρων επιπέδων και ειδών θανάτου και πόνου: από την καρκινοπαθή πρώτη γυναίκα του Desmond, στα θύματα του Άουσβιτς, στον θάνατο του πατέρα του από τα γηρατειά, αλλά και στην ίδια τη συνθήκης της βαρηκοΐας, που τη χαρακτηρίζει ως ένα -κωμικοτραγικό εντέλει, όπως όλες οι ανθρώπινες καταστάσεις- απείκασμα ενός πρώιμου θανάτου.

Φυσικά, αναφέρονται και τα θετικά της βαρηκοΐας: ο ήρωας μπορεί να βυθιστεί ανά πάσα στιγμή σε μια ευεργετική σιωπή, μπορεί να αποφύγει τη φασαρία των μέσων μαζικής μεταφοράς, να ξεφύγει από μια δυσάρεστη συζήτηση. Η βαρηκοΐα άλλωστε υπήρξε για πολλούς από τους προαναφερόμενους καλλιτέχνες μια πρωτοφανής αποκάλυψη που χάρισε βάθος και νέες προοπτικές στο έργο τους. Ο Desmond θεωρεί ότι αυτό συνέβη επειδή είχαν τη μεγαλοφυΐα να κοσκινίσουν τα θετικά της συγκεκριμένης κατάστασης, αλλά μετά την επίσκεψη στο Άουσβιτς, προσγειώνει τον εαυτό του σε μια επανεκτίμηση των όσων έχει, παραβλέποντας τα επουσιώδη. Η βαρηκοΐα τον φέρνει στη θέση του μαθητή, αφού αρχίζει να παρακολουθεί μαθήματα χειλεανάγνωσης, συνειδητοποιώντας τις πολλές γλώσσες που δεν γνωρίζουμε και καλούμαστε να μάθουμε κατά τη διάρκεια της ζωής μας. Ως γλωσσολόγος καταλαβαίνει πως τελικά όλα είναι ζήτημα γλώσσας: η εκφορά, ο τονισμός, η πρόσληψη και η ανάλυση, όλα εδράζονται στην επικοινωνία και, τελικά, η γλώσσα είναι ένα φαινόμενο εκτενές, ατέλειωτο και μη στατικό που καλούμαστε να συνεχίσουμε να μαθαίνουμε σε όλη τη διάρκεια της ζωής μας, ανεξάρτητα από το ποιοι και ποιες είμαστε.

*Ο ΑΝΤΩΝΗΣ ΓΟΥΛΙΑΝΟΣ είναι συγγραφέας και κριτικός.


 Δυο λόγια για τον συγγραφέα

Ο Ντέηβιντ Λοτζ (1935-2025) γεννήθηκε στο Λονδίνο. Διετέλεσε επίτιμος καθηγητής στην έδρα της Σύγχρονης Αγγλικής Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο του Μπέρμιγχαμ, όπου δίδαξε για τρεις σχεδόν δεκαετίες (1960-1987), και ήταν μέλος της Βασιλικής Εταιρείας Γραμμάτων και Ιππότης του Τάγματος Τεχνών και Γραμμάτων. Είχε γράψει μυθιστορήματα και νουβέλες, που έχουν μεταφραστεί σε είκοσι πέντε γλώσσες.

david lodge

Ανάμεσά τους είναι τα "The Picturegoers" (1960), "Ginger you 're Barmy" (1962), "The British Museum is Falling Down" (1965), "Out of the Shelter" (1970), "Changing Places"/"Αλλάζοντας θέσεις" (1975, Βραβείο Hawthornden και Βραβείο καλύτερου μυθιστορήματος της Yorkshire Post), "How Far Can You Go?" (1980, Διάκριση Whitbread καλύτερου βιβλίου της χρονιάς), "Small World"/"Μικρός που είναι ο κόσμος" (1984) και "Nice Work"/"Ούτε γάτα ούτε ζημιά" (1998), που ήταν και τα δύο υποψήφια για το Booker και μεταφέρθηκαν με επιτυχία στην τηλεόραση, "Paradise News"/"Νέα από τον παράδεισο" (1991), "Therapy"/"Η θεραπεία" (1995), που ήταν το 1996 ανάμεσα στις τελικές υποψηφιότητες για το Βραβείο Συγγραφέων της Κοινοπολιτείας, "Home Truths" (1999), "Thinks..."/"Σκέψεις, σκέψεις" (2001), "Author, Author"/"Τον συγγραφέα!" (2004), "Deaf Sentence"/"Ανήκουστος βλάβη" (2008), "A Man of Parts (H. G. Wells)" (2011). Στο πλούσιο έργο του ως θεωρητικού της λογοτεχνίας συγκαταλέγονται τα "The Novelist at the Crossroads" (1971), "The Modes of Modern Writing" (1977), "Working with Structuralism" (1981), "After Bakhtin: Essays on Fiction and Criticism" (1990), "The Art of Fiction" (1992), "The Practice of Writing" (1996), "Consciousness and the Novel: Connected Essays" (2003), "The Year of Henry James" (2006), ενώ είχε επιμεληθεί και την έκδοση πολλών κλασικών μυθιστορημάτων και ανθολογιών κριτικής. Επίσης είχε γράψει θεατρικά έργα καθώς και τηλεοπτικά σενάρια που έχουν αποσπάσει πολλές τιμητικές διακρίσεις. To 1998 του απoνεμήθηκε ο τίτλος CBE (Commander of the British Empire) για τις υπηρεσίες του στη λογοτεχνία. 

Ακολουθήστε την bookpress.gr στο Google News και διαβάστε πρώτοι τα θέματα που σας ενδιαφέρουν.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

«Τέλος του κόσμου, αγάπη μου» της Άλα Γκορμπουνόβα – Μυθολογικοί κατακλυσμοί και μετασοβιετικές πραγματικότητες

«Τέλος του κόσμου, αγάπη μου» της Άλα Γκορμπουνόβα – Μυθολογικοί κατακλυσμοί και μετασοβιετικές πραγματικότητες

Για τη συλλογή διηγημάτων της Άλα Γκορμπουνόβα, «Τέλος του κόσμου, αγάπη μου» (μτφρ. Ξένια Καλαϊτζίδου, εκδ. Καστανιώτη), «οι δύο πρώτες μετασοβιετικές δεκαετίες αποδίδονται με εκπλήσσουσα ζωντάνια, ευθυβολία, ποιητικίζουσα γλώσσα κι ένα ιδιάζον μείγμα τρυφερότητας και σκληρότητας». 

...
«Τζακαράντα» του Γκαέλ Φάιγ (κριτική) – Η γενοκτονία των Τούτσι και το διαγενεακό τραύμα στη λογοτεχνία

«Τζακαράντα» του Γκαέλ Φάιγ (κριτική) – Η γενοκτονία των Τούτσι και το διαγενεακό τραύμα στη λογοτεχνία

Για το μυθιστόρημα του Γκαέλ Φάιγ (Gaël Faye) «Τζακαράντα» (μτφρ. Γιάννης Στρίγκος, εκδ. Πατάκη). Εικόνα: Δεκατετράχρονος επιζών της γενοκτονίας των Τούτσι. © Unicef

Γράφει η Αγγελική Σπηλιοπούλου

Ο ...

«Πλάνη» του Γιούρι Φέλσεν (κριτική) – Το μυθιστόρημα του «Ρώσου Προυστ» για τη γλώσσα και τον έρωτα

«Πλάνη» του Γιούρι Φέλσεν (κριτική) – Το μυθιστόρημα του «Ρώσου Προυστ» για τη γλώσσα και τον έρωτα

Για το μυθιστόρημα του Γιούρι Φέλσεν (Juri Felsen) «Πλάνη» (μτφρ. Ελένη Μπακοπούλου, εκδ. Gutenberg). 

Γράφει ο Φώτης Καραμπεσίνης 

Θαυμάζω τους δημιουργούς που σε πείσμα της εποχής και των αντ...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

«Το άσυλο» της Ειρήνης Βλάχου (κριτική) – Ιστορίες μεταναστών και προσφύγων στην Υπηρεσία Ασύλου

«Το άσυλο» της Ειρήνης Βλάχου (κριτική) – Ιστορίες μεταναστών και προσφύγων στην Υπηρεσία Ασύλου

Για το βιβλίο της Ειρήνης Βλάχου «Το άσυλο» (εκδ. Αντίποδες). Εικόνα: Wikimedia Commons. 

Γράφει η Ιωάννα Φωτοπούλου 

Το καλοκαίρι του 2025 αναστέλλεται η πρόσβαση στη διαδικασία ασύλου για άτομα που έφτ...

65 ισπανόγραφα μικροδιηγήματα από 10 ισπανόφωνες χώρες (ανθολόγηση – μετάφραση: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος)

65 ισπανόγραφα μικροδιηγήματα από 10 ισπανόφωνες χώρες (ανθολόγηση – μετάφραση: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος)

Μια ελάχιστη ανθολογία 65 ισπανόγραφων μικροδιηγημάτων προερχόμενα από δέκα ισπανόφωνες χώρες.

Ανθολόγηση – Μετάφραση: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος

65 μικροδιηγήματα από 10 ισπανόφωνες χώρες. 65 αστραπιαίες γεύσεις από την ισπανόγραφη μικρομυθοπλασία. Η αν...

«2052: Το μυθιστόρημα των τριών» (κριτική) – Γράφοντας με την Τεχνητή Νοημοσύνη δίπλα και απέναντι

«2052: Το μυθιστόρημα των τριών» (κριτική) – Γράφοντας με την Τεχνητή Νοημοσύνη δίπλα και απέναντι

Για το μυθιστόρημα των Μάνου Στεφανίδη, Γιώργου Αριστηνού και Joe «2052: Το μυθιστόρημα των τριών» (εκδ. Νίκας). 

Γράφει ο Σόλωνας Παπαγεωργίου

Πώς μπορούμε και πώς «πρέπει» να γράφουμε την εποχή της ...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

«Block Delete» του Βαγγέλη Γιαννίση (προδημοσίευση)

«Block Delete» του Βαγγέλη Γιαννίση (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το νέο αστυνομικό μυθιστόρημα του Βαγγέλη Γιαννίση «Block Delete», το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 21 Απριλίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

...

«Η μελωδία των αγαλμάτων» του Παναγιώτη Γούτα (προδημοσίευση)

«Η μελωδία των αγαλμάτων» του Παναγιώτη Γούτα (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Παναγιώτη Γούτα «Η μελωδία των αγαλμάτων», το οποίο θα κυκλοφορήσει στα μέσα του Απριλίου από τις εκδόσεις Βακχικόν. Φωτογραφία © Ανδρέας Σφυρίδης

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ο Νάσος Γρηγ...

«Είμαι αυτό που είμαι» της Φανής Κεχαγιά (προδημοσίευση)

«Είμαι αυτό που είμαι» της Φανής Κεχαγιά (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση διηγήματος από τη συλλογή διηγημάτων της Φανής Κεχαγιά «Είμαι αυτό που είμαι», η οποία θα κυκλοφορήσει στις 17 Απριλίου από τις εκδόσεις Μετρονόμος.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΔΑ ...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

65 ισπανόγραφα μικροδιηγήματα από 10 ισπανόφωνες χώρες (ανθολόγηση – μετάφραση: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος)

65 ισπανόγραφα μικροδιηγήματα από 10 ισπανόφωνες χώρες (ανθολόγηση – μετάφραση: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος)

Μια ελάχιστη ανθολογία 65 ισπανόγραφων μικροδιηγημάτων προερχόμενα από δέκα ισπανόφωνες χώρες.

Ανθολόγηση – Μετάφραση: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος

65 μικροδιηγήματα από 10 ισπανόφωνες χώρες. 65 αστραπιαίες γεύσεις από την ισπανόγραφη μικρομυθοπλασία. Η αν...

Μικρά θαύματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας: Μαν, Τζόις, Πόε, Μάνσφιλντ, Γκάσκελ, Ντ' Άρτσο

Μικρά θαύματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας: Μαν, Τζόις, Πόε, Μάνσφιλντ, Γκάσκελ, Ντ' Άρτσο

Η σειρά «Τα μικρά» των εκδόσεων Μεταίχμιο δίνει τη δυνατότητα στο αναγνωστικό κοινό να διαβάσει σπουδαία διηγήματα και νουβέλες της μιας ανάσας από σημαντικούς συγγραφείς. Επτά ολιλοσέλιδα τομίδια πυκνής λογοτεχνικής αξίας με τις υπογραφές των Μαν, Τζόις, Πόε, Μάνσφιλντ, Γκάσκελ, Ντ' Άρτσο.

...
Τι διαβάζουμε τώρα: Αστυνομικά, θρίλερ, μυστήριο – 15 μυθιστορήματα, ελληνικά και μεταφρασμένα

Τι διαβάζουμε τώρα: Αστυνομικά, θρίλερ, μυστήριο – 15 μυθιστορήματα, ελληνικά και μεταφρασμένα

Ανατροπές, σκοτεινοί ήρωες, μυστήριο και κοινωνικός σχολιασμός: δεκατέσσερα πρόσφατα αστυνομικά μυθιστορήματα ελληνικής και μεταφρασμένης λογοτεχνίας που τραβούν την προσοχή μας και μία συλλογή ημερολογίων μιας μεγάλης συγγραφέα του είδους. Εικόνα: Από την ταινία «Έγκλημα στα παρασκήνια» του Ντίνου Κατσουρίδη.&...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΦΑΚΕΛΟΙ