
Για το βιβλίο του Κωνσταντίνου Πουλή «Social Media: Η ελευθερία να μιλάς χωρίς να ακούγεσαι» (εκδ. Gutenberg). Εικόνα: Από την ταινία «The social dilemma».
Γράφει η Ιωάννα Φωτοπούλου
Προσωπικότητα πολυσχιδής και άνθρωπος που διαθέτει ευρεία καλλιέργεια, με σπουδές στην κοινωνιολογία και το αρχαίο δράμα, ο Κωνσταντίνος Πουλής τιμήθηκε το 2019 με το το Κρατικό Βραβείο Χρονικού - Μαρτυρίας για το βιβλίο του Απ’ το αλέτρι στο smartphone, συζητήσεις με τον πατέρα μου. Είχαν προηγηθεί τα βιβλία του Φόρο στους ρακοσυλλέκτες (2013), με σαράντα κείμενα για την κρίση, και οι συλλογές διηγημάτων Ο θερμοστάτης (2014) και Η γουλιά και το ποτήρι (2022).
Μέσα κοινωνικής δικτύωσης: Η επανάσταση που δεν ευοδώθηκε
Στο τελευταίο του βιβλίο Social Media: Η ελευθερία να μιλάς χωρίς να ακούγεσαι, το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Gutenberg, καταπιάνεται με ένα θέμα που απασχολεί έντονα τη δημόσια συζήτηση, εκείνο των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, και το προσεγγίζει με τρόπο σαφώς ρηξικέλευθο.
Η βασική του θέση είναι ότι, ενώ τα ΜΚΔ χαιρετίστηκαν ως μία ακόμα επανάσταση στην επικοινωνία, αυτή δεν ευοδώθηκε, αφού σε ένα περιβάλλον φαινομενικής ελευθερίας του λόγου, κυριαρχεί τελικά ένας ενιαίος, συστημικός λόγος κι αυτό συμβαίνει γιατί υπάρχει ένας συγκεκριμένος μηχανισμός από πίσω που δεν θα επέτρεπε ποτέ να συμβεί η επανάσταση που αυτά υπόσχονταν. Ο συγγραφέας φωτίζει πτυχές του φαινομένου που, ενώ τις υποψιαζόμαστε, δύσκολα αντιλαμβανόμαστε στις πραγματικές τους διαστάσεις, επιχειρώντας να συγκροτήσει μια σφαιρική εικόνα του ζητήματος. Στόχος του δεν είναι να προτείνει λύσεις αλλά να συμβάλει στην κατανόηση της πολιτικής διάστασης, υπενθυμίζοντας ότι δεν υπάρχουν τεχνολογικές λύσεις για πολιτικά προβλήματα.
Τον Κωνσταντίνο Πουλή τον γνωρίζουμε ως δημοσιογράφο και εκδότη του The Press Project, του πρώτου χρηματοδοτούμενου από τους αναγνώστες μέσου ενημέρωσης στην Ελλάδα. Πρόκειται για ένα εγχείρημα που στηρίζεται στη δημιουργία μιας μικρής, συνεκτικής κοινότητας ανθρώπων που πιστεύουν σε αυτή την ανεξάρτητη προσπάθεια, εξασφαλίζοντας έτσι την επιβίωση του μέσου χωρίς άμεση εξάρτηση από τις ορέξεις των αλγορίθμων και της μαζικής απήχησης που αυτοί επιβάλλουν. Ο εμπνευστής και υλοποιητής της ιδέας στα πρώτα της στάδια, Κώστας Εφήμερος, πέθανε το 2017 σε ηλικία μόλις 42 χρονών, πριν προλάβει να δει το συγκεκριμένο επιχειρηματικό μοντέλο να γίνεται βιώσιμο.
Αντίθετα, επιβεβαιώνει το κεντρικό του επιχείρημα, ότι η ελευθερία να μιλάς στο ψηφιακό περιβάλλον συνυπάρχει με μηχανισμούς που καθορίζουν ποιος ακούγεται και ποιος παραμένει αόρατος.
Η δημοσιογραφική αυτή πρωτοβουλία συνδέεται άμεσα με τη συζήτηση που ανοίγει το βιβλίο για τα social media, την ψευδαίσθηση δηλαδή της ελευθερίας λόγου σε ένα περιβάλλον που στην πραγματικότητα ευνοεί το μονοπώλιο της προσοχής και τη συγκέντρωση ισχύος σε λίγους. Ωστόσο, το The Press Project δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως success story, αφού δεν αποτελεί παράδειγμα επιτυχίας, αλλά επιβίωσης. Και αυτή ακριβώς η διάκριση είναι κρίσιμη. Το γεγονός ότι ένα ανεξάρτητο μέσο επιτρέπεται να υπάρχει, δεν αναιρεί τη συστημική του περιθωριοποίηση. Αντίθετα, επιβεβαιώνει το κεντρικό επιχείρημα του Πουλή, ότι η ελευθερία να μιλάς στο ψηφιακό περιβάλλον συνυπάρχει με μηχανισμούς που καθορίζουν ποιος ακούγεται και ποιος παραμένει αόρατος.
Η υπονόμευση της πολυφωνίας
Ο συγγραφέας αντλεί από ένα ευρύτατο φάσμα θεωρητικών, φιλοσόφων, στοχαστών, πολιτικών αναλυτών, κοινωνιολόγων, ακτιβιστών, νομικών, σκηνοθετών, λογοτεχνών και πολλών ακόμη, ώστε να τεκμηριώσει και να εμπλουτίσει τις θέσεις του. Η απαρίθμηση ενός τέτοιου πλήθους ονομάτων στο πλαίσιο μιας κριτικής του βιβλίου, πέρα απ’ το ότι θα ήταν αδύνατη, θα δημιουργούσε χάος και σύγχυση. Αυτό που έχει σημασία, ωστόσο, είναι ότι ο Πουλής διατρέχει ολόκληρη την ιστορία της διανοητικής σκέψης, επιδεικνύοντας ευρυμάθεια και οξυδέρκεια, προκειμένου να αποδομήσει τη βαθιά ριζωμένη αισιοδοξία γύρω από τα μέσα επικοινωνίας.
Η πολυφωνία υπονομεύεται μέσω του τρόπου λειτουργίας των αλγορίθμων, μια κατεξοχήν καφκική συνθήκη, καθώς οι αλγόριθμοι εμφανίζονται ως μια απρόσωπη δύναμη έξω από την ανθρώπινη βούληση, ακατανόητη και ταυτόχρονα πανταχού παρούσα
Βήμα βήμα, εξαλείφει κάθε εναπομείνασα ρανίδα ψευδαίσθησης, αποδεικνύοντας πως κάθε νέο μέσο, από την τυπογραφία και την εφημερίδα έως την τηλεόραση και το διαδίκτυο, ενσωματώθηκε σταδιακά στους μηχανισμούς της πολιτικής και οικονομικής εξουσίας. Η υποτιθέμενη ισότιμη πρόσβαση μετατράπηκε σε άνιση ορατότητα, αφού όσο αυξάνεται η δημοφιλία, τόσο κατευθύνεται η προσοχή προς τα δημοφιλή μέσα, δημιουργώντας έτσι λίγους ενημερωτικούς φορείς που συγκεντρώνουν όλη την προσοχή, ακυρώνοντας έτσι στην πράξη τη θεωρητική δυνατότητα καθολικής ορατότητας. Η πολυφωνία υπονομεύεται μέσω του τρόπου λειτουργίας των αλγορίθμων, μια κατεξοχήν καφκική συνθήκη, καθώς οι αλγόριθμοι εμφανίζονται ως μια απρόσωπη δύναμη έξω από την ανθρώπινη βούληση, ακατανόητη και ταυτόχρονα πανταχού παρούσα, απέναντι στην οποία το υποκείμενο είναι εκ των προτέρων ανίσχυρο. Ο δημόσιος διάλογος καταλήγει σε μια νέα μορφή συγκεντρωτικού ελέγχου χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το κράτος εγκαταλείπει τα παραδοσιακά του όπλα, όπως την αστυνομία και τη φυλακή, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα την περίπτωση του Τζούλιαν Ασάνζ.
Δημιουργώντας τον ιδεώδη τύπο εργάτη
Κι ενώ θεωρητικά στα κοινωνικά δίκτυα μπορεί να μιλήσει ο καθένας, αυτό δεν σημαίνει ότι όσα λέει θα διαβαστούν. Έτσι, παρότι ζούμε για πρώτη φορά σε μια εποχή όπου ένα μεμονωμένο πρόσωπο θα μπορούσε θεωρητικά να ανταγωνιστεί έναν ολόκληρο δημοσιογραφικό οργανισμό, στην πράξη αυτό προϋποθέτει το άτομο να είναι ήδη διάσημο. Το αποτέλεσμα είναι ατελείωτες ώρες απλήρωτης εργασίας, κατά τις οποίες ο χρήστης παράγει περιεχόμενο χωρίς καμία εγγύηση ανταμοιβής, ενσαρκώνοντας, όπως σημειώνει ο Πουλής, τον ιδεώδη τύπο εργάτη, εκείνον που χαίρεται και απολαμβάνει να δουλεύει δωρεάν για να πλουτίζει το αφεντικό του, με τη θολή υπόσχεση ότι κάποτε μπορεί να πιάσει την καλή.
Η μόνη περίπτωση όπου θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι η οριζόντια επικοινωνία λειτούργησε ήταν εκείνη της Αραβικής Άνοιξης.
Όσο για την οριζόντια επικοινωνία, η μεγάλη επιτυχία του συστήματος είναι ότι μας έχει κάνει να πιστεύουμε ότι είναι οριζόντια ενώ στην πραγματικότητα δεν είναι, αφού η ατζέντα διαμορφώνεται απ’ τον συστημικό λόγο. Κανένα θέμα που να αφορά πραγματικά τους από κάτω δεν επιβάλλεται, ο κυρίαρχος λόγος θριαμβεύει και το ερώτημα γύρω απ’ το οποίο στρέφεται διαρκώς το βιβλίο, προσπαθώντας να το απαντήσει, είναι το πώς ακριβώς συμβαίνει αυτό. Η μόνη περίπτωση όπου θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι η οριζόντια επικοινωνία λειτούργησε ήταν εκείνη της Αραβικής Άνοιξης. Ωστόσο, όπως δείχνει το βιβλίο, μεταγενέστερες έρευνες έδειξαν ότι στο εσωτερικό των χωρών αυτών η οργάνωση βασίστηκε κυρίως σε παραδοσιακά μέσα, ενώ τα κοινωνικά δίκτυα λειτούργησαν κυρίως ως δίαυλος διάχυσης της πληροφορίας προς το εξωτερικό – ακόμη και στην περίπτωση της Αραβικής Άνοιξης, δηλαδή, τα παραδοσιακά μέσα ήταν εκείνα που την αναμετέδωσαν, αντλώντας υλικό από τις πλατφόρμες.
Αντίθετα, σε περιπτώσεις όπως εκείνη του Κουφοντίνα ή της Παλαιστίνης, βρεθήκαμε αντιμέτωποι με μια πρωτοφανή μορφή λογοκρισίας, αδιαφανή ως προς την προέλευσή της και τα κριτήριά της, γεγονός που καταδεικνύει τα σαφή όρια, και τις πολιτικές προϋποθέσεις, αυτής της υποτιθέμενης οριζοντιότητας. Οπότε, όταν σβήνει αυτή η υπόσχεση, τι άλλο μένει για τον χρήστη πέρα από ένας ύπουλος μηχανισμός εθισμού -κάτι που εξηγεί γιατί όλοι σε αυτά τα μέσα είναι έτοιμοι για καβγά-, μια επίκτητη διάσπαση προσοχής και ένας χρόνιος υπερερεθισμός, με αποτέλεσμα τη φτωχοποίηση των κοινωνικών σχέσεων και την απώλεια της ικανότητας συνειδητής διαχείρισης των συναισθημάτων, άρα και των επιλογών μας;
Η παραπληροφόρηση και οι ψευδείς ειδήσεις
Το μεγαλύτερο και πιο προβοκατόρικο κεφάλαιο του βιβλίου είναι αυτό που αφορά την παραπληροφόρηση και τις λεγόμενες ψευδείς ειδήσεις. Εκεί ο Πουλής υποστηρίζει ότι η συστημική προπαγάνδα έχει καταφέρει να μετατοπίσει το πρόβλημα από τα πάνω προς τα κάτω και να πείσει τον απλό κόσμο ότι η παραπληροφόρηση έρχεται από τα κάτω. Με αυτό τον τρόπο νομιμοποιείται η φίμωση της κοινωνίας στο όνομα της προστασίας της, ενώ η ελευθερία του λόγου, αν θέλει να νοείται ως τέτοια, οφείλει να είναι απροϋπόθετη, να περιλαμβάνει δηλαδή και το δικαίωμα του καθένα να λέει «το μακρύ του και το κοντό του».
Γι’ αυτό και η κριτική σκέψη θα έπρεπε να ασκείται πρωτίστως για τον έλεγχο των επίσημων πηγών, των θεσμών και του κράτους.
Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν δημιουργούνται τραγελαφικές καταστάσεις με θεωρίες συνωμοσίας να ανθούν και υποστηρικτές της επίπεδης γης να βρίσκουν τόπο έκφρασης, ωστόσο αυτό που υποστηρίζει ο συγγραφέας είναι ότι όλα αυτά δεν συνιστούν υπαρκτό πολιτικό κίνδυνο, αλλά ότι ο πραγματικός κίνδυνος έρχεται από τις επίσημες πηγές εξουσίας, οι οποίες διεκδικούν το μονοπώλιο της αλήθειας. Γι’ αυτό και η κριτική σκέψη θα έπρεπε να ασκείται πρωτίστως για τον έλεγχο των επίσημων πηγών, των θεσμών και του κράτους.
Ο μύθος του Χούβερ
Το ζήτημα που προκύπτει και πάλι εδώ είναι το ποιος αποφασίζει τι μπορεί να ειπωθεί και τι όχι, και ποιος είναι αυτός που επιβάλλει ποινές και με τι κριτήρια, γεγονός που συσκοτίζεται τεχνηέντως. Στο σημείο αυτό ο Πουλής παραπέμπει στον λεγόμενο μύθο του Hoover, ο οποίος οικοδόμησε την εικόνα ενός πανταχού παρόντος, σχεδόν αόρατου, κομμουνιστικού κινδύνου που απειλούσε εκ των έσω το έθνος, τους θεσμούς και την κοινωνική κανονικότητα, με τον κομμουνισμό να παρουσιάζεται όχι ως πολιτική ή κοινωνική πρόταση, αλλά ως παθολογία. Η διαφορά είναι ότι στη Ρωσία οι πολίτες είχαν αναπτύξει αντανακλαστικά ως προς αυτό, με αποτέλεσμα, όπως λέει χαρακτηριστικά ο Καστοριάδης, αν η Πράβντα έγραφε «ένα κι ένα κάνει δύο», οι Ρώσοι θα το αμφισβητούσαν αφού το λογικό είναι ότι σε ένα καθεστώς όπου ο λόγος της εξουσίας είναι συστηματικά ψευδής και ιδεολογικά φορτισμένος, ακόμα και μια αυτονόητη αλήθεια να γίνεται ύποπτη.
Ο επικίνδυνος χρήστης των κοινωνικών δικτύων λειτουργεί ως αχυράνθρωπος
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της λογικής είναι η διαχείριση της πανδημίας από την κυβέρνηση και τα συστημικά μέσα που παρουσίαζαν τα σόσιαλ μίντια σαν όπλα μαζικής καταστροφής χωρίς να προκύπτει από καμία σοβαρή έρευνα ότι το διαδίκτυο επιδείνωσε το πρόβλημα. Αυτό που συνέβη είναι ότι η ευθύνη μετατοπίστηκε στους πολίτες, απαλλάσσοντας το κράτος, την ώρα που το κύρος των επιστημόνων εργαλειοποιήθηκε προκειμένου να νομιμοποιηθούν περιορισμοί ατομικών ελευθεριών και να δικαιολογηθεί η ελλιπής προετοιμασία και η αποτυχία από τη μεριά του. Ο επικίνδυνος χρήστης των κοινωνικών δικτύων λειτουργεί ως αχυράνθρωπος, δηλαδή ως μια υπεραπλουστευμένη και σκόπιμα παρουσιασμένη ως γελοία μορφή αντιπάλου, που επιστρατεύεται για να δικαιολογήσει μηχανισμούς ελέγχου και λογοκρισίας, ενώ η πραγματική ισχύς παραμένει στο απυρόβλητο.
Ο συγγραφέας αφιερώνει ξεχωριστά κεφάλαια σε πλατφόρμες όπως το Spotify, το OnlyFans, το Netflix, το Airbnb, το e-food, το Uber και άλλες, καταδεικνύοντας μέσα από πλήθος παραδειγμάτων και εκτενή θεωρητική τεκμηρίωση ότι το πρόβλημα επαναλαμβάνεται με διαφορετικά προσωπεία. Ξεχωριστά κεφάλαια αφιερώνει στους ινφλουένσερς και στο επίμαχο ζήτημα της τεχνητής νοημοσύνης, όπου και πάλι τα θεμελιώδη διακυβεύματα αποκρύπτονται, την ίδια στιγμή που ο δημόσιος διάλογος εξαντλείται σε δευτερεύουσες, επιφανειακές όψεις του φαινομένου.
Μια σφαιρική εικόνα της κατάστασης
Σε συνθήκες μεταδημοκρατίας, ο δημόσιος διάλογος υπάρχει μόνο κατ’ όνομα, αφού κανένα πραγματικά κρίσιμο κοινωνικό ή πολιτικό ζήτημα δεν κατορθώνει να καταστεί κεντρικό, καθώς η ορατότητα ρυθμίζεται από μηχανισμούς που ευνοούν την αποσπασματικότητα, τον διαρκή θόρυβο και την αέναη επικαιρότητα. Την ίδια ώρα που συντελείται μια τεράστια επικοινωνιακή επίθεση προς τον κόσμο των φτωχών, τα σόσιαλ μίντια έχουν κατορθώσει να δημιουργήσουν ένα είδος ανθρώπου που εμπλέκεται στα πάντα αλλά σε σύντομο χρονικό διάστημα αποτραβιέται στην απάθεια και αυτό το είδος ανθρώπου προφανώς βολεύει πάρα πολύ.
Ο Πουλής επιτυγχάνει να προσεγγίσει ολοκληρωμένα ένα πολυδιάστατο ζήτημα
Το βιβλίο δεν δίνει λύσεις, πώς θα μπορούσε άλλωστε; Αυτό που κατορθώνει όμως είναι να δημιουργήσει μια σφαιρική εικόνα της κατάστασης, με τη σκέψη ότι, αν κάποιος θέλει να λύσει ένα πρόβλημα, για αρχή δεν έχει παρά να το κατανοήσει και να το εντοπίσει σωστά. Ο Πουλής επιτυγχάνει να προσεγγίσει ολοκληρωμένα ένα πολυδιάστατο ζήτημα και να το καταστήσει ορατό: ακριβώς τη στιγμή που ο αρχικός ενθουσιασμός έχει αρχίσει να ξεφουσκώνει, όπως λέει κι ο ίδιος, καταφθάνει στη γιορτή όταν υπάρχουν αποφάγια στο πάτωμα, ίσως, λοιπόν, την καταλληλότερη στιγμή για να τον ακούσουμε. Με τον ιδιαίτερο τρόπο του καταφέρνει να μιλά για κρίσιμα, καθόλου ευχάριστα θέματα, διατηρώντας ωστόσο το χαρακτηριστικό του χιούμορ και την καυστική, υποδόρια ειρωνεία του, μέσα από μια στοχευμένη τεκμηρίωση που δεν αφήνει τίποτα εκτός κάδρου. Ένα βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί.
*Η ΙΩΑΝΝΑ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΥ είναι εκπαιδευτικός, κάτοχος Μεταπτυχιακού στη Δημιουργική Γραφή.
Απόσπασμα από το βιβλίο
Ἡ κατακόρυφη πτῶση τῆς ἐπισκεψιμότητος τῶν ἱστοσελίδων διὰ μέσου τῶν social media δὲν σημαίνει ὅτι δὲν ἐνδιαφέρονται οἱ χρήστες γιὰ τὴν ἐπικαιρότητα, ὅπως ἰσχυρίζεται τὸ Facebook. Σημαίνει ὅτι ἡ ἐπικαιρότητα θὰ φθάνει στὶς ὀθόνες τῶν χρηστῶν διαμεσολαβημένη ἀπὸ τὰ οἰκονομικοπολιτικὰ συμφέροντα καὶ τὶς προτιμήσεις κάθε πλατφόρμας, ὅπως διαμορφώνονται κατὰ τὴ διαπλοκὴ τους μὲ τὸ κράτος καὶ τὸν προθαλαμισμό (lobbying). Ἡ συνειδητὴ τεχνικὴ ὑπονόμευση τῆς δυνατότητος τῶν χρηστῶν νὰ παραπέμπουν σὲ σελίδες ἐκτὸς τῆς πλατφόρμας δὲν ἔχει μόνον ἐπιχειρηματικὴ ἀξία γιὰ τὶς πλατφόρμες, ποὺ κλειδώνουν τὸν πελάτη στὸ μαγαζὶ τους. Εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ πλέον ἀποφασιστικὰ στοιχεῖα τῆς ἀλλοιώσεως τῆς θεωρητικῆς ὑποσχέσεως τοῦ διαδικτύου γιὰ ὁριζόντιον ἐπικοινωνία. Εἶναι, μὲ ἕναν λόγον, ἡ πρακτικὴ ἀποτύπωση τῆς ἁρπαγῆς τῆς δημοσίας σφαίρας ἀπὸ τὶς πλατφόρμες, οἱ ὁποῖες πρῶτα μετέφεραν ἐκεῖ τὴ συζήτηση καὶ τώρα μᾶς ἔχουν καταστήσει ἀπολύτως ἐξαρτημένους ἀπὸ τὴ βούλησή τους γιὰ τὸ τί γράφεται καὶ τί διαβάζεται στὸν δημόσιο λόγο.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Κωνσταντίνος Πουλής γεννήθηκε το 1973 στην Αθήνα. Σπούδασε κοινωνιολογία και αρχαίο δράμα στην Ελλάδα και την Αγγλία.

Γράφει κυρίως λογοτεχνία και δοκίμια. Έχει παίξει για πολλά χρόνια θέατρο δρόμου με τον θίασο «Τσιριτσάντσουλες» και είναι δημοσιογράφος και εκδότης στο The Press Project.























