
Για το μυθιστόρημα της Τούβε Γιάνσον [Tove Jansson] «Το βιβλίο του καλοκαιριού» (μτφρ. Αγγελική Νάτση, εκδ. Αίολος). Κεντρική εικόνα από την κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίου, σε σκηνοθεσία του Charlie McDowell, η οποία θα παρουσιαστεί στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Λονδίνου στις 12 Οκτωβρίου. Στον ρόλο της γιαγιάς η σπουδαία Glenn Close.
Γράφει η Φανή Χατζή
Η Τούβε Γιάνσον, Φινλανδή ζωγράφος, συγγραφέας και εικονογράφος, έχει μείνει γνωστή για τη δημιουργία των θρυλικών Μούμιν, των πλασμάτων που πρωταγωνιστούν στην ομώνυμη σειρά βιβλίων και ταινιών. Με το πρώτο της βιβλίο ενηλίκων, ωστόσο, το Βιβλίο του καλοκαιριού (μτφρ. Αγγελική Νάτση, εκδ. Αίολος) που μελετά την τρυφερή σχέση γιαγιάς και εγγονής, η Γιάνσον άφησε πίσω της ένα πολύ ισχυρό λογοτεχνικό δείγμα. Το βιβλίο δεν αναφέρεται σε ένα ηλιόλουστο, «ελληνικό» καλοκαίρι, όμως προσφέρει απαράμιλλη ζεστασιά, ιδανική για τo φθινόπωρο που έρχεται.
Καλοκαίρι στο νησί
Το βιβλίο του καλοκαιριού εκτυλίσσεται κατά τη διάρκεια ενός καλοκαιριού, από τον Μάιο μέχρι τον Αύγουστο. Το διάστημα αυτό δίνεται μέσα από είκοσι δύο αυτοτελείς βινιέτες, κάθε μία από τις οποίες αφορά μία περιπέτεια γιαγιάς και εγγονής. Η Φινλανδή συγγραφέας έγραψε το βιβλίο ένα χρόνο έπειτα από τον θάνατο της μητέρας της, Σίγκνε, που ενέπνευσε τον χαρακτήρα της ανώνυμης γιαγιάς. Η μικρή Σοφία πλάστηκε καθ’ εικόνα της συνονόματης ανιψιάς της συγγραφέως, η οποία, μεσήλικη πλέον, έχει αναλάβει τη διαχείριση του έργου της θείας της.
Σημαντικός «χαρακτήρας» στο βιβλίο είναι επίσης το μικρό νησί του φινλανδικού κόλπου στο οποίο η οικογένεια Γιάνσον περνούσε πολλά καλοκαίρια. Η περίκλειστη καθημερινότητα στο νησί αποτελεί, με τα λόγια της γιαγιάς στο βιβλίο, «μια αδιαίρετη οντότητα». Οι έξωθεν καλεσμένοι δε μπορούν να προσαρμοστούν σε αυτήν, αλλά για τους οίκοθεν είναι σωτήρια. Σε ένα τέτοιο νησί έζησε και η Τούβε Γιάνσον πάνω από τριάντα καλοκαίρια με τη σύντροφό της Τουλίκι Πιετίλα ή Τούκι. Σε μια εποχή που η ομοφυλοφιλία ήταν νόσος, το νησί επέτρεπε στις δυο γυναίκες να περάσουν τους θερινούς μήνες σε ένα καθεστώς απόλυτης ελευθερίας.
Η πιο γλυκιά σχέση
Κεντρικό θέμα του βιβλίου είναι η τρυφερή σχέση ανάμεσα στη γιαγιά και την εγγονή, που δεν δίνεται μέσα από ανιαρές φιλοφρονήσεις, χάδια και δηλώσεις αγάπης, αλλά μέσα από τους έξυπνους διαλόγους με τους οποίους η μία προκαλεί την άλλη, μέσα από τις συγκρούσεις και τις ευφάνταστες ασχολίες τους. Οι περιπέτειές τους είναι ανεξάντλητες, σκαλίζουν φιγούρες στο δάσος, βγαίνουν έξω στη μέση της νύχτας να ακούσουν τις χιονόπαπιες, χτίζουν τη Βενετία με πέτρες και πασαλάκια, ξαπλώνουν στη μέση του δάσους, καταπατούν ακόμα και την ιδιωτική περιουσία ενός επιχειρηματία που χαλά το τοπίο με τη βίλα του. Όλες οι σκανδαλιές τους παραμένουν μυστικές, καμία δεν προδίδει την άλλη.
Η γιαγιά είναι μια καθησυχαστική παρουσία, ένα πρότυπο και ταυτόχρονα αποκούμπι για τη μικρή που έχασε μόλις τη μητέρα της και έχει έναν μπαμπά που δουλεύει διαρκώς. Η ίδια ανταποδίδει την αγάπη φροντίζοντας τη γιαγιά της, δίνοντάς της όλη της την προσοχή.
Η γιαγιά είναι μια καθησυχαστική παρουσία, ένα πρότυπο και ταυτόχρονα αποκούμπι για τη μικρή που έχασε μόλις τη μητέρα της και έχει έναν μπαμπά που δουλεύει διαρκώς. Η ίδια ανταποδίδει την αγάπη φροντίζοντας τη γιαγιά της, δίνοντάς της όλη της την προσοχή. Το μοναδικό σύννεφο που σκεπάζει τις στιγμές τους είναι η υπενθύμιση του θανάτου, διαρκής και απρόβλεπτη όπως συναντάται στη φύση σε νεκρά σώματα και κρανία ζώων. Η Σοφία είναι αρκετά μικρή, ώστε να δηλώσει περίτρανα τον φόβο της. Η πορεία, όμως, προς την απόλυτη συμφιλίωση με τον θάνατο και την εξοικείωση με την απώλεια είναι κάτι που πρέπει να διανύσει και η γιαγιά της.
Φύση, Είδη και Ανεκτικότητα
Μια γυναίκα που το σώμα της φθίνει, αλλά η καρδιά της παραμένει παιδική και ένα παιδί που θέλει να μάθει όσα περισσότερα μπορεί από τον ενήλικο κόσμο δημιουργούν ένα αντισυμβατικό για τη μυθοπλασία δίδυμο. Τα δύο αλληλοσυμπληρωμένα άκρα, όμως, συγκλίνουν στην απόλυτη, λατρευτική αγάπη τους για τη φύση, για το μέρος στο οποίο συμβιώνουν. Δεν είναι τυχαίο ότι οι δύο πρωταγωνίστριες έχουν και ηλικιακά εναρμονισμένη σχέση με τη φύση, η μικρή λόγω παιδικής περιέργειας, η μεγάλη λόγω μιας προμοντερνικής εμπιστοσύνης σε αυτήν.
Η Γιάνσον γράφει για τη φύση προωθώντας έναν σπάνιο σεβασμό, καταφέρνοντας να υπογραμμίσει την ευθραυστότητα των ειδών που μας περιβάλλουν. Υποκλίνεται στο μεγαλείο της, χωρίς να υποπέσει σε περιβαλλοντικές κινδυνολογίες ή ρομαντικοποιήσεις μιας ζωής μακριά από την τεχνολογία.
Η Γιάνσον γράφει για τη φύση προωθώντας έναν σπάνιο σεβασμό, καταφέρνοντας να υπογραμμίσει την ευθραυστότητα των ειδών που μας περιβάλλουν. Υποκλίνεται στο μεγαλείο της, χωρίς να υποπέσει σε περιβαλλοντικές κινδυνολογίες ή ρομαντικοποιήσεις μιας ζωής μακριά από την τεχνολογία. Η λέξη που ξεκλειδώνει τη φιλοσοφία της Γιάνσον είναι η λέξη που μαθαίνει η γιαγιά στην εγγονή σε κάποια φάση του βιβλίου: ανεκτικότητα, μια ανεκτικότητα προς τις απόψεις των άλλων, τις επιλογές τους, αλλά και την ίδια τη φύση, μια ανεκτικότητα που η συγγραφέας εμφύσησε ακόμα και στα παιδικά της βιβλία.
![]() |
|
Η Τούβε Γιάνσον (Tove Jansson) γεννήθηκε το 1914 στο Ελσίνκι και ανήκει στη σουηδόφωνη μειονότητα της Φινλανδίας. Ο πατέρας της ήταν γλύπτης και η μητέρα της γραφίστρια και εικονογράφος. Τους χειμώνες τους περνούσε στο γεμάτο τέχνη ατελιέ της οικογένειας και τα καλοκαίρια σε ένα καλύβι ψαράδων στο αρχιπέλαγος Πέλινγκε, ένα μέρος που θα εμφανιζόταν αργότερα στο συγγραφικό της έργο για ενήλικες και παιδιά. Η Γιάνσον λάτρευε τα βιβλία από παιδί και η πρώτη της εικονογράφηση δημοσιεύτηκε όταν ήταν δεκαπέντε ετών, ενώ τέσσερα χρόνια αργότερα κυκλοφόρησε ένα εικονογραφημένο βιβλίο της με ψευδώνυμο. Φοίτησε σε σχολές τέχνης, τόσο στη Στοκχόλμη όσο και στο Παρίσι. Επέστρεψε στο Ελσίνκι, όπου στις δεκαετίες του 1940 και του 1950 κέρδισε την καλλιτεχνική αναγνώριση. Από το 1929 έως το 1953 έκανε χιουμοριστικές εικονογραφήσεις και πολιτικές γελοιογραφίες για το αριστερό αντιφασιστικό φινλανδο-σουηδικό περιοδικό Garm. Στο ίδιο περιοδικό πρωτοεμφανίστηκε το διάσημο δημιούργημά της, ο Μούμιντρολ, ένας χαρακτήρας που έμοιαζε με ιπποπόταμο. Η Γιάνσον συνέχισε να γράφει τις περιπέτειες του Μούμιντρολ, της οικογένειας Μούμιν και των περίεργων φίλων τους σε κόμιξ και σε μια σειρά βιβλίων για παιδιά που έχουν μεταφραστεί σε όλο τον κόσμο, εμπνέοντας ταινίες, αρκετές τηλεοπτικές σειρές, μια όπερα, ακόμα και θεματικά πάρκα στη Φινλανδία και την Ιαπωνία. Έγραψε επίσης έντεκα μυθιστορήματα και συλλογές διηγημάτων για ενήλικες. Το 1994 της απονεμήθηκε το βραβείο της Σουηδικής Ακαδημίας. Η Γιάνσον πέθανε το 2001. |
Η αγάπη, η πίστη και άλλα μεγάλα πράγματα
Μια ακόμη λειτουργία που εξυπηρετεί το χάσμα των δύο βασικών ηρωίδων είναι το απόσταγμα της διαγενεακής τους επαφής. Αυτά που η Σοφία ανακαλύπτει με λαχτάρα είναι αυτά στα οποία η γιαγιά της αποδίδει τη μεγαλύτερη σημασία﮲ η αγάπη, η πίστη, η οικογένεια, η μαγεία της φαντασίας. Όλα όσα μεσολαβούν, στα οποία είμαστε όλοι αφοσιωμένοι στο ενδιάμεσο, η δουλειά, το άγχος, η πίεση, εδώ απουσιάζουν. Αυτό, ίσως, είναι και το μυστικό της νοσταλγικότητάς του, ο λόγος που το βιβλίο αξίζει να διαβαστεί τώρα, στον απόηχο του καλοκαιριού, τώρα που κατακάθεται η μελαγχολία για το παροδικό της ξεγνοιασιάς και της ελευθερίας του καλοκαιριού.
Η Γιάνσον έγραψε το πιο ήσυχο και ταυτόχρονα εκκωφαντικό βιβλίο...
Το λιτό, συναισθηματικά νηφάλιο έργο της Γιάνσον μπορεί να διαβαστεί με πολλούς τρόπους. Είτε ως βιβλίο ενηλικίωσης, είτε ως ένα βιβλίο συμφιλίωσης με τον θάνατο και σπουδή στο πένθος. Μπορεί εξίσου να διαβαστεί ως ένα έργο αντισπισισμού και οικοφεμινισμού. Το επίμετρο της μεταφράστριας Αγγελικής Νάτση βοηθά να το αναγνώσουμε ως τέτοιο. Σε κάθε περίπτωση, η Γιάνσον έγραψε το πιο ήσυχο και ταυτόχρονα εκκωφαντικό βιβλίο, όπου, όσο ειρωνικό κι αν ακούγεται δεδομένου ότι η γιαγιά της Σοφίας σιχαίνεται τις μεταφορές, κάθε μικρό κεφάλαιο διαβάζεται ως ένα δίδαγμα για τη ζωή.
*Η ΦΑΝΗ ΧΑΤΖΗ είναι μεταφράστρια, απόφοιτος του Μεταπτυχιακού Προγράμματος Αγγλικών και Αμερικανικών Σπουδών.

























