
Για τη νουβέλα της Λίλας Κονομάρα «Μια τρίχα που γίνεται άλογο» (εκδ. Καστανιώτη), ανατομία της ελληνικής οικογένειας, της αδελφικής σχέσης, αλλά και επίκληση των μαγικών δυνάμεων της παιδικής ηλικίας και της ανιδιοτελούς αγάπης. Στην κεντρική εικόνα, ένα από τα άλογα που έχει σχεδιάσει «μονοκοντυλιά» ο Πικάσο, απ' όπου και η έμπνευση για το σχέδιο της Κλαίρης Σταμάτη στο εξώφυλλο.
Γράφει ο Κ.Β. Κατσουλάρης
Η λογοτεχνία δεν μπορεί να κάνει πολλά πράγματα, το έχουμε πια αντιληφθεί, ακόμη και όσοι από εμάς την αντιμετωπίζουμε σαν μια μορφή κοσμικής θρησκείας – θρησκεία χωρίς Θεό, το δίχως άλλο, αλλά με πολλές θεότητες. Αλίμονο, όμως: Η λογοτεχνία δεν μπορεί να αλλάξει τον κόσμο, δεν μπορεί να μας σώσει από την αρρώστια, ψυχική ή σωματική, δεν μπορεί να μας απαλλάξει από την ανοησία – ειδικά όταν παίρνει μαζικές διαστάσεις. Η εξαιρετική πεζογραφία που γράφηκε στη Γερμανία και στην Αυστρία στον Μεσοπόλεμο, την οποία σήμερα ξαναδιαβάζουμε με θαυμασμό (Χανς Φάλαντα, Γιόζεφ Ροτ, Άλφρεντ Ντέμπλιν, Έριχ Κέστνερ, Φραντς Χέσελ, Ούλριχ Αλεξάντερ Μπόσβιτς κ.ά.) δεν κατάφερε ούτε την επώαση του αυγού του φιδιού να αποτρέψει ούτε να το εμποδίσει στη συνέχεια να χύσει το δηλητήριό του στον κόσμο μας. Η λογοτεχνία είναι εκ των υστέρων σοφία, ένας τρόπος να αναστοχαζόμαστε το κακό. Τη στιγμή της εμφάνισής του είναι άσφαιρη: Απόμακρη, σύνθετη και υπερβολικά διαλλακτική για να επηρεάσει δυναμικά το ρου των πραγμάτων.
Αυτά τα λίγα όμως που μπορεί να κάνει, η λογοτεχνία τα κάνει με τρόπο δραστικό, βαθύ και μοναδικό. Η ικανότητα των λέξεων να πλάθουν κόσμους, μαζί με τη δυνατότητα των ιστοριών να θέτουν σε κίνηση αυτούς τους κόσμους, αυτά που κάνει η καλή πεζογραφία δηλαδή, είναι μια μορφή μαγείας. Κι όπως καθετί μαγικό, έχει τις ρίζες του στην παιδική ηλικία.

Το αιωρούμενο δωμάτιο της παιδικής ηλικίας
Καιρό είχαμε να διαβάσουμε μια τόσο παραστατική κι ευφάνταστη περιγραφή της παιδικής ηλικίας, μέσα στον ορίζοντα της αδελφικής σχέσης, σαν κι αυτή που διαβάζουμε στη νουβέλα της Λίλας Κονομάρα.
«Ναι, τότε είχαν τις δικές τους λέξεις. Μπορούσαν να κουβεντιάζουν ώρες καθισμένοι μέσα σ’ εκείνο το μικρό δωμάτιο που έδειχνε κολλημένο πάνω στο σπίτι κατά λάθος. Απαλλαγμένοι από το βλέμμα των μεγάλων, προχωρούσαν ανάλαφροι και σιγά-σιγά το σπίτι αποκοβόταν, η μικρή τους πόλη, το νησί, ο κόσμος όλο άρχιζε να αποσυναρμολογείται και τα κομμάτια του να αιωρούνται στο διάστημα περιμένοντας το σχήμα που εκείνοι θα τους έδιναν». (σ. 15)
Μας θύμισε μια άλλη επίσης πολύ πρωτότυπη περιγραφή της αδερφικής σχέσης (κι εκεί πρόκειται για δύο αγόρια), στο Περίγραμμα της Ρέιτσελ Κασκ:
«Έπαιζαν μαζί χωρίς σταματημό, από την ώρα που άνοιγαν τα μάτια τους το πρωί ως την ώρα που τους έπαιρνε ο ύπνος το βράδυ. Έπαιζαν σε μια κατάσταση αμοιβαίας έκστασης, έπλαθαν κόσμους ολόκληρους, φανταστικούς». (σ. 88)
Κόσμους φανταστικούς, στους οποίους, για να επανέλθουμε στην Κονομάρα, «μια τρίχα γίνεται άλογο». Η παιδική ηλικία ως τόπος από τον οποίο έχουμε εξοριστεί για πάντα, αλλά και τόπος στον οποίο μπορούμε να επιστρέψουμε, μέσω της μνήμης και της γλώσσας, για να αρδεύσουμε δημιουργικό υλικό.
«Πότε ξεχάσαμε αυτή τη γλώσσα;» αναρωτιέται ο αφηγητής, στο τέλος αυτής της ενότητας. Πώς από το εμείς περάσαμε στο εγώ;
Μια σχέση-καθρέφτης
Τέτοια πράγματα, κι άλλα πολλά, ολόκληρο το οικογενειακό τους παρελθόν, βλέπει να παρελαύνει από μπροστά του και να το αναστοχάζεται, ο ώριμος πλέον Νίκος, καθώς βρίσκεται μπροστά στο σχεδόν άψυχο σώμα του αδερφού του Λευτέρη, στην Εντατική ενός νοσοκομείου. Μια πυρκαγιά, που ίσως προκάλεσε κι ο ίδιος ο Λευτέρης, καθώς πάσχει από βαριά ψυχική ασθένεια, έφερε τον ίδιο με ολικά εγκαύματα, σε κώμα, σε μια κατάσταση που μοιάζει χωρίς γυρισμό.
Κι είναι αυτές οι στιγμές, που ο Νίκος στέκεται δίπλα στον διασωληνωμένο και σιωπηλό αδερφό του, καθώς πασχίζει να ανασυνθέσει έναν κόσμο με νόημα και συνοχή, μια ιστορία που να τους συμπεριλαμβάνει και τους δύο.
«Βρίσκονται πάλι ο ένας αντίκρυ στον άλλο. Σαν τις σκουριασμένες ράγες μιας σιδηροδρομικής γραμμής που χάνεται στον ορίζοντα».

Παθογένεια μιας ελληνικής οικογένειας
Μέσα σε λίγες μονάχα σελίδες η Κονομάρα σκιαγραφεί ένα ακριβές και πλούσιο πορτρέτο μιας διευρυμένης οικογένειας (πατριαρχικής, όπως λέγαμε στην κοινωνιολογία), σπαρμένη στους τρεις ορόφους μιας πολυκατοικίας, με τα κλειδιά να είναι μονίμως πάνω στις εξώπορτες, ένδειξη μιας συνύπαρξης χωρίς όρια. Σε αυτούς τους ορόφους, αυτά τα δωμάτια, κινούνται τα πρόσωπα της οικογένειας, ο απόμακρος πατέρας, «Ο πατέρας ήταν μια αναμονή δίχως τέλος», η περίπλοκη και ψυχικά ασταθής μητέρα, που δεν βρίσκει τον τρόπο της με τις λέξεις, που κάθε φορά που πάει να μιλήσει είναι σαν να μπαίνει στα χωράφια του άντρα και να νιώθει άβολα, «Σαν κάποιος που παλεύει να χωρέσει το πόδι του σε ένα παπούτσι που δεν του κάνει εδώ και χρόνια». Υπάρχει ο παππούς, ο οποίος «μηρύκαζε το παρελθόν όταν δεν αποκοιμιόταν στην καρέκλα», αλλά και η γιαγιά, που αντιμετώπιζε με ψυχρότητα την κόρη της, με τα βλέμματά της, «θραύσματα πάγου όταν προορίζονταν για τη μαμά», κι από δίπλα, θείες και θείοι, βγαλμένοι θα έλεγε κανείς από το αιώνιο ρεπερτόριο της παιδικής μας ηλικίας. Η θεία Ελένη: «Ίσως μερικές γυναίκες γεννιούνται για να γίνουνε θείες», όπως σκέφτεται ο Νίκος, γυναίκες-θύματα ενός ανεπίγνωστου καταμερισμού ρόλων, ένα μοτίβο που «παραμένει σταθερό: Κάποια αδέρφια χρειάζεται να θυσιαστούν». Κι ο θείος Μίλτος, από την άλλη, που βρίσκει καταφύγιο στην όπερα, και μυεί σε αυτήν και τον Λευτέρη, μια έξυπνη αναφορά που μας κάνει να σκεφτούμε, μέσα από υπόγειες διαδρομές, μια πιθανή απόκλιση του εν λόγου θείου από την ετεροκανονικότητα – ερμηνεία οριακή, το δίχως άλλο, βασισμένη κυρίως σε στερεότυπα, που όμως δεν λανθάνουν συχνά.
Είναι μια περίπλοκη γυναικεία μορφή, με μαγικά στοιχεία, όταν για παράδειγμα μιμείται τις φωνές των πουλιών, τρυφερή και απόμακρη μαζί, με υποβόσκουσα κατάθλιψη που κάποια στιγμή εκφράζεται με τη μορφή κατατονίας ή απόσυρσης.
Ανάμεσα στα πορτρέτα της οικογένειας ξεχωρίζει η μορφή της μάνας των δύο αγοριών. Είναι μια περίπλοκη γυναικεία μορφή, με μαγικά στοιχεία, όταν για παράδειγμα μιμείται τις φωνές των πουλιών, τρυφερή και απόμακρη μαζί, με υποβόσκουσα κατάθλιψη που κάποια στιγμή εκφράζεται με τη μορφή κατατονίας ή απόσυρσης. Η μαμά που παίρνει τις λέξεις, που δεν βρίσκει τις λέξεις…
Όλα εμφανίζονται πρώτα μέσα στον καθρέφτη της γλώσσας: Οι λέξεις ως βάλσαμο ψυχής, οι λέξεις ως αντίβαρο απουσίας. Ως καταφύγιο αλλά και ως δημιουργική δύναμη. Η γλώσσα ως άσκοπη λογόρροια, ως το σημαίνον του άλογου (ένας άλλος τρόπος να διαβάσει κανείς τον τίτλο).
Η βία της διάγνωσης και η βία του εγκλεισμού
Το ξέσπασμα της ψυχικής ασθένεια του Λευτέρη αλλάζει τις ισορροπίες στην οικογένεια, γίνεται ένας καθρέφτης στον οποίο κανείς δεν αντέχει πλήρως να κοιταχτεί. Τη βία της διάγνωσης (ταμπέλα, σφραγίδα, αλλά και απενοχοποίηση της οικογένειας, αφού η αρρώστια, σύμφωνα με τον επικρατούντα βιολογισμό, εντοπίζεται κάπου στη σούπα των γονιδίων, ψάξε βρες…) διαδέχεται η ακόμη μεγαλύτερη βία του εγκλεισμού σε ιδρύματα. Την πρόσκαιρη βελτίωση της φαρμακοθεραπείας διαδέχονται οι αναπόφευκτες ματαιώσεις: η ψυχιατρικοποίηση της ασθένειας είναι ένα πλήγμα για όλη την οικογένεια, όχι μονάχα για τον ασθενή.
Το περιβάλον του ιδρύματος δίνει στην Κονομάρα την ευκαιρία για ορισμένες από τις πλέον καλογραμμένες σελίδες του βιβλίου, με τις περιγραφές ασθενών στο προαύλιο.
«Από εκεί ψηλά που βρισκόταν, κοίταζε τον καταπράσινο αυτό κήπο με τον ψηλό περίβολο, μια Εδέμ από την ανάποδη – ασήμαντη παρένθεση σε σχέση με την πόλη, εξωθημένη στις παρυφές της ιστορίας. Το μέσα αντιμαχόταν διαρκώς το έξω – μια διαρκής υπόμνηση της ευθραυστότητας των ορίων, της αυθαιρεσίας του περιβόλου, της συλλογικής ευθύνης. […] Αυτές οι αλλόκοτες, σαν βγαλμένες από όνειρο φιγούρες ήταν γυμνές, ενδεείς ή, αντίθετα, κατάφορτες από σημεία, ενδείξεις ενός άλλου κόσμου, ανεξερεύνητου και γι’ αυτό απειλητικού;»
Η βία του εγκλεισμού, αλλά και η βία της συνύπαρξης με τον πάσχοντα, όταν ο Λευτέρης γίνεται βίαιος, ξεσπά λεκτικά και σωματικά πάνω στον αδερφό του. Τα όρια χάνονται, το νοηματικό πλαίσιο αποδιοργανώνεται.
Σαν μια μεγάλη επιστολή
Αν και γραμμένη σε τρίτο πρόσωπο, η νουβέλα της Κονομάρα είναι σαν ένας μονόλογος του υγιή αδερφού προς τον ασθενή αδερφό, τον οιονεί νεκρό αδερφό. Μέσα από τις λέξεις προσπαθεί να κρατήσει ζωντανό τον κόσμο που τους έφερε κοντά, τον κόσμο που τους χώρισε. Η αφήγηση γίνεται μια σχεδία από την οποία ο Νίκος πιάνεται για να μην πνιγεί. Μόνο που εδώ, η τρίχα δεν γίνεται τριχιά, δεν είναι δηλαδή ο δρόμος της υπερβολής ο δρόμος της λογοτεχνίας, αλλά ο δρόμος μιας μετουσίωσης, μιας αλχημείας, μέσα από την οποία τα μουντά πράγματα του κόσμου, τα άμορφα πράγματα, παίρνουν σχήμα και παράγουν νόημα κια ομορφιά.
* Ο Κ.Β. Κατσουλάρης είναι συγγραφέας και δημοσιογράφος. Μια πρώτη εκδοχή αυτού του κειμένου διαβάστηκε κατά τη διάρκεια της παρουσίασης του βιβλίου στην ταράτσα του βιβλιοπωλείου Literature House στην Κυψέλη, στις 12 Ιουνίου.
Δυο λόγια για τη συγγραφέα
Η Λίλα Κονομάρα γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε σύγχρονη λογοτεχνία στο Παρίσι και εργάστηκε ως καθηγήτρια στο Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών.

Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε το 2002 με το βιβλίο Μακάο (Πόλις 2002, Μεταίχμιο 2005, Κέδρος 2018), για το οποίο τιμήθηκε με το βραβείο του πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα του περιοδικού Διαβάζω. Εξέδωσε τη συλλογή διηγημάτων Οι ανησυχίες του γεωμέτρη (Κέδρος 2014) καθώς και τα μυθιστορήματα Τέσσερις εποχές – Λεπτομέρεια (Μεταίχμιο 2004), Στις 11 και 11 ακριβώς! (παιδικό μυθιστόρημα, Παπαδόπουλος 2005), Η αναπαράσταση (Μεταίχμιο 2009), Το δείπνο (Κέδρος 2012), Ο χάρτης του κόσμου στο μυαλό σου (Κέδρος 2018), Ο μπόγος (Εκδόσεις Καστανιώτη 2022). Παράλληλα μεταφράζει γαλλική λογοτεχνία και αρθρογραφεί σε εφημερίδες και λογοτεχνικά περιοδικά.






















