
Ο ιχνηλάτης βιβλιοπωλείων και βιβλιοθηκών επιστρέφει με τον «Σάκο Εκστρατείας» του μιλώντας για βιβλία σαν να αφηγείται ιστορίες. Σήμερα, η συλλογή διηγημάτων του Γιώργου Δήμου «Επτά μέρες στην κόλαση» (εκδ. Ιωλκός). Κεντρική εικόνα: Πίνακας του Φράνσις Μπέικον.
Γράφει ο Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Ύστερα από μια γόνιμη θητεία στο έργο του Ντοστογιέφσκι και μπαίνοντας για τα καλά στο θέρος, ο Σάκος Εκστρατείας του Επἰμονου Αναγνώστη φορτώνεται με εγχώρια προϊόντα, με διηγήματα, ποιητικές συλλογές, νουβέλες, δοκίμια, φιλοσοφικά πονήματα, και μυθιστορήματα που υπογράφονται από φίλες και φίλους, βετεράνους και πρωτοεμφανιζόμενους, τσιγκλίζοντας τον κάτοχο του Σάκου να περάσει τον Ιούνιο και τα θολερά λιοπύρια του Καρκίνου (όπως έγραφε ο Καρούζος) απολαμβάνοντας τα σημερινά ελληνικά και τις διακυμάνσεις της γλώσσας μας.
Ανάμεσα στα βιβλία που κουβαλάω αυτό τον καιρό είναι τα: Ο συμβολισμός της λεοπάρδαλης της Λένας Κιτσοπούλου (εκδ. Μεταίχμιο), Μέσα Μαρτίου, απομεσήμερο του Νίκου Ξένιου (εκδ. Ιωλκός), Ρεπεράζ της Μαρίας Αγαθαγγελίδου (εκδ. Πατάκη), Το αντίθετο του εκλεκτού του Νικόλα Περδικάρη (εκδ. μονόκλ), Το μόνο ζώο της Νατάσας Σίδερη (εκδ. Γεννήτρια), Το μέσα δάχτυλο της Δήμητρας Σιούκα (εκδ. Κάπα), Στον λαβύρινθο του ίδιου του Κώστα Σπηλιώτη (εκδ. Περισπωμένη), Θεραπευτικές Ιστορίες του Θανάση Δρίτσα (εκδ. Μπαρτζουλιάνος), Στρατηγική σκέψη του Ηλία Κουρκουνάκη (εκδ. Novelty), Σενιορίτα της Έρσης Σωτηροπούλου (εκδ. Πατάκη), Social Media – Η ελευθερία να μιλάς χωρίς να ακούγεσαι (εκδ. Gutenberg) του Κωνσταντίνου Πουλή και Επτά μέρες στην κόλαση του Γιώργου Δήμου (εκδ. Ιωλκός).
«Τι ᾽ναι τούτο πάλι;»
«Τι ᾽ναι τούτο πάλι;» αναφώνησε ο σπουδαίος ιστορικός, θεωρητικός, και ντυλανολόγος Γκρέιλ Μάρκους (Greil Marcus, Σαν Φρανσίσκο, 1945) όταν έβαλε στο πικάπ το Self Portrait (1970), το δέκατο στούντιο άλμπουμ του Μπομπ Ντύλαν. Μετά την πολλοστή ακρόαση του δίσκου, ο Μάρκους στρώθηκε κι έγραψε ένα εμπνευσμένο κείμενο συντεθειμένο από είκοσι τέσσερις αριθμημένες παραγράφους, το οποίο δημοσίευσε στις 8 Ιουνίου του 1970 στο περιοδικό Rolling Stone.
Σε μουδιασμένους καιρούς πολιτικής ορθότητας και οικόσιτης μετριότητας, παιδαγωγούμενοι και παιδαγωγοί έχουν πολλά να πάρουν από τη σκόρπια δύναμη (για να θυμηθούμε τη Μαρία Μήτσορα) και τα ανατριχιαστικά γυρίσματα της γραφής του Δήμου.
«Τι ᾽ναι τούτο πάλι;» αναφωνεί ο γράφων, καθώς διαβάζει τα δεκαπέντε διηγήματα της συλλογής Επτά μέρες στην κόλαση που υπογράφει ο Γιώργος Δήμου (Αθήνα, 1993). Ελάχιστα έως καθόλου εξοικειωμένος με το είδος –σπλάτερ, θρίλερ, υπερφυσικό, τρόμος, κτλ.– ξαναδιαβάζω, ψύχραιμα, τις σελίδες του Δήμου και, εξίσου ψύχραιμα, και διόλου παράδοξα, σκέφτομαι ότι τέτοια βιβλία θα πρέπει να συμπεριλαμβάνονται στη διδακτέα ύλη των εκπαιδευτικών μας ιδρυμάτων – ιδίως σε αυτή του γυμνασίου.
Το τονίζω: δεν παραδοξολογώ. Σε μουδιασμένους καιρούς πολιτικής ορθότητας και οικόσιτης μετριότητας, παιδαγωγούμενοι και παιδαγωγοί έχουν πολλά να πάρουν από τη σκόρπια δύναμη (για να θυμηθούμε τη Μαρία Μήτσορα) και τα ανατριχιαστικά γυρίσματα της γραφής του Δήμου.
Μιας και είπα γυρίσματα, τα διηγήματα της συλλογής αντλούν πολλά από τον κινηματογράφο του Ντέιβιντ Λιντς (του Μπλε Βελούδου), του Στάνλεϊ Κιούμπρικ (της Λάμψης), ή του Νίκολας Ρεγκ (του Μετά τα μεσάνυχτα). Αντλούν επίσης από τον Έντγκαρ Άλαν Πόε και από τον Αμβρόσιο Μπιρς, από τον Πέτρους Μπορέλ αλλά και από την περιλάλητη Ανθολογία του Μαύρου Χιούμορ του Αντρέ Μπρετόν. Κι ακόμα, από τις δυστοπικές μινιατούρες του Τζορτζ Σόντερς (δες Δεκάτη Δεκεμβρίου και Ημέρα Απελευθέρωσης, εκδ. Ίκαρος).
Στο «Ξύρισμα», η λεπίδα επαναστατεί, ζωντανεύει, διώκει τον κάτοχό της, τον χαρακώνει. Στην «Αναισθησία», ύστερα από μια αίσια επίσκεψη στον γιατρό του, ο αφηγητής εμέσει και ξερνάει την καρδιά του. Στο «Περί Παιδείας», ο καλωδιωμένος πρωταγωνιστής υφίσταται τον Λήθαργο Προσομοίωσης της Πραγματικότητας, στο «Κάτω από το νερό» μια ντρογκαρισμένη παρέα μεταμπιτνίκων φλερτάρει με τρόπους θανάτου. Στον «Νεκροθάφτη» ο φιλεύσπλαχνος σύζυγος ξεπαστρεύει και εν συνεχεία θάβει την ευδαίμονα σύζυγο για να μην τη σιμώσουν ποτέ κακουχίες, αναποδιές, και δυστυχίες.
Στην «Επανάσταση», το αγαπημένο μου, και το πιο τρυφερό μες στην αγριότατη βία του, διήγημα του βιβλίου –παρεμπιπτόντως, μου έφερε στο νου το αριστούργημα If (1968) του Λίντσεϊ Άντερσον, ενώ ο αφηγητής κάνει μνεία και στα 400 χτυπήματα του τρυφερού Τρυφώ– οι τρόφιμοι ενός φριχτού ορφανοτροφείου εξεγείρονται, λιανίζουν τις καλόγριες/μέγαιρες που τους τυραννούσαν, κατακρεουργούν τον άσπλαχνο διευθυντή, τον κύριο Στόκγουελ, που ήταν χειρότερος κι από ναζί της χιτλερικής Γερμανίας, και τον κρεμάνε με αλυσίδες.
«Η αθωότητα, βέβαια, είναι κάπως υπερτιμημένη», διατείνεται ο Ντάνι, ο κεντρικός ήρωας της «Επανάστασης», στη σ. 96. «Δεν είμαι αθώος και γι᾽ αυτό επιβιώνω σ᾽ αυτή την καταβόθρα. Αν ήμουν αθώος, θα με είχαν κρεμάσει γυμνό στη μέση του προαύλιου με μια σακούλα πέτρες να κρέμεται από τ᾽ αρχίδια μου. Η αφέλεια σε τέτοια μέρη είναι θανάσιμο αμάρτημα. Αυτό που έχει σημασία είναι η επιβίωση. Όλα τα υπόλοιπα είναι απλώς μαλακίες». Και στην επόμενη σελίδα, διαβάζουμε: «Η συσσωρευμένη οργή στις καρδιές ανθρώπων που δεν έχουν τίποτε να χάσουν είναι ό,τι πιο βίαιο υπάρχει σε αυτόν τον άθλιο κόσμο. Αν δεν μας ξέρεις, καλά είναι να μην μας πας κόντρα. Αν μας πειράξεις, όμως, δε θα δείξουμε κανένα έλεος». Οι καλοί λογαριασμοί, και τα λοιπά.
Ο Γιώργος Δήμος χρησιμοποιεί σαν όχημα διακίνησης ιδεών το σπλάτερ και το θρίλερ, και προβαίνει, μέσα από τούτη την εγκυκλοπαίδεια τσέπης για τη βαναυσότητα, σε σχόλια για την τρέχουσα αποσυναρμογή του νοήματος.
Ο Γιώργος Δήμος χρησιμοποιεί σαν όχημα διακίνησης ιδεών το σπλάτερ και το θρίλερ, και προβαίνει, μέσα από τούτη την εγκυκλοπαίδεια τσέπης για τη βαναυσότητα, σε σχόλια για την τρέχουσα αποσυναρμογή του νοήματος (δες και Φρέντρικ Τζέιμσον, Η πολιτισμική στροφή – Κείμενα για το Μεταμοντέρνο, μτφρ. Ροζαλί Σινοπούλου, εκδ. Πλέθρον). Μας ωθεί να σκύψουμε και να σκάψουμε εντός μας, να σκαλίσουμε μέσα μας, να διαυγάσουμε την κρυμμένη και απωθημένη βία μας, για να την ξορκίσουμε – αν μη τι άλλο. Ο Δήμος ανοίγει καταπακτές στον σύγχρονο ψυχισμό. Παίζει με την εκλογικευμένη παράνοια προκειμένου να προειδοποιήσει.
Εσκεμμένα, θαρρώ, τα διηγήματα της συλλογής είναι αμερικανιές. Μέσω Ηνωμένων Πολιτειών και Μπρούκλιν, όπου έζησε μια οχταετία και όπου σπούδασε Δημιουργική Γραφή και Φιλοσοφία, ο Δήμος με το Επτά μέρες στην κόλαση μιλάει για τις φρικαλεότητες που διαπράττονται στη Δράμα προσφάτως, στο Κωσταλέξι παλαιότερα, και σε όλη τη διασαλευμένη επικράτεια του κατακερματισμού και της αιμορραγίας των σημασιών.
*Ο ΓΙΩΡΓΟΣ-ΙΚΑΡΟΣ ΜΠΑΜΠΑΣΑΚΗΣ είναι συγγραφέας και μεταφραστής. Τελευταίο του βιβλίο –με τις εικόνες της Ειρήνης Καραγιαννοπούλου– «Στο night-club των συνειρμών» (εκδ. Παρουσία).
Απόσπασμα από το βιβλίο
Ναι, είναι σίγουρα πτώμα. Όπως σέρνω το χέρι μου επάνω του, αγγίζω το κεφάλι του και σχεδόν μπορώ να δω την πένθιμη έκφραση στο πρόσωπό του. Είναι μια έκφραση έκπληξης και τρόμου, σαν να τον δολοφόνησε ένα οικείο του πρόσωπο. Πόσο τον καταλαβαίνω! Νιώθω μια ανεξήγητη συμπάθεια προς αυτόν τον άνθρωπο· σαν να ήμουν δίπλα του τα τελευταία λεπτά της ζωής του. Πρέπει, όποιος τον σκότωσε, να τον σκότωσε με μαχαίρι. Όχι για να είναι πιο φριχτός ο θάνατος, αλλά γιατί μόνο αυτό το όπλο ταιριάζει στην προδοσία (σ. 70).
























