
Ο ιχνηλάτης βιβλιοπωλείων και βιβλιοθηκών Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης έρχεται και πάλι με τον «Σάκο Εκστρατείας» του, μιλώντας μας για βιβλία σαν να αφηγείται ιστορίες. Σήμερα, τα μυθιστορήματα της Κιμ Τούι, «ρου» και «εμ» (εκδ. Άγρα), του Ερίκ Βυϊγιάρ, «Μια αξιοπρεπής έξοδος» (εκδ. Πόλις) και του Τομά Κανταλούπ, «Φούγκα για ένα προτεκτοράτο» (εκδ. Πόλις).
Γράφει ο Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Κάθε λαός και τα δεινά του. Κάθε κοινωνία και τα βάσανά της. Κάθε χώρα και οι οιμωγές της. Οι λογοτέχνες, με τις αντένες τους πάντα ευαίσθητες, συλλαμβάνουν και καταγράφουν τις οδύνες, αλλά και τις μηχανορραφίες που τις προκαλούν. Ο Σάκος Εκστρατείας του Επίμονου Αναγνώστη κουβαλούσε αυτό τον καιρό τέσσερα εξαιρετικά βιβλία που, με λίαν πρωτότυπο τρόπο, καταπιάνονται με τις διαμάχες, τις ίντριγκες, ακόμα και με τις φρικαλεότητες που είναι απόρροια της εξουσιομανίας των ισχυρών. Οι συγγραφείς τους καταγγέλλουν, δίχως όμως να προσφεύγουν στον διδακτισμό, αλλά σε μια πικρή ειρωνεία συνοδευόμενη από βαθιές γνώσεις.
Η Κιμ Τούι (Kim Thúy, γενν. Σαϊγκόν, 1968) εντυπωσίασε το αναγνωστικό κοινό ήδη με το πρώτο της βιβλίο, το εκτεταμένο πεζοποίημά της ρου (μτφρ. Δάφνη Κιούση, εκδ. Άγρα) που κυκλοφόρησε στα γαλλικά το 2009 και στα ελληνικά το 2021. Στα γαλλικά, μας ενημερώνει προγραμματικά η συγγραφέας, «ru» σημαίνει «μικρό ρυάκι» και μεταφορικά «ροή (δακρύων, αίματος, χρημάτων)», ενώ στα βιετναμέζικα «ru» σημαίνει «νανούρισμα», «νανουρίζω». Και με εφαλτήριο τούτη τη μονοσύλλαβη, αλλά πολυσήμαντη, λέξη, δομεί το κρυστάλλινης διαύγειας πεζοποίημά της, μοντάροντας σπαράγματα και θραύσματα, στήνοντας μιαν εικαστική εγκατάσταση μες στις σελίδες.
Η ένταση εναλλάσσεται με την τρυφερότητα, η πίκρα και η φρίκη εκτείθενται με λούπες λεκτικές. Το έπος των λεγόμενων boat people που με πλοιάρια εγκατέλειψαν το σπαρασσόμενο από τη βία Βιετνάμ και, ύστερα από κακουχίες και κινδύνους, βρήκαν καταφύγιο (εν προκειμένω) στον Καναδά, ιστορείται με ποιητικές εκλάμψεις. «Οι άνθρωποι που κάθονταν στο κατάστρωμα μας μετέφεραν ότι δεν υπήρχε πλέον διαχωριστική γραμμή μεταξύ του μπλε του ουρανού και του μπλε της θάλασσας. Δεν ξέραμε λοιπόν αν οδεύαμε προς τον ουρανό ή αν βυθιζόμασταν στα βάθη του νερού. Ο παράδεισος και η κόλαση είχαν σφιχταγκαλιαστεί μέσα στην κοιλιά του σκάφους μας», γράφει η Τούι.
Προσφάτως κυκλοφόρησε και το εμ (μτφρ. Λίζυ Τσιριμώκου, εκδ. Άγρα), κάτι σαν σίκουελ του ρου. Η Τούι, εγκατεστημένη αρχικά στο Κεμπέκ, και τώρα στο Μόντρεαλ, αφού έχει ασκήσει πλειάδα επιτηδευμάτων για τον βιοπορισμό της (μεταφράστρια, δικηγόρος, μοδίστρα, διερμηνέας, ιδιοκτήτρια εστιατορίου, κριτικός γαστρονομίας), καταγράφει τώρα τις επιπτώσεις του πολέμου και του ξεριζωμού. Εμμένει, και εδώ, στην τρυφερότητα και τη στοργή που είναι, μαζί φυσικά με τη γραφή, λυτρωτικά αντίδοτα. Παραμένει ποιητική, με μια λαλέουσα λιτότητα λόγου, συναρμόζοντας και πάλι θραύσματα, διευθετώντας με τις τεχνικές του μοντάζ το πλούσιο υλικό της. Και, συνάμα, στοχάζεται σχετικά με το κατά πόσο είναι εφικτό να εκφραστεί με λέξεις όλη η αλήθεια της πραγματικότητας.
«Αν σας σφίγγεται η καρδιά διαβάζοντας αυτές τις σελίδες προβλέψιμης τρέλας», γράφει, «απρόβλεπτης αγάπης ή συνηθισμένου ηρωισμού, να ξέρετε ότι η πλήρης αλήθεια θα σας έκοβε πιθανότατα την ανάσα, ή θα σας προκαλούσε ευφορία. Σε τούτο το βιβλίο, η αλήθεια είναι κατακερματισμένη, ημιτελής, ανολοκλήρωτη, τόσο στο χρόνο όσο και στο χώρο […] στο μεταξύ σας υπόσχομαι, σε όσα ακολουθούν, μια κάποια τάξη στις συγκινήσεις και μια αναπόφευκτη αταξία στα συναισθήματα».
Πάμε πίσω στον χρόνο, πάμε στον Πρώτο Πόλεμο της Ινδοκίνας, πάμε στην εποποιία των Βιετναμέζων στο Ντιεν Μπιεν Φου, πάμε στη δεκαετία του 1950, πάμε στον κυνισμό (αλλά και τη γελοιότητα, τον φανφαρονισμό) των Γάλλων αποικιοκρατών, πάμε στις σκευωρίες και στις ματσαράγκες τραπεζιτών, καλλιεργητών καουτσούκ, γαλονάδων, πολιτικών. Αυτά μέσα από το μυθιστόρημα (αφήγημα το αποκαλεί ο ίδιος) Μια αξιοπρεπής έξοδος (μτφρ. Μανώλης Πιμπλής, εκδ. Πόλις) του μάστορα ενός κριτικού ρεαλισμού ακριβείας και αιχμηρότητας Ερίκ Βυϊγιάρ (Éric Vuillard, γενν. Λυών, 1968).
Συνομήλικος της Κιμ Τούι, εξίσου ταλαντούχος και επινοητικός, ο Βυϊγιάρ γίνεται, ολοένα και πιο πολύ, ο αγαπημένος μου Γάλλος συγγραφέας (ο Ουελμπέκ εξαιρείται, είναι παλιά καραβάνα), καθόσον σε κάθε του έργο εμπλέκει κρίσιμες ιστορικές στιγμές –η αποικιοκρατία στο Κονγκό, η επώαση της ναζιστικής πανούκλας, ο πόλεμος των χωρικών κατά τον 16ο αιώνα, η Μεγάλη Γαλλική Επανάσταση του 1789– μιλώντας όχι μόνο για τους πρωταγωνιστές τους αλλά και για αφανείς, ανώνυμους δρώντες, αλλά και για κτίσματα όπου παίχτηκαν παιχνίδια και εξυφάνθηκαν πλεκτάνες.
«Αν μείνουμε αποκλειστικά στους πρωταγωνιστές», γράφει, «αν αρκεστούμε να τους κοιτάξουμε έναν έναν στα μάτια, δεν θα μπορέσουμε να καταλάβουμε τίποτα. Για να αντιληφθούμε πραγματικά τι συμβαίνει πρέπει να διευρύνουμε το πεδίο, πρέπει να θαυμάσουμε ολόκληρο το οικοδόμημα, να εξετάσουμε αυτό το παχύ, μασίφ, αλληγορικό πράγμα που λέγεται Παλαί Μπουρμπόν».
Αξίζουν επαίνους οι συντελεστές της έκδοσης, ο μεταφραστής Μανώλης Πιμπλής (που έχει μεταφράσει και άλλα δύο έργα του Βυϊγιάρ, τα 14η Ιουλίου και Ημερήσια Διάταξη), και ο οίκος Πόλις του πάντα επιλεκτικού Νίκου Γκιώνη.
Από τον ίδιο οίκο, και σε έξοχη μετάφραση του Δημήτρη Δημακόπουλου, μας έρχεται το επίσης αντιαποικιοκρατικό μυθιστόρημα του Τομά Κανταλούπ (Thomas Cantaloube, γενν. Παρίσι, 1971) Φούγκα για ένα προτεκτοράτο. Είμαστε στη δεκαετία του 1960, η Γαλλία έχει αναγνωρίσει την ανεξαρτησία του Καμερούν, αλλά μέσω ελεεινών αχυρανθρώπων, που ελέγχονται από τις μυστικές υπηρεσίες και τα κέντρα εξουσίας των Παρισίων, διατηρεί τις εξουσιαστικές της βλέψεις.
Συναντάμε εδώ κάποιες μορφές που γνωρίσαμε από το πρώτο μυθιστόρημα του Κανταλούπ, το Ρέκβιεμ για μια δημοκρατία (μτφρ. Δημήτρης Δημακόπουλος, εκδ. Πόλις), ένα εντυπωσιακό ντεμπούτο (στα γαλλικά κυκλοφόρησε το 2019, στα ελληνικά το 2021). Συναντάμε τον έντιμο Λυκ Μπλανσάρ, πρώην αστυνομικό και νυν δημοσιογράφο, συναντάμε τον απίθανο μονόχειρα Σείριο Βολκστρόμ, συναντάμε επίσης τον Φρανσουά Μιτεράν. Και βέβαια τον φοβερό και τρομερό δολοπλόκο Ζακ Φοκάρ (1913-1997), σύμβουλο της προεδρίας της Γαλλικής Δημοκρατίας, ειδικό σε αφρικανικά θέματα, από το 1960 έως το 1974, που εργάστηκε μανιωδώς για την «νομιμοποίηση της ανομίας», ήτοι τη συνύπαρξη, στο περιθώριο της νόμιμης εξουσίας, μιας παράλληλης εξουσίας που κατέφευγε σε παράνομες πρακτικές (σαμποτάζ, εκβιασμοί, απειλές, δολοφονίες).
Ο Κανταλούπ τιθασεύει με σθεναρή μαεστρία το χαοτικό υλικό της εποχής, το μπολιάζει με καταιγιστική δράση και δυνατές δόσεις χιούμορ, αλλά και με τεκμηριωμένες πληροφορίες. Το αποτέλεσμα είναι συναρπαστικό, συγγενεύει με τα όσα μας προσφέρει ο δυναμικός Μωρίς Αττιά (Maurice Attia, γενν. Αλγέρι, 1949), ιδίως στο μυθιστόρημα Κόκκινη Μασσαλία (μτφρ. Ρίτα Κολαΐτη, εκδ. Πόλις).
«Κινείσαι σε ναρκοπέδιο. Είναι καλό σημάδι! Συνέχισε», διαβάζουμε στη σελίδα 100, μια φράση που αποτελεί το ζουμί και τη σύνοψη όλης της Φούγκας για ένα προτεκτοράτο!
*Ο ΓΙΩΡΓΟΣ-ΙΚΑΡΟΣ ΜΠΑΜΠΑΣΑΚΗΣ είναι συγγραφέας και μεταφραστής. Τελευταίο του βιβλίο, η ποιητική σύνθεση «Ωδή Κυψέλης» (εκδ. Ιωλκός).
Αποσπάσματα από τα βιβλία
Κιμ Τούι, εμ: «Προσπάθησα να υφάνω τα νήματα αλλά ξέφυγαν κι έμειναν αδέσποτα, ατελείωτα κι ελεύθερα. Διευθετούνται από μόνα τους ανάλογα με την ταχύτητα του ανέμου, ανάλογα με τις ειδήσεις που παρελαύνουν, ανάλογα με τα χαμόγελα και τις ανησυχίες των γιων μου». (σ. 145)
Ερίκ Βυϊγιάρ, Μια αξιοπρεπής έξοδος: «Τι υπέροχα αλαμπουρνέζικα, είναι καταπληκτικό, πρόκειται για τον ίλιγγο του παραλόγου. Ξαφνικά, μιλάει η Ιστορία αυτοπροσώπως, με τη γλωττίδα της σαν εκκρεμές και τα δόντια της που κόβουν κομματάκια». (σ. 74)
Τομά Κανταλούπ, Φούγκα για ένα προτεκτοράτο: «Μάθε, νεαρέ μου φίλε, πως όταν στρέφεις ένα φακό στο παρελθόν, φωτίζεις το παρόν και σκορπίζεις τις σκιές του μέλοντος!» (σ. 25)




























