
Για τη νουβέλα του Βασίλη Τσιμπούκη «Μέσα χρώμα» (εκδ. Loggia).
Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος
Μάλλον είχε δίκιο ο Τζάκσον Πόλοκ όταν έλεγε πως η ζωγραφική είναι μια πράξη αυτοανακάλυψης και ότι κάθε ζωγράφος αποτυπώνει πάνω στον καμβά αυτό ακριβώς που είναι. Ποιος ήταν, λοιπόν, ο Μάνος Μαρκαντωνάκης, που, μπορεί στις μέρες μας να κατέχει μια θέση στους ελάσσονες ζωγράφους της σύγχρονης εποχής, εντούτοις υπήρξε μια άκρως ποιητική μορφή και, ως τέτοια, δεν θα μπορούσε παρά να ζωγραφίζει ποιητικά;
Στη νουβέλα του Μέσα χρώμα (εκδ. Loggia), ο Βασίλης Τσιμπούκης αναπλάθει το καλλιτεχνικό προφίλ του Μαρκαντωνάκη, αλλά κυρίως μιλά για τον άνθρωπο πίσω από το έργο. Απόφαση δύσκολη, καθώς ακόμη και σήμερα αν ανατρέξει κανείς στον ωκεανό του Διαδικτύου, ελάχιστα στοιχεία θα βρει για τον εν λόγω ζωγράφο.
Λίγα στοιχεία
Με εξαίρεση κάποια βασικά βιογραφικά στοιχεία και κάποιες εκθέσεις που έκανε, δύσκολα θα συλλέξει ο επίμονος μελετητής άλλα δεδομένα και στοιχεία της προσωπικής του ζωής, της τέχνης του ή ορισμένες παράπλευρες πληροφορίες για τον βίο του. Ο συγγραφέας καταφεύγει σε κάποιες ελάχιστες συνεντεύξεις που έδωσε, ενώ επινοεί κάποιες άλλες, σε μονολόγους της αδελφής του, Λένας, που φωτίζουν αρκετά σημεία της ζωής του, σε επιστολές από και προς τον Μαρκαντωνάκη, αλλά και στη μαγγανεία της μυθοπλασίας, έτσι ώστε να δημιουργήσει μια βάση αφηγήματος για τον άνθρωπο Μαρκαντωνάκη.
Πίσω από τη λάμψη του χρωστήρα, κάτω από στρώσεις χρωμάτων και σχημάτων, υπάρχει ένας δημιουργός που φέρει εν σπέρματι μια ποιητική ματιά, που αναζητεί τη σκιά ή το αθέατο στα έργα του, που αναπλάθει μνήμες του παρελθόντος (πρόσωπα, δέντρα, φως) και τις αποτυπώνει στον καμβά.
Η εσωτερική ζωή του
Ο Μαρκαντωνάκης πέρασε κάποια χρόνια σπουδών στην Αγγλία, αλλά επέστρεψε πολύ γρήγορα στην Ελλάδα, καθώς, όπως φαίνεται και από τα στοιχεία που παραθέτει ο Τσιμπούκης, το δέσιμο που είχε με τη μητέρα του και την αδελφή του (ο πατέρας του είχε πεθάνει) ήταν πολύ έντονο. Οι απογοητεύσεις της τέχνης του, ο τρόπος που συλλάμβανε τα θέματά του, οι αναγκαίες ιεραρχήσεις της ζωής, η οικονομική στενότητα, η σχέση του με το κατεστημένο των γκαλερί, η αναγνώριση που του δόθηκε, αλλά και οι αμφιβολίες που τον κατέτρωγαν (όπως, άλλωστε, κάθε γνήσιο δημιουργό) περνούν μέσα από το κείμενο του Τσιμπούκη με τρόπο εσωτερικό και βαθύ. Θα έλεγε κανείς πως ο συγγραφέας άλλο δεν κάνει από το προσπαθεί να δώσει στις λέξεις του μια μορφή εικαστικής αποτύπωσης, με σκοπό να αποδώσουν καλύτερα την πράξη δημιουργίας του ζωγράφου.
Η βιογραφία του Μαρκαντωνάκη είναι μεν σύντομη αλλά ουσιώδης. Μάλιστα, παρά τη μικρή της έκταση καταφέρνει να στρέψει το βλέμμα της και σε άλλα πρόσωπα που έδρασαν δίπλα του.
Είναι βέβαιο πως μπορεί σήμερα ελάχιστοι να ξέρουν ή να θυμούνται τον Μαρκαντωνάκη, εντούτοις κάτι αντίστοιχο ισχύει και για εκείνους τους ποιητές που δεν κατάφεραν να δρέψουν πολλές δάφνες και ήταν σχεδόν καταδικασμένοι στην αφάνεια. Έως τη στιγμή που θα βρεθεί ένα αγαθό «χέρι» και θα μιλήσει γι’ αυτούς, ανασύροντάς τους από τη λήθη. Η βιογραφία του Μαρκαντωνάκη είναι μεν σύντομη αλλά ουσιώδης. Μάλιστα, παρά τη μικρή της έκταση καταφέρνει να στρέψει το βλέμμα της και σε άλλα πρόσωπα που έδρασαν δίπλα του.
Η Λένα
Ομολογουμένως, το πρόσωπο στο οποίο δίνει περισσότερο χώρο ο Τσιμπούκης είναι η αδελφή του. Μια γυναίκα με χωλό πόδι που από μικρή έμαθε να ζει περιορισμένα και σιωπηλά. Στο τέλος, μετά το θάνατο της μητέρας και του Μαρκαντωνάκη, θα καταλήξει σε κάποιο γηροκομείο (δίχως μάλιστα να είναι μεγάλη σε ηλικία), μόνη και έρημη. Μόνο ο «Μπιλάκος» (το alter ego του συγγραφέα) την επισκέπτεται για να της φέρει κλεφτά τσιγάρα.
Ένας διάλογος στο επέκεινα που φωτίζει πράγματα που δεν κατάφεραν να πουν εν ζωή, που έμειναν αναπάντητα και τώρα βρίσκουν τον τρόπο να ειπωθούν.
Υπάρχουν στιγμές που η δραματικότητα των γεγονότων, αλλά και του τρόπου που αποτυπώνονται στο χαρτί, σε κρατούν δέσμιο της ανάγνωσης. Είναι οι τελευταίες στιγμές του ζωγράφου στο νοσοκομείο όπου έχει πέσει σε κώμα, αλλά και η ύστατη σκηνή όπου συνομιλεί με την πεθαμένη αδελφή του. Ένας διάλογος στο επέκεινα που φωτίζει πράγματα που δεν κατάφεραν να πουν εν ζωή, που έμειναν αναπάντητα και τώρα βρίσκουν τον τρόπο να ειπωθούν. Μια επανένωση δύο ψυχών που η μια καθόρισε τη ζωή της άλλης.
Μια άλλου τύπου βιογραφία
Προφανώς και δεν έχουμε να κάνουμε με ένα τυπικό δείγμα βιογραφίας. Ήτοι δεν ακολουθούνται χρονικές συντεταγμένες, γεγονότα που όντως συνέβησαν, σχοινοτενείς διηγήσεις προσώπων που έζησαν με τον βιογραφούμενο κι άλλα τέτοια.
Μέσα από αυτό το παιχνίδι των σκιών δημιουργείται το περίγραμμα, αλλά και η ψυχή του ζωγράφου.
Ο Τσιμπούκης αποφάσισε να δομήσει το βιβλίο του πάνω στη λογική του αφανούς και του άλεκτου. Να δώσει σχήμα σε κάτι που ζητούσε ένα χέρι να το πλάσει, να του δώσει υπόσταση. Μέσα από αυτό το παιχνίδι των σκιών δημιουργείται το περίγραμμα, αλλά και η ψυχή του ζωγράφου. Μας τον κάνει κάπως οικείο, αν και είναι φανερό πως έχουμε να κάνουμε με έναν δημιουργό που ήταν πλασμένος να δρα μακριά από τον κόσμο, να δημιουργεί μέσα σε έναν μικρόκοσμο δικό του, ο οποίος μέσω της τέχνης του αποκτούσε μεγάλες -ποιητικές- διαστάσεις.
* Ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.
Δυο λόγια για τον συγγραφέα
Ο Βασίλης Τσιμπούκης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1958 και σπούδασε πολιτικές επιστήμες. Το 1983 εκδόθηκε η ποιητική του συλλογή Γεώργιος Δερμών, εκδόσεις Πρόσπερος.

Από το 1994 μέχρι το 2002 επιμελήθηκε την αγγλοσαξονική και αμερικανική λογοτεχνική σειρά των εκδόσεων Οδυσσέας. Στις ίδιες εκδόσεις μετέφρασε έργα του Ρέιμοντ Κάρβερ (Καθεδρικός ναός, 1992), Θίοντορ Ντράιζερ (Η μικρή μας Κάρυ, 1988), Ντέιβιντ Λίβιτ (Ερωτικός χορός, 1988) και Τίμοθι Μο (Γλυκόξινο, 1982). Από τις εκδόσεις Loggia κυκλοφορεί το βιβλίο του Συγκάτοικος: 32 κομμάτια.






















