
Για το μυθιστόρημα του Κερτ Βόννεγκατ [Kurt Vonnegut] «Το πρωινό των πρωταθλητών» (μτφρ. Αλέξης Καλοφωλιάς, εκδ. Πατάκη). Κεντρική εικόνα: από την κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίου με πρωταγωνιστή τον Μπρους Γουίλις.
Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος
Πράγματα που συμβαίνουν κάποια στιγμή στην πορεία ενός συγγραφέα. Ιδιαιτέρως σε εκείνους που είναι από τη φύση τους ξεχωριστές περσόνες. Το 1971, σύμφωνα με τους New York Times, o Κερτ Βόννεγκατ βρισκόταν στη μέση ενός νέου μυθιστορηματικού σχεδίου. Δύο χρόνια πιο πριν είχε εκδώσει το αλλόκοτο Σφαγείο Νούμερο Πέντε με πρωταγωνιστή μια καλτ φιγούρα, τον Πιλ Πίλγκριμ, και οι κριτικές που είχε λάβει τού έδιναν το αναφαίρετο δικαίωμα να σχεδιάσει με ησυχία το επόμενο βήμα του.
Ησυχία; Εντελώς άγνωστη λέξη για τον Αμερικανό συγγραφέα που ήταν το αντιπαράδειγμα της βολής και της ηρεμίας. Ξεκίνησε, λοιπόν, σύμφωνα με δήλωση που είχε κάνει στους NY Times, να γράφει Το πρωινό των πρωταθλητών (μτφρ. Αλέξης Καλοφωλιάς, εκδ. Πατάκη).
Η αρχική ιδέα του ήταν να φτιάξει έναν φανταστικό κόσμο (από τους πολλούς που δημιούργησε στα βιβλία του) όπου όλοι οι κάτοικοί του είναι ρομπότ, με εξαίρεση τον αφηγητή που θα ήταν άνθρωπος.
Ως εδώ καλά. Μόνο που φτάνοντας κάπου στη μέση αποφάσισε πως δεν ήθελε να συνεχίσει άλλο το βιβλίο. Η αρχική ιδέα του ήταν να φτιάξει έναν φανταστικό κόσμο (από τους πολλούς που δημιούργησε στα βιβλία του) όπου όλοι οι κάτοικοί του είναι ρομπότ, με εξαίρεση τον αφηγητή που θα ήταν άνθρωπος. Κάτι δεν του πήγαινε, κάτι δεν προχωρούσε και με τη συνήθη αθυροστομία του απεφάνθη στους δημοσιογράφους που τον ρώτησαν το γιατί και το διότι: «Επειδή είναι για πέταμα!». Σοφόν το σαφές.
Το σκωπτικό ύφος
Η ιστορία έδειξε πως το βιβλίο έμελλε (ευτυχώς) να εκδοθεί από τον Βόννεγκατ, αφού όμως γράφτηκε κάτω από διαφορετική οπτική γωνία. Τη… γωνία θέασης του Βόννεγκατ που πάντα ήταν ξεχωριστή, ολότελα απρόβλεπτη και πάνω από όλα πρωτοποριακή ακόμη και για τα σημερινά δεδομένα.
Εξαρχής ο Βόννεγκατ, με το γνωστό σκωπτικό του ύφος, δηλώνει στο Πρωινό των πρωταθλητών ότι ο τίτλος είναι σήμα κατατεθέν της εταιρείας General Mills Inc. και χρησιμοποιείται ως σλόγκαν σε μια μάρκα δημητριακών. Ως εκ τούτου, σπεύδει να διευκρινίσει πως ούτε χορηγία (!) έλαβε από την εταιρεία ούτε και είχε σκοπό να διαφημίσει τα προϊόντα της. Αυτή είναι η πρώτη από τις πολλές «ρουκέτες» που θα ρίξει ο συγγραφέας μέσα στο βιβλίο.
Μια πόλη στην οποία το μπάχαλο είναι συνώνυμο της κανονικότητας.
Ακολουθούν κι άλλες: πρώτα η πόλη, το Μίντλαντ Σίτυ. Ολότελα επινοημένη, αν και μας την προσδιορίζει κάπου στο Οχάιο. Έχει καλώς. Δεν είναι η πρώτη φορά που βλέπουμε επινοημένες πόλεις από συγγραφείς (σας θυμίζει κάτι η περίβλεπτη Γιοκναπατάουφα του Φόκνερ;). Όμως είναι μια πόλη στην οποία το μπάχαλο είναι συνώνυμο της κανονικότητας.

Οι πρωταγωνιστές
Στη συνέχεια μας εισάγει σχεδόν εκ παραλλήλου τους δύο βασικούς πρωταγωνιστές του βιβλίου. Ο ένας είναι ένας άσημος συγγραφέας επιστημονικής φαντασίας ονόματι Κίλγκορ Τράουτ. Πρόκειται για τον ορισμό της «περιπτωσάρας»: μανιώδης γραφομανής, έχει συγγράφει εκατοντάδες μυθιστορήματα και διηγήματα, αλλά κανένα δεν έχει εκδοθεί, καθώς δεν θέλει να έχει σχέση με εκδοτικούς. Το μόνο που κάνει είναι να στέλνει σποραδικά κάποιες ιστορίες του σε πορνοπεριοδικά που τις δημοσιεύουν μεν, αλλά διανθισμένες με εικόνες αισθητικής ανάλογης με το περιεχόμενό τους. Δεν το λες και επιτυχία όλο αυτό.
Ως κλασικός συγγραφέας επιστημονικής φαντασίας, μάς λέει ο Βόννεγκατ, ο Τράουτ δεν έχει καμία γνώση της επιστήμης και της τεχνολογίας. Γράφει με όπλο μόνο την αχαλίνωτη φαντασία του.
Ως κλασικός συγγραφέας επιστημονικής φαντασίας, μάς λέει ο Βόννεγκατ, ο Τράουτ δεν έχει καμία γνώση της επιστήμης και της τεχνολογίας. Γράφει με όπλο μόνο την αχαλίνωτη φαντασία του. Και, ναι, γράφει για τα πάντα με πυρετώδη ρυθμό.
Κάποια στιγμή, όμως, θα δεχθεί μια τιμητική πρόσκληση να παραβρεθεί σε ένα Φεστιβάλ Τεχνών που πρόκειται να διεξαχθεί στο Μίντλαντ Σίτυ. Ω, της παραξενιάς! Αυτός που τον ανακάλυψε είναι ένας περίεργος μαικήνας των τεχνών που, Κύριος οίδε πώς, έπαθε εμμονή μ' αυτά που διάβασε και αποφάνθηκε πως ο Τράουτ θα γίνει κάποια στιγμή η μεγαλύτερη φυσιογνωμία της χώρας.
Ο έτερος Καππαδόκης της ιστορίας είναι ο Ντουέιν Χούβερ, ένας πλούσιος έμπορος αυτοκινήτων της πόλης που λόγω κακών χημικών που κουβαλάει στο μυαλό του (αυτή είναι η εξήγηση που δίνει ο Βόννεγκατ) έχει μια δόση τρέλας που που σύντομα αποδεικνύεται επικίνδυνη.
Αυτοί οι δύο άνθρωποι θα συναντηθούν. Το κανονίζει έτσι ο συγγραφέας ώστε όταν φτάσει ο Στράουτ στην πόλη, έπειτα από ένα αδιανόητα κοπιαστικό ταξίδι, θα βρεθούν σε ένα μπαρ κι εκεί ο Χούβερ θα πάρει στα χέρια του ένα συγκεκριμένο χειρόγραφο του Στράουτ, το Τώρα μπορεί να ειπωθεί, στο οποίο υπάρχει (εγκιβωτισμένο) το αρχικό σχέδιο του βιβλίου που είχε στο μυαλό του ο Βόννεγκατ.
Ο Χούβερ παίρνει τοις μετρητοίς ό,τι διαβάζει, τον πιάνει μανία και αρχίζει να επιτίθεται σε όποιον βλέπει μπροστά του. Ακόμη και στον Στράουτ που του κόβει ένα κομμάτι από ένα δάχτυλο. Μύλος, πραγματικός μύλος, με τον Χούβερ να είναι σαν ταύρος εν υαλοπωλείο.
Αξίζει να σημειωθεί πως παρών στο περιστατικό και σε κάμποσα άλλα είναι ο ίδιος ο συγγραφέας. Ναι, στο βιβλίο μετέχει και ο Βόννεγκατ. Βλέπει από πολύ κοντά αυτά που έχει επινοήσει και συλλειτουργεί ως άλλος ήρωας του βιβλίου. Αυτό θα πει ευφάνταστη σκέψη.
![]() |
|
Ο Κερτ Βόννεγκατ (Ινδιανάπολη, 1922 – Νέα Υόρκη, 2007) υπήρξε ένας από τους ελάχιστους µεγάλους δασκάλους των αµερικανικών γραµµάτων. Έχει γράψει δεκατέσσερα μυθιστορήματα, τρεις συλλογές διηγημάτων, πέντε θεατρικά έργα και πέντε δοκίμια. Σπούδασε βιοχημεία στο Πανεπιστήμιο Κορνέλ και στον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο υπηρέτησε στην αμερικανική αεροπορία. Ως αιχμάλωτος πολέμου στη Γερμανία, επέζησε του βομβαρδισμού της Δρέσδης από τις συμμαχικές δυνάμεις τον Φεβρουάριο του ’45 (135.000 άνθρωποι δεν επέζησαν), γεγονός που καθόρισε, κατά κάποιον τρόπο, την απόφασή του να γίνει συγγραφέας. Στα τέλη της δεκαετίας του ’40 εργάστηκε ως δημοσιογράφος και κειμενογράφος σε γραφεία δημοσίων σχέσεων. Το πρώτο του μυθιστόρημα, Το πιάνο-πιανίστας (1952), έχει σκηνικό μια μηχανοποιημένη κοινωνία. Ακολούθησαν οι Σειρήνες του Τιτάνα (1959), ένα επικό διαπλανητικό ταξίδι όπου η ανθρώπινη ιστορία περιγράφεται ως ένα τυχαίο γεγονός. Στο Λίκνο της γάτας (1963· υπό έκδοση από τις Εκδόσεις Πατάκη, μτφρ. Αλέξης Καλοφωλιάς), μια ομάδα κατοίκων σε ένα νησί της Καραϊβικής υιοθετεί μια καινούρια θρησκεία, στο Ο Θεός να σας έχει καλά, κύριε Ροουζγουότερ (1965· υπό έκδοση από τις Εκδόσεις Πατάκη, μτφρ. Αλέξης Καλοφωλιάς) ο Βόννεγκατ γράφει για την παραφροσύνη ενός εκατομμυριούχου, τις εμμονές μιας επιφανούς οικογένειας και τη συλλογική τρέλα ενός έθνους, ενώ στο Σφαγείο νούμερο πέντε (1969· υπό έκδοση από τις Εκδόσεις Πατάκη, μτφρ. Αλέξης Καλοφωλιάς), το οποίο συγκαταλέγεται στα σημαντικότερα αμερικανικά μυθιστορήματα, ανασυνθέτει την εμπειρία του στη Δρέσδη χρησιμοποιώντας το τέχνασμα της αναστροφής του χρόνου. Το Πρωινό των πρωταθλητών (Εκδόσεις Πατάκη, 2024, μτφρ. Αλέξης Καλοφωλιάς) είναι το έβδομο μυθιστόρημά του και εκδόθηκε το 1973· επί 56 εβδομάδες ήταν στη λίστα των μπεστ σέλερ των New York Times· τo 1999 μεταφέρθηκε στο σινεμά, σε σενάριο και σκηνοθεσία του Alan Rudolph και με τον Bruce Willis στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Από τις Εκδόσεις Πατάκη κυκλοφορούν επίσης τα βιβλία του Ένας άνθρωπος χωρίς πατρίδα (2006, µτφρ. Θανάσης Γιαννακόπουλος), Αν αυτό δεν είναι ωραίο, τότε τι είναι; Συμβουλές στους νέους (2015, μτφρ. Πέτρος Γεωργίου) και το τελευταίο του μυθιστόρημα, Χρονοσεισμός (2022, μτφρ. Χριστόδουλος Λιθαρής). |
Φάρσα ή όχι;
Είναι μια φάρσα όλο αυτό; Είναι η γνωστή παιγνιώδης διάθεση που είχε πάντα ο Βόννεγκατ; Ήταν πάντα ένα ερώτημα πώς πρέπει να διαβάσει κανείς τα βιβλία του. Κι όμως, δεν θα έπρεπε. Ο Βόννεγκατ πάντα έπαιρνε πολύ σοβαρά τη σάτιρα. Ποτέ δεν την χρησιμοποίησε με φτηνό τρόπο (στο στιλ «σπάω πλάκα»), ούτε για να προκαλέσει πρωτοεπίπεδη θυμηδία στον αναγνώστη του.
Το Πρωινό των πρωταθλητών στον πυρήνα του είναι ένα δριμύ κατηγορώ για τη σύγχρονη κουλτούρα των ΗΠΑ όπου κυριαρχούν η βία, η χαζή ελαφρότητα, η κερδώα διάθεση, ο καταναλωτισμός και σχεδόν η άγνοια για τα πάντα.
Δεν αφήνει τίποτα όρθιο ο Βόννεγκατ, δεν επιτρέπει σε κανέναν κυρίαρχο θεσμό της χώρας του να μείνει ανέπαφος από την κριτική του. Απλώς, το κάνει με τον τρόπο του.
Δεν αφήνει τίποτα όρθιο ο Βόννεγκατ, δεν επιτρέπει σε κανέναν κυρίαρχο θεσμό της χώρας του να μείνει ανέπαφος από την κριτική του. Απλώς, το κάνει με τον τρόπο του που, όπως αποδείχθηκε στα χρόνια, ήταν άκρως λειτουργικός και ευάγωγος.
Παίζει ακόμη και με τους λογοτεχνικούς όρους σπάζοντας πάρα πολλές συμβάσεις. Είτε βάζοντας τον εαυτό του στο κάδρο του βιβλίου είτε διακόπτοντας την πλοκή για να ενθέσει σκέψεις ή περιστατικά της ζωής του.
Το βιβλίο διατηρεί έως το τέλος την υβριδική μορφή του. Η βασική πλοκή υπάρχει, αλλά ενδυναμώνεται με διάφορες πληροφορίες (όπως, ας πούμε, τον μέσο όρο μήκους και πάχους του μορίου του μέσου Αμερικανού!) και σκίτσα του συγγραφέα.
Σ’ αυτά δώστε βάση. Εκτός ότι πολλά από αυτά είναι εξαιρετικά (να ένα ακόμη ταλέντο του Βόννεγκατ), παίζουν ρόλο στην πλοκή. Άλλοτε την προωθούν κι άλλοτε την εικονοποιούν. Πάντως, σίγουρα δεν βρίσκονται εκεί χωρίς λόγο.
Το βιβλίο ενδέχεται να ξενίσει κάποιους αν δεν έχουν εξοικειωθεί με τον τρόπο που έγραφε ο Βόννεγκατ. Οι υπόλοιποι θα το χαρούν με τη ψυχή τους. Ναι, είναι κλασικός «πούρος» Βόννεγκατ. Τι άλλο να ζητήσεις; Η μετάφραση του Αλέξη Καλοφωλιά στέκεται στο ύψος των περιστάσεων.
*Ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας. Το νέο του μυθιστόρημα «Σαν Νορμάλ» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.
Απόσπασμα από το βιβλίο
«Η αλήθεια είναι ότι η αξία των γυναικείων εσωρούχων είχε μειωθεί αισθητά τη στιγμή της ιστορικής συνάντησης του Ντούειν Χούβερ με τον Τράουτ. Η αξία του χρυσού εξακολουθούσε να σημειώνει άνοδο. Οι φωτογραφίες με γυναικεία εσώρουχα δεν άξιζαν ούτε το χαρτί στο οποίο τυπώνονταν, ενώ ακόμα και οι υψηλής ποιότητας έγχρωμες ταινίες με ορθάνοιχτους κάστορες εκλιπαρούσαν για μια θέση στην αγορά. Κάποια εποχή ένα αντίτυπο του μέχρι στιγμής πιο δημοφιλούς βιβλίου του Τράουτ, της Τροχοφόρου πανούκλας, κόστιζε δώδεκα δολάρια, εξαιτίας της εικονογράφησης» (σελ. 43).























