
Για το πεζογράφημα του Σπύρου Μαντζαβίνου «Ποδολάτρες» (εκδ. Πατάκη). Κεντρική εικόνα: O Τζέιμς Μέισον στην Λολίτα του Στάνλεϊ Κιούμπρικ.
Γράφει ο Αντώνης Γουλιανός
O έρωτας και η επιθυμία αποτελούν δύο από τα συνηθέστερα και εμφατικότερα μοτίβα στη λογοτεχνία. Συχνά, ωστόσο, ξεφεύγει από την προσοχή μας πως η κατηγοριοποίηση ενός βιβλίου ως «αισθηματικού» ή «αισθησιακού», μπορεί να αποδειχθεί παραπλανητική, αν εξετάσει κανείς τα μεγάλα λογοτεχνικά έργα του παρελθόντος. Ας σταθούμε, όμως, λιγάκι στο μοτίβο του έρωτα και της επιθυμίας με βάση το σαιξπηρικό έργο – και εφιστώ την προσοχή του αναγνώστη στον Σαίξπηρ, μιας και δημιούργησε, τρόπον τινά, μια φόρμουλα που επηρέασε κατοπινά πολλά μεγάλα λογοτεχνικά έργα και διαμόρφωσε καταλυτικά τον λογοτεχνικό κανόνα.
Φετιχοποίηση και αποφετιχοποίηση
Στα σαιξπηρικά έργα, ο έρωτας άλλοτε φετιχοποιείται και άλλοτε αποφετιχοποιείται. Ενδεικτική, για παράδειγμα, είναι η θαρραλέα απαξίωση της Ιουλιέτας για τα ονόματα των οικογενειών τους (αποφετιχοποίηση), αφού τα ονόματα, ως μη απτά λεκτικά σύμβολα, καταλήγουν τεχνητά εμπόδια ανάμεσα στους δύο εραστές. «Τι είναι το όνομα, χέρι πόδι ή άλλο σημείο του σώματος;» αναρωτιέται η νεαρά στην περίφημη σκηνή του μπαλκονιού, προσπαθώντας να πείσει, ίσως τον ίδιο της τον εαυτό, πως ο έρωτας είναι δυνατό να υπάρξει σε μια μορφή πλήρους ανωνυμίας. Στον αντίποδα, και συγκεκριμένα στο Αγάπης αγώνας άγονος (Love's labour's lost), ο Αρμάντο εκφράζει μια επαναλαμβανόμενη εμμονή για τα πόδια της Κάθριν, φτάνοντας να δηλώνει:
«I do affect the very ground, which is base, where her shoe, which is baser, guided by her foot, which is basest, doth tread». Στη σχετική απόδοση του Βασίλη Ρώτα: «Λατρεύω το ίδιο το χώμα, που ‘ναι πρόστυχο, όπου το παπούτσι της, που ‘ναι προστυχότερο, οδηγημένο απ’το πόδι της, που ‘ναι προστυχότατο, πατάει».
Λέει άλλωστε ο λαός για τον βαθιά ερωτευμένο πως λατρεύει ακόμα και το «χώμα που πατάει» το υποκείμενο της λατρείας του, εννοώντας πως αυτός που αγαπά καταλήγει αναπόφευκτα να φετιχοποιεί ακόμα και τα αντικείμενα που αγγίζει το ποθητό πλάσμα.
Εδώ, η φετιχοποίηση είναι προφανής, καθώς η επιθυμία συμπυκνώνεται και ιεραρχείται γύρω από συγκεκριμένα μέρη του σώματος, με το πόδι να γίνεται το απόλυτο αντικείμενο λατρείας. Λέει άλλωστε ο λαός για τον βαθιά ερωτευμένο πως λατρεύει ακόμα και το «χώμα που πατάει» το υποκείμενο της λατρείας του, εννοώντας πως αυτός που αγαπά καταλήγει αναπόφευκτα να φετιχοποιεί ακόμα και τα αντικείμενα που αγγίζει το ποθητό πλάσμα. Ακόμα, δηλαδή, και κάτι το φαινομενικά υποδεέστερο στο σώμα, κάτι τόσο χαμηλά τοποθετημένο εκ φύσεως όπως το πόδι, καταλήγει, αναγκαστικώς να λατρεύεται από τον ερωτευμένο.
Γράφουμε «φαινομενικά», καθώς το πόδι και η όρθια βάδιση είναι από τα σημαντικότερα εξελικτικά δώρα που απέκτησε ο homo sapiens. Μήπως λοιπόν η ποδολαγνεία -ή σωστότερα, η «ποδολατρεία», όπως την ειδολογεί ο Σπύρος Μαντζαβίνος- είναι κάτι που θα έπρεπε όλοι οι ερωτευμένοι να δοκιμάσουν; Και ποιος ερωτευμένος άλλωστε δύναται να μην αγαπάει το πόδι της αγαπημένης μου;
Ποδολάτρες
Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Το δοκιμιακό αφήγημα του Μαντζαβίνου Ποδολάτρες είναι, πέρα από τις συνδέσεις που μπορεί να κάνει κανείς με τη λογοτεχνία του φετίχ, μια έμμεση υμνολογία της λεπτομέρειας. Όπως ακριβώς και ένας συγγραφέας όταν αποτυπώνει την πραγματικότητα, ο ποδολάτρης εμμένει στις λεπτομέρειες του ανθρώπινου σώματος και δη των ποδιών. Μεγαλόψυχα αφήνει στην άκρη τις καλλίπυγες Αφροδίτες και επικεντρώνει όλη του την προσοχή στο ακραίο αυτό σκέλος της ανθρώπινης υπόστασης.
Η επιλογή του δεύτερου συνθετικού ως «λατρείας» («ποδολάτρες», αντί «ποδολάγνοι») απολύει κάπως την πορνογραφικότητα που έχει λάβει ο όρος στους διαδικτυακούς μας καιρούς και συνδέει αυτή την «εμμονική διάσταση της λατρείας» (σελ. 19) με το αρχαιοελληνικό κάλλος. Προσθέτει λίγο παρακάτω: «κανένας ποδολάττης που σέβεται τον εαυτό του -και διαθέτει βασικές ικανότητες υγιούς αυτοπαρατήρησης- δεν θα αντιταχθεί στον ισχυρισμό πως είναι εμμονικός». Κι έτσι ο χαμηλοβλεπών εμμονικός ποδολάτρης επαγωγικώς, λέει ο συγγραφέας, μαθαίνει να εκτιμά γενικά το κάλλος, αλλά και την ανατομική ομορφιά του ποδιού. «Σφυρόν είναι το άλλο όνομα του αστραγάλου, που δίνει το όνομά του στην ανάγλυφη μικρή και λεπτή πλάκα μεταξύ του κίονου και του κιονόκρανου που το στηρίζει» (σελ. 32).
Το βιβλίο, όπως γίνεται φανερό, στηρίζεται σε μια παιγνιώδη μίμηση δοκιμακού ύφους, που συνδέεται αμυδρώς με τη λογοτεχνία του φετίχ, χωρίς όμως να αξιώνει το φιλοσοφικό βάθος ενός ντε Σάντ ή ενός Μαζόχ. Θυμίζει, σε ορισμένα σημεία, τα βιβλιαράκια χαριτωμένων μιμήσεων των περιπετειών του Δον Ζουάν, που κυκλοφορούσαν ως ανώνυμες εξομολογήσεις στους παρισινούς κύκλους τη βικτωριανή εποχή. Περισσότερο παραπέμπει άλλωστε σε έναν σεμνό Απολλιναίρ, που προσπαθεί να αναδείξει μια ομορφιά που δεν αφορμάται από το χυδαίο, καλά κρυμμένη στους περισσότερους, παρότι υπάρχουν ορισμένα σημεία εμφανούς αντικειμενοποίησης της γυναίκας και παρότι το δοκίμιο επικεντρώνεται στην ανδρική ετεροφυλοφιλική επιθυμία. Ο Μαντζαβίνος μάλλον έχει γνώση αυτού του κλειστού βλέμματος και εμμέσως προσπαθεί να καλλιτεχνικοποιήσει μια συμπεριφορά που στην κοινή πραγματικότητα μπορεί να καταλήξει ελαφρώς διαφορετικά βιωμένη από τα σχετιζόμενα πρόσωπα, αν όχι ολέθρια: τα βλέμματα που ρίχνει ο ποδολάτρης στα μη περίκλειστα από παπούτσια πόδια, κυρίως τους θερινούς μήνες, όταν τα πέδιλα φοριούνται παραπάνω, μπορεί στο κάτω κάτω να είναι και εντελώς ανεπιθύμητα από την αποδέκτριά τους.
Απαιτεί λοιπόν το φετίχ μια δόση πραγματικότητας για να γίνει απολαυστικό, αλλιώς, με τον ίδιο τρόπο που ένας αναγνώστης αδυνατεί να συνδεθεί με ένα βιβλίο κακογραμμένο, η απόλαυση εξαφανίζεται.
Το φετίχ, όμως, επισημαίνει ο συγγραφέας, αποστρέφεται την τεχνητή συνθήκη, τη φτιαχτή: «Οι πασαρέλες της Νέας Υόρκης, του Μιλάνου ή του Παρισιού δεν θα φτάσουν ποτέ την απαστράπτουσα ομορφιά των ελληνικών γυναικείων ποδιών που ξεπροβάλλουν κατά το θέρος (...) περιδιαβαίνοντας ξέγνοιαστα τους πεζόδρομους της Αθήνας» (σελ. 33). Απαιτεί λοιπόν το φετίχ μια δόση πραγματικότητας για να γίνει απολαυστικό, αλλιώς, με τον ίδιο τρόπο που ένας αναγνώστης αδυνατεί να συνδεθεί με ένα βιβλίο κακογραμμένο, η απόλαυση εξαφανίζεται.
Για να επιστρέψω λιγάκι στον Σαίξπηρ, και συγκεκριμένα, στην εισαγωγή του Βασίλη Ρώτα για την ελληνική έκδοση του Αγάπης αγώνας άγονος, αναρωτιέται ο μεταφραστής: «Και γιατί άγονος, αποτυχημένος; Επειδή ρομαντικός και ψεύτικος. Η αγάπη χάνεται μέσα στις εξυπνάδες, στην ψευτοφιλοσοφία. Τον έρωτα», καταλήγει ο Ρώτας, «τον τρώει η φιλολογία, τον διώχνει η λογοκρατία», αλλά στο τέλος «αυτό που αποτυγχάνει είναι ο αγώνας του πόθου, του φιληδονισμού. Στην πραγματικότητα, η αγάπη στο τέλος νικάει».
Ο Μαντζαβίνος αποσυνδέει με συγγραφική θέρμη τον φιληδονισμό από την επιφανειακότητα που φιλολογικώς συνήθως του αποδίδεται.
Γιατί όμως πρέπει να αποτύχει ο φιληδονισμός για να νικήσει η αγάπη; Ο Μαντζαβίνος αποσυνδέει με συγγραφική θέρμη τον φιληδονισμό από την επιφανειακότητα που φιλολογικώς συνήθως του αποδίδεται. Οι πατούσες, κατά τον συγγραφέα, «σε κάνουν να ονειρεύεσαι με έναν τρόπο που δεν σε αποσπά από την πραγματικότητα, αλλά αντιθέτως σε βυθίζει περισσότερο και εμμονικότερα εντός της» (σελ. 13). Κι εδώ είναι, που, κατά τη γνώμη μου, αναφαίνονται και ορισμένες συνδέσεις του κειμένου με τη Φαινομενολογία της αντίληψης του Μερλώ-Ποντύ.
Στη Φαινομενολογία της αντίληψης, η έμφαση δίνεται στο σώμα ως υποκείμενο της εμπειρίας, και μάλιστα σε μέρη του σώματος. Η ποδολατρεία, όπως την περιγράφει ο Μαντζαβίνος, υπό αυτούς τους όρους, μπορεί να ιδωθεί όχι απλώς ως «εμμονή» με ένα σημείο του σώματος, αλλά ως μια έντονη συνειδητοποίηση αυτής της σωματικής έκφανσης. Σε ένα φαινομενολογικό πλαίσιο, λοιπόν, ο ποδολάτρης του Μαντζαβίνου μέσα από την άοκνη προσήλωσή του αναστέλλει τις κοινότοπες σημασίες του «ποδιού» και το αναδεικνύει ως αισθητική εμπειρία που φορτώνεται με ένα νόημα το οποίο, καταληκτικά, μεταμορφώνει τον κόσμο. Ή τουλάχιστον, τον κόσμο του ποδολάτρη.
* Ο ΑΝΤΩΝΗΣ ΓΟΥΛΙΑΝΟΣ είναι συγγραφέας και αρθρογράφος.
Δυο λόγια για τον συγγραφέα
Ο Σπύρος Μαντζαβίνος γεννήθηκε στις 14 Απριλίου του 1995 στην Αθήνα και κατάγεται από τα Κοριάννα της Κεφαλλονιάς. Σπούδασε Ιστορία και Κλασική Φιλολογία στο Tubingen της Βάδης Βυρτεµβέργης και Σκηνοθεσία στη Σχολή Κινηµατογράφου Σταυράκου. Το 2018 εξέδωσε τη συλλογή διηγηµάτων του Μνηστηροφονία και άλλες ιστορίες (εκδ. Καστανιώτη) και ήταν υποψήφιος για το βραβείο πρωτοεµφανιζόµενου συγγραφέα του περιοδικού Κλεψύδρα.

Έχει σκηνοθετήσει την ταινία «Πανελλήνιον», η οποία απέσπασε τρία βραβεία στο 26ο Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιµαντέρ Θεσσαλονίκης (2024): το βραβείο του Ελληνικού Κέντρου Κινηµατογράφου, της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών και της Επιτροπής Νεότητας του Πανεπιστηµίου Θεσσαλονίκης και ήταν υποψήφια για καλύτερο ντοκιμαντέρ της χρονιάς στα Βραβεία Ίρις της Ελληνικής Ακαδημίας Kινηματογράφου. Τιμήθηκε επίσης με το βραβείο Orpheus ως Best Documentary στο Los Angeles Greek Film Festival. Τέλος ήταν υποψήφια ως καλύτερο ντοκιμαντέρ στο Berlin Greek Film Festival και στο Διεθνές Μεσογειακό Φεστιβάλ στη Μασσαλία (Prix Med Festival). Είναι επίσης ζωγράφος και χαράκτης.























