
Ο ιχνηλάτης βιβλιοπωλείων και βιβλιοθηκών επιστρέφει με τον «Σάκο Εκστρατείας» του μιλώντας για βιβλία σαν να αφηγείται ιστορίες. Σήμερα, η τελευταία ποιητική σύνθεση του Γιώργου Βέλτσου «Γέρας», η οποία κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Περισπωμένη.
Γράφει ο Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Ο καθείς και οι προτιμήσεις του, ο καθείς και οι προσηλώσεις του, ο καθείς και οι αδυναμίες του – με την έννοια: έχω αδυναμία στα αχλάδια, έχω αδυναμία στα αγοροκόριτσα, έχω αδυναμία στο σινεμά του Άκι Καουρισμάκι. Ο κάτοχος του Σάκου Εκστρατείας του Επίμονου Αναγνώστη έχει αδυναμία στον Βέλτσο, μάλιστα έχει και την αδυναμία να επαίρεται, ιδιωτικώς και δημοσίως, για την εν λόγω αδυναμία στον Βέλτσο. Τούτο τον καιρό ο Σάκος κουβαλάει ένα και μόνο βιβλίο: Βέλτσος, Γέρας, εκδ. Περισπωμένη (2025), διαβάζουμε στο λιτό λευκό εξώφυλλο που το κοσμεί το έργο του Cy Twombly Vengeance of Achilles (1962). Το κείμενο που ακολουθεί ας διαβαστεί σαν ένα πάτσγουορκ σκέψεων, σχολίων, και ιριδισμών της μνήμης που προκλήθηκαν από τις απανωτές αναγνώσεις αυτού του βιβλίου.
Υλικό Βέλτσος
Ο Βέλτσος είναι αγέραστο, καθότι αγύριστο, κεφάλι. Ελίσσεται πεισματικά ανάμεσα στα βουναλάκια του οδοστρώματος των ηλικιών, κάνει ακάματα σλάλομ ανάμεσα στα σκληρά γεγονότα, σχολιάζοντάς τα ποιητικά τώρα, κοινωνιολογικά και φιλοσοφικά άλλοτε. Δεν είναι ιδεολόγος ο Βέλτσος, είναι ιδαλγός.
Διαβάζω στο ποίημα «Ντακότα» (Γέρας, σσ. 26-27): «το απροσπέλαστο είναι μπροστά / και όχι όσα μου φόρτωσε εδώ ο χρόνος», και «Έχουν κλιμάκια οι καημοί; / Μπέσα οι ηλικίες;» και «Να κοιταζόμαστε εμείς / όταν θ᾽ αντανακλά ο φωτισμός στο τζάμι / Να οχυρωνόμαστε στα δυο στρατόπεδα κι οι δυο / της ηλικίας».
Πώς να μην σπεύσω στη βιβλιοθήκη να πιάσω τον τόμο Νίκος Καρούζος Τα Ποιήματα Β' (1979-1991) (εκδ. Ίκαρος), να τον ανοίξω στη σελίδα 20, και να διαβάσω, αργά και μεγαλόφωνα: «σε κάτι ρόμβους νοερούς επιμένοντας ολομόναχος / τις γοερές ξεκοιλιάζω γουρούνες: τα έκφυλα σύγνεφα / με μια παμπάλαια χακί ντακότα την ποίηση».
Πίσω στον Βέλτσο: «Θα έπρεπε με το πρωθύστερο / κάπως να παρηγορηθώ / Να επαναπροσδιοριζόμουν / Πίσω να έχω γυρίσει το κοντέρ / Δεν θα ήταν προτιμότερο να μηδενίσω; / Ντακότα ανεφοδιασμού που έριξε / ο Δημοκρατικός Στρατός στην Πίνδο / και τα ελάσματα βγήκαν / σπασμένα απ᾽ τα καντράν / τα άντερα στο χειρουργείο / Κι ήρθαν οι νικητές / επανασύνδεσαν / αεροπλάνο, σθένος, αριθμούς, μέλη, ονόματα νεκρών».
Ξανά Καρούζος: «ν᾽ αδράξω με τ᾽ αριστερά μου δάχτυλα / της θεότρελης αστραπής τη γρήγορη γεωμετρία / πιάνοντας το μπατίρη ουρανό (κι ας λένε…) απ᾽ τα κέρατα: / Το Σείριο και τον Αντάρη τον αποτρόπαιο / λιανίζοντας το ύψος ανεχόρταγα / με μια παμπάλαια χακί ντακότα την ποίηση».
Άντερα κι Αντάρης, βίαιες σφοδρές εικόνες, ένας διάλογος ανάμεσα σε δύο ισχυρούς ποιητές σ᾽ ένα χορταριασμένο χάσμα σχεδόν μισού αιώνα – του Καρούζου η ντακότα/ποίηση είναι του 1979, του Βέλτσου η ντακότα/πρωθύστερο είναι του 2025.
Διασχίζει, δεκαετίες τώρα, ο Βέλτσος τη ναρκοθετημένη ζώνη των πειθαρχιών, των disciplines, με τη μέθοδο Κουτσό του Κορτάσαρ και γκαζώνοντας πια στην Ποίηση, αλλά και σχολιάζοντας επίμονα την γύρω μας κατακερματισμένη και τρελή πραγματικότητα, σχεδόν καθημερινώς, παλεύοντας συνάμα με τη φθορά – δεν τη φεύγει τη φθορά, ο Βέλτσος, τη φέγγει και τη φθέγγει.
Ιδού: «Όλο το σώμα / ορατόριο Χριστουγέννων // Εκκλησιάσου μεσάνυχτα / Εγώ / ήδη κείτομαι στον ναό / μπρούμυτα σαν την καλόγρια / Μ᾽ αρέσει / Ντάλες χρυσές στο δάπεδο / ρουφάνε φως // Πλάι μου ξάπλωσε / στο κρεββάτι εκστρατείας / Όπως σε νοσοκομείο στρατιωτικό» (Γέρας, σ. 15).
Άλλοτε έκαμνε ποίηση τη φιλοσοφία (ενοχλώντας το σύμπαν / Καρούζος), τώρα κάμνει φιλοσοφία την ποίηση, φτιάχνει μια φιλοσοφημένη και φιλοσοφική ποίηση...
Άλλοτε έκαμνε ποίηση τη φιλοσοφία (ενοχλώντας το σύμπαν / Καρούζος), τώρα κάμνει φιλοσοφία την ποίηση, φτιάχνει μια φιλοσοφημένη και φιλοσοφική ποίηση, με μιαν τεχνηέντως ταπεινή και καταφρονεμένη οίηση, που οφείλουμε (εγώ τουλάχιστον οφείλω) όχι να επικρίνουμε μίζερα αλλά, απεναντίας, να εκθειάζουμε θριαμβικά – διότι, αν μη τι άλλο, λειτουργεί λυτρωτικά.
Ιδού: «Ποιήματα είναι / σπάνια φαινόμενα / Ζύγια φωτός από λέξεις / Οφθαλμαπάτες φάσματος / Ουράνια τόξα / και άλλα μεταφυσικά των συνεργείων σου / κι άλλα που βρήκες βαθιά στα βρογχιόλια και στα βραχιόλια (Γέρας, σ. 21).
Πιάνει την ιλύ της ύλης και την μεταπλάθει σε μόμπιλο του χρόνου (σ. 29), σε διάλεκτο του σπουργίτη (σ. 34). Εμμένει, ο Βέλτσος, πυραυλοκίνητος λίμπερο μπαλαντέρ ιδεών, συγκινήσεων, θεωριών, εντάσεων, αρχειοθετήσεων, παιδικότητας, ψυχομαχιών. Ασμένως θα εργαζόμουν ως ανειδίκευτος εργάτης και με γλίσχρες απολαβές σε ένα Υπουργείο Διασκεδάσεων και Παιγνίων στο οποίο θα προΐστατο ο Βέλτσος. Μου έλαχε άλλωστε να μάθω γράμματα κι εγώ στο θρυλικό Πέμπτο Γυμνάσιο Αρρένων Θεσσαλονίκης στο οποίο ήσαν συμμαθητές ο Σαββόπουλος και ο Βέλτσος.
Η βακτηρία του Βέλτσου δεν βοηθάει στο βάδισμα αλλά κοπανάει τις βεβαιότητες και γεμίζει το κρανίο τους με καρούμπαλα.
Η βακτηρία του Βέλτσου δεν βοηθάει στο βάδισμα αλλά κοπανάει τις βεβαιότητες και γεμίζει το κρανίο τους με καρούμπαλα. Είναι μια κοσμοδρομική ντισκομπάλα, του Βέλτσου η ποίηση. Τέχνη, Τύχη, Τόλμη πρέσβευε ο Ελύτης, κι ο Βέλτσος διακονεί και τις τρεις, τραγουδώντας πάντα το τραγούδι που ξεγελάει το χρόνο, όπως όρισε την ποίηση ο Αντρέ Μπρετόν.
Γράφει ο Βέλτσος: «Οι ομοιότητες θα με δυσκόλευαν να παραδεχτώ την ωφέλεια της Άνοιξης // Μετά και / καθώς ο άνθρωπος δεν είναι τελειωμένη υπόθεση / γίνομαι / κλεπταποδόχος του / εαυτού μου / Ο λογοκλόπος! / Εκ νέου ο δόκτωρ Φου Μαν Τσου / εκατόν εξήντα οκτώ ετών, παρακαλώ / με μανταρινί στολή / και κοτσιδάκι // Άκου ῾῾λογοκλόπος᾽᾽/ Και τους πετάω στα μούτρα το Λεξικό / Δημιουργώ από το τίποτα καθεστώτα / Φροντίζω / ώστε απ᾽ όλες τις βασιλικές οικογένειες της Ευρώπης να / προτιμηθώ / με το κεφάλι μου παραμάσχαλα / Άγιος Διονύσιος // Είναι κι αυτό ένας ειρμός της σκέψης / Να πετάγεσαι σαν την κομμένη κεφαλή / Να ανασαίνεις το γήρας, γέρας» (σ. 44).
Αντιδωρίζω κι εγώ: «Σχολαρχείο / Το μεγαλειώδες σακάτεμά μου / ή να πω: το σακατεμένο μεγαλείο μου; / Με μειδίαμα ίμερο & μάτια βουρκωμένα / Μες στου Εγέλου τα στενά / Μαύρο Ρόδο & σιγαρέττ᾽ απανωτά / σαν ώρα μεσάνυχτα / μ᾽ όλον ανοιχτό / τον ορίζοντα / & κομπολόγι απ᾽ τα Λαδάδικα / με δέκα βιβλία τροχιοδεικτικά / εις το σαχλόν σαθρόν τσερβέλο μου / αμείλικτα γέροντας / ασπρογένης απηνώς / γουστάροντας βαρούλκο / πυξίδα πεθυμώντας / Ο Σιοράν τον βόθρο απ᾽ το βάθρο προτιμούσε / Του λόγου μου / στο λόγο μου / το βέλτσιστο απ᾽ το βέλτιστο προκρίνω».
Μια χαρά το λέει ο Βέλτσος: «Πάει καιρός –αλλά δεν πάει– που είμαστε περιγραφές».
Και: «Ποιήματα γράφεις / με οκτάνια / όχι με γράμματα / Δίχρονη μηχανή είναι / η Παναγία / Νευρική DKW, θορυβώδης περίπτωση / Vespa / “με τα τεράστια ελληνικά” της».
*Ο ΓΙΩΡΓΟΣ-ΙΚΑΡΟΣ ΜΠΑΜΠΑΣΑΚΗΣ είναι συγγραφέας και μεταφραστής. Τελευταίο του βιβλίο –με τις εικόνες της Ειρήνης Καραγιαννοπούλου– «Στο night-club των συνειρμών» (εκδ. Παρουσία).
























