
Ο ιχνηλάτης βιβλιοπωλείων και βιβλιοθηκών επιστρέφει με τον «Σάκο Εκστρατείας» του μιλώντας για βιβλία σαν να αφηγείται ιστορίες. Σήμερα, το εμβληματικό μυθιστόρημα του Φιόντορ Ντοστογέφσκι «Αδελφοί Καραμάζοφ» σε μετάφραση της Ελένης Μπακοπούλου για τις εκδόσεις Άγρα.
Γράφει ο Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Όπως κάθε Σαρακοστή, εδώ και κάποια χρόνια, ο Σάκος Εκστρατείας του Επίμονου Αναγνώστη φορτώνεται με έργα που συμβάλλουν στην αναγνωστική νηστεία του κατόχου του, η οποία συνδυάζεται με την τροφική νηστεία που κατανυκτικά ακολουθεί. Ο εν λόγω κάτοχος προκρίνει, το χρονικό διάστημα ανάμεσα στην Καθαρά Δευτέρα και την Ανάσταση, τη συστηματική και εκ νέου εμβύθιση σε αναγνώσματα που τον διέπλασαν (και εξακολουθούν, ασφαλώς) να τον διαπλάθουν, προτιμάει το παραμέρισμα για αργότερα αγαπημένων συγγραφέων που βιβλία τους εκδόθηκαν προσφάτως για πρώτη φορά, και εστιάζει σε επανεκδόσεις ή σε νέες κυκλοφορίες παλαιότερων κειμένων, όπως συμβαίνει φέρ᾽ ειπείν με το δεύτερο –και καθοριστικό για την πνευματική περιπέτεια του δημιουργού του— μυθιστόρημα του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη Ο Πεθαμένος και η Ανάσταση (εκδ. Δόμος) ή με την ανυπέρβλητη και ιλιγγιώδη προσευχή που συνιστούν οι χίλιες εκατόν ενενήντα σελίδες των Αδελφών Καραμάζοφ (μτφρ. Ελένη Μπακοπούλου, εκδ. Άγρα), προσευχή για την οποία θα γίνει λόγος ευθύς αμέσως.
Έργο που στοιχειώνει όποιον το διαβάζει, οι ημιτελείς (ναι, κι όμως, ο Ντοστογέφσκι δεν πρόλαβε να το ολοκληρώσει όπως το είχε σχεδιάσει και οραματιστεί!) Αδελφοί Καραμάζοφ δεν αφήνουν τίποτε απέξω – και δεν αφήνουν τίποτα όρθιο: πεποιθήσεις, βεβαιότητες, σιγουριές, θεωρήσεις, προκαταλήψεις, πάγιες συμπεριφορές, φρονήματα, αντιλήψεις, τα πάντα όλα σαρώνονται από την αδυσώπητη λογική (;) της πύρινης αμφιβολίας.
Ο ίδιος ο Ντοστογέφσκι, λυτρωτικά για όλους μας, τυραννισμένη μορφή, είχε πει ότι έφτασε στην Ορθοδοξία περνώντας μέσα από το καμίνι της αμφιβολίας. Οι Αδελφοί Καραμάζοφ είναι η σπαραγμένη και σπαρακτική διαθήκη ενός δημιουργού που μεγίστη μέριμνά του ήταν να μελετήσει σε βάθος τις ακόπαστες συγκρούσεις ανάμεσα στο έλλογο και στο παράλογο, ανάμεσα στον νου και στην καρδιά, ανάμεσα στον εγκέφαλο και στην ψυχή.
Ξέρουμε ότι το έσχατο αυτό έργο του επηρέασε συγγραφείς όπως ο Τζακ Κέρουακ και ο Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας (ο οποίος συνθέτει το αριστούργημά του, το Infinite Jest εκλαμβάνοντας ως παρτιτούρα το κύκνειο άσμα του Ντοστογέφσκι), αλλά το σημαντικό είναι ότι σχεδόν ενάμιση αιώνα από τη συγγραφή του (το 1880), το έργο παραμένει ανοξείδωτο, παραμένει συνταρακτικά επίκαιρο, παραμένει δαυλός και φάρος για όλους εκείνους που ταλανίζονται από εσωτερικές εντάσεις και μύχιους διαπληκτισμούς ενόσω αναζητούν νόημα και αλήθεια και ελευθερία – τρεις άλλοτε τόσο καυτές λέξεις που χλιαίνουν ολοένα και, θαρρείς, τείνουν να θεωρηθούν παρωχημένες.
«Σε κανένα άλλο μυθιστόρημα», αποφαίνεται ο Ανρί Τρουαγιά «το πραγματικό δεν αγγίζει τόσο το φανταστικό όσο στους Αδελφούς Καραμάζοφ […] Ο Ντοστογέφσκι δεν επιλέγει ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό. Πλέει ανάμεσα στις δύο όχθες, χωρίς να δένει σε καμία. Συμβιβάζει τα ασυμβίβαστα» (σ. 26).
Τωόντι, η ψυχική τρικυμία του Ντμίτρι Φιόντοροβιτς, η έως παραφοράς και παραλόγου επιμονή του Ιβάν στη λογική, η θανάσιμη προσκόλληση του Φίοντορ Πάβλοβιτς στην ηδονή της διαστροφής (αλλά και στη διαστροφή της ηδονής), η τεθλασμένη διακονία στο Καλό τού Αλιόσα, η δολιότητα του πανούργου Πάβελ Σμερντιακόφ, οι τρομερές μεταπτώσεις της τάχατες άμεμπτης Κατερίνας Ιβάνοβνα, και η αγιασμένη μορφή της αμαρτωλής Γκρούσενκα, είναι οι ξέρες και οι όχθες που πάνω τους χτυπήθηκε άγρια το σκαρί του Ντοστογέφσκι, είναι συνάμα οι μορφές που χρησιμοποιεί ο μέγας Ρώσος δημιουργός προκειμένου να οδηγήσει τον αναγνώστη στον πάναγνο Ιλιούσα, το παιδάκι που θα ευλογηθεί να σβήσει μέσα στην αγάπη και το θάλπος.
Γονυπετής, ο Φρίντριχ Νίτσε (δεινός αναγνώστης του Ντοστογέφσκι) προσκυνάει το άλογο στο Τορίνο. Γονυπετής, και απόλυτα μεταμελημένος, ο Ντμίτρι, έστω και νοερά, προσκυνάει τον ετοιμοθάνατο Ιλιούσα και ζητάει συντετριμμένος συγγνώμη για το ότι προσέβαλε τρισάθλια τον υπολοχαγό και δύσμοιρο Νικολάι Ιλίτς Σνεγκιριόφ, τον πατέρα του μικρού.
Μπορείς να πεις ότι όλος ο όγκος του μυθιστορήματος, αυτός ο στρόβιλος δράσης και παθών, ο καταιγιστικός ρυθμός των όσων διαδραματίζονται και λέγονται, άξονα έχει την περιλάλητη και περιβόητη φράση «Τίποτα δεν είναι αληθινό, όλα επιτρέπονται»
Μπορείς να πεις ότι όλος ο όγκος του μυθιστορήματος, αυτός ο στρόβιλος δράσης και παθών, ο καταιγιστικός ρυθμός των όσων διαδραματίζονται και λέγονται, άξονα έχει την περιλάλητη και περιβόητη φράση «Τίποτα δεν είναι αληθινό, όλα επιτρέπονται», που, όπως γνωρίζουμε, ήταν τα τελευταία λόγια του Χασάν Ιμπν Σαμπάχ, του Γέρου του Βουνού, και ιδρυτή του Τάγματος των Ασασίνων, στο απόρθητο οχυρό Άλαμουτ.
Τα φοβερά και τρομερά αυτά λόγια δεν προβλημάτισαν μόνο τον Ντοστογέφσκι αλλά και, σχεδόν ταυτόχρονα, τον Νίτσε – ιδίως στα πονήματά του Γενεαλογία της Ηθικής και Τάδε έφη Ζαρατούστρας. Τα συναντάμε, με παραλλαγές, στους Αδελφούς Καραμάζοφ, να εκφέρονται πρωτίστως από τον Ιβάν, σε κάμποσες σελίδες (ανάμεσα στις οποίες οι 438, 914, 920, 936, 966, 976, 1004, και 1074), δεικνύοντας την ανησυχία του συγγραφέα για την άμβλυνση των ηθικών αρχών και το ολέθριο χάος που ενδέχεται να προκύψει από μια τέτοιαν άμβλυνση.
Αξίζει, κρίσιμα, να σημειωθεί ότι η απόφανση του Γέρου του Βουνού, επανενεργοποιήθηκε (με πρόσημο αντίθετο από αυτό του Ντοστογέφσκι και του Νίτσε) στη διάρκεια της εκλαμπρότατης και εκθαμβωτικής (για μας!) δεκαετίας του 1960, όταν την υιοθέτησαν με επιθετικό τρόπο προσωπικότητες του underground και της πραγμάτωσης, με την εγελιανή έννοια, της τέχνης και της φιλοσοφίας στην καθημερινή ζωή, όπως ο Ουίλιαμ Σιούαρντ Μπάροουζ και ο Γκυ Ντεμπόρ. Οι Νίτσε και Ντοστογέφσκι αναθεματίζουν ως καταστροφική την απόφανση του Χασάν Ιμπν Σαμπάχ, ενώ οι Μπάροουζ και Ντεμπόρ την προτάσσουν δυναμικά ως απελευθερωτική! Η ανάγνωση/μελέτη των Αδελφών Καραμάζοφ αποτελεί μια σπουδαία ευκαιρία για την επανεξέταση αυτής της θέσης!
«Εκεί έχουν τους Άμλετ, εδώ έχουμε τους Καραμάζοφ», διαβάζουμε στη σελίδα 1114, και στοχαζόμαστε, όσο μπορούμε, πάνω στην αγωνία του Ντοστογέφσκι να άρει τις μαινόμενες μύχιες αντιμαχίες, να παλέψει για μια, υπερβατική έστω, συμφιλίωση όσων μέσα μας σοβούν και μαίνονται.
Αυτό, οι Αδελφοί Καραμάζοφ, ήταν το ύστατο δώρο αυτού του ταλανισμένου ανθρώπου στην ανθρωπότητα, και ας μου επιτραπεί, στο δείλι της ζωής μου, να πω ότι με υπερβαίνει και ενίοτε με συνθλίβει το γεγονός ότι ο μέγιστος αυτός τλήμων σοφός άφησε την τελευταία του πνοή μόλις στα εξήντα του χρόνια, πάει να πει έξι χρόνια νεότερος απ᾽ όσο τυγχάνει να είναι ο γράφων σήμερα.
ΥΓ. Τη μετάφραση της Ελένης Μπακοπούλου, στην οποία οφείλουμε κι άλλα γυρίσματα στα ελληνικά έργων του Ντοστογέφσκι –Ο Έφηβος, Σημειώσεις από το Υπόγειο, Ο Ηλίθιος, Οι Δαιμονισμένοι– θα είναι λίγο αν τη χαρακτηρίσουμε αξιέπαινη.
*Ο ΓΙΩΡΓΟΣ-ΙΚΑΡΟΣ ΜΠΑΜΠΑΣΑΚΗΣ είναι συγγραφέας και μεταφραστής. Τελευταίο του βιβλίο –με τις εικόνες της Ειρήνης Καραγιαννοπούλου– «Στο night-club των συνειρμών» (εκδ. Παρουσία).
Αποσπάσματα από το βιβλίο
«Αγνός, αλλά έχεις φτάσει σε μεγάλα βάθη, πάει καιρός που σε παρακολουθώ. Είσαι κι εσύ Καραμάζοφ, είσαι εντελώς Καραμάζοφ, άρα κάτι σημαίνει η ράτσα κι η επιλογή. Από πατέρα φιλήδονος, από μάνα σαλός». (σ. 164)
«Εκεί θα βρείτε διέξοδο στις χειμαρρώδεις ορμές σας, στον μυθιστορηματικό χαρακτήρα σας, που λαχταράει για περιπέτεια». (σ. 1086)






















