
«Τα τελευταία χρόνια η οικονομική κρίση, η επάνοδος ενός εμφυλιακού κλίματος, η τρομοκρατία, η Ακροδεξιά, τα ποικίλα κοινωνικά προβλήματα, που ενέχουν ωστόσο πολιτικές διαστάσεις, κ.λπ. αποτέλεσαν την καύσιμη ύλη για να γραφούν πολιτικά έργα με γόνιμους προβληματισμούς και ερωτήματα».
Γράφει ο Γιώργος Ν. Περαντωνάκης
Αν ακολουθήσουμε τη διάκριση της «πολιτικής» (politics) και του «πολιτικού» (political), που επιμάνθηκε πρώτα από τον Καρλ Σμιτ το 1932, και τη σύλληψή τους από τους Σαντάλ Μουφ και Ερνέστο Λακλάου, οι οποίοι εξέλαβαν το «πολιτικό» ως το πεδίο της σύγκρουσης και την «πολιτική» ως το σύνολο των πρακτικών που αποπειρώνται να οργανώσουν ή να περιορίσουν αυτή τη σύγκρουση, τότε μπορούμε να δούμε τη σχέση της λογοτεχνίας με όλα αυτά σε δύο επάλληλους κύκλους. Ο ευρύτερος περιλαμβάνει την κοινωνική επικράτεια και τις σχέσεις εξουσίας μέσα σε αυτήν, ενώ ο στενότερος την ίδια την πολιτική ως θεσπισμένη και εφαρμοσμένη πρακτική.
Η λογοτεχνία ποτέ δεν έπαψε να είναι πολιτική, είτε επειδή μελετά με αισθητικούς τρόπους την Ιστορία και τις δι-εθνικές συγκρούσεις, είτε επειδή κατοπτεύει την εξουσία και τους μηχανισμούς της, είτε επειδή μιλά ευρύτερα για τα ανθρώπινα δικαιώματα, τις μορφές αυταρχισμού, τη βία, την εκμετάλλευση, τις μειονότητες, τις κοινωνικές μεταβολές και τα πολιτισμικά παράγωγα. Ειδικά στην Ελλάδα, η οποία διακρίνεται για το πλούσιο ιστορικοπολιτικό της παρελθόν (μόνο στη μεταπολεμική εποχή έχουμε τον Εμφύλιο, τις κρίσιμες δεκαετίες του 1950 και 1960, τη Χούντα, τη Μεταπολίτευση, την Ευρωπαϊκή Ένωση, τον απόηχο της κατάρρευσης της ΕΣΣΔ, τον διπολισμό μεταξύ Δεξιάς και Κέντρου και αργότερα την κύβερνηση της Αριστεράς κ.λπ.), η πεζογραφία (όπως και η ποίηση άλλωστε) ποτέ δεν έπαψε να ερωτοτροπεί τόσο με το ευρύτερα κοινωνικό-πολιτικό, όσο και με την ίδια τη διερεύνηση της έννοιας της πολιτικής εξουσίας.
Τα τελευταία χρόνια η οικονομική κρίση, η επάνοδος ενός εμφυλιακού κλίματος, η τρομοκρατία, η Ακροδεξιά, τα ποικίλα κοινωνικά προβλήματα, που ενέχουν ωστόσο πολιτικές διαστάσεις, κ.λπ. αποτέλεσαν την καύσιμη ύλη για να γραφούν πολιτικά έργα με γόνιμους προβληματισμούς και ερωτήματα.
Ας ξεκινήσουμε από τα πρώτα μεταπολιτευτικά έργα: από το Κιβώτιο (1975) του Άρη Αλεξάνδρου και τη Χαμένη άνοιξη (1976) του Στρατή Τσίρκα έως τα έργα του Αλέξανδρου Κοτζιά (π.χ. Η φανταστική περιπέτεια, 1985), θα αντιληφθούμε ότι η Μεταπολίτευση βρίθει πολλαπλών και ετερόκλιτων κυμάτων σκέψης που δοκιμάζουν τη νέα δημοκρατική εποχή, χωρίς να ξεχνάνε το παρελθόν και τις (μετ)εμφυλιακές συγκρούσεις. Εδώ θα εστιάσω σ’ αυτήν τη μεταπολιτευτική λογοτεχνία και ακόμα περισσότερο στην πρόσφατη –μετά το 1989– εποχή, ειδικότερα στα κείμενα που πραγματεύονται την πολιτική, όσο αυτή βέβαια μπορεί να διαχωριστεί από το πολιτικό με απόλυτα στεγανά.

Σύγχρονη πολιτική, σκεπτόμενη λογοτεχνία
Στη δημοκρατική εποχή μας, τα κόμματα, πραγματικά ή φανταστικά, με το πραγματικό τους όνομα ή με πλάγιες αναφορές, προσωποπαγή ή μη, έχουν μπει στο μυθοπλαστικό πλαίσιο και έχουν απασχολήσει τη νεοελληνική πεζογραφία. Καταρχάς, η Μάρω Δούκα γράφει ένα πολιτικό μυθιστόρημα σε συσκευασία αυτοαναφορικότητας, το Εις τον πάτο της εικόνας (1990), όπου συναντάμε τις δύο όψεις του Έλληνα στο τέλος της πασοκικής οκταετίας, Από τη μία, ο μορφωμένος Αριστερός, που αναζητεί το στίγμα του, κι από την άλλη ο λαϊκός ταξιτζής, που είναι νοσταλγός της χούντας, καραμανλικός στο κύμα της Μεταπολίτευσης και πασοκτζής, όταν άλλαξε το πλειοψηφούν ρεύμα, μέσα στο οποίο ο ίδιος θεωρεί τον Αντρέα Παπανδρέου μεσσία. Κατά βάση μικροαστός συνδυάζει οικογένεια κι ελευθερία, ταξιτζιδική ξερολίαση και ανδροπρεπή βία, εργατικότητα και καλοπέραση. Η πεζογράφος επιδιώκει να σκιαγραφήσει το κοινωνικοπολιτικό συγκείμενο στο τέλος της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, ασκώντας κριτική στην παπανδρεϊκή οκταετία από τα αριστερά.
Ανάλογη με τη Μ. Δούκα κριτική στο ΠΑΣΟΚ, με παρωδιακά στοιχεία, επιχειρεί ο Γιώργης Γιατρομανωλάκης στο Χρονικό του Δαρείου (2008). Το χρονικό της ανόδου του ηγέτη του ΠΑΓΑΛΑΚ γίνεται παρωδία πολιτικού μυθιστορήματος, όπου επιχειρείται το ξήλωμα της εικόνας της μεταπολίτευσης. Από τη μία, η πολιτική ρητορική αποδομείται, καθώς οι πομπώδεις λέξεις, τα ηχηρά συνθήματα, η ξύλινη γλώσσα των πολιτικών και οι θεωρίες για μείζονες ανατροπές εξαρθρώνονται από τους μηχανισμούς της σάτιρας και της παρωδίας. Από την άλλη, αποκαλύπτονται πτυχές του ηγέτη του ΠΑΣΟΚ ως ειδώλου μιας γενιάς και μιας εποχής, με τον λαϊκισμό του και την ερωτοπάθειά του, με τις φρούδες υποσχέσεις και την καταναλωτική πολιτική του. Στο έμβλημα του γατάνθρωπου συνοψίζεται ο γκομενισμός και ο ευδαιμονισμός, η πορεία προς την Ευρώπη και ο επαρχιακός μικροαστισμός των Ελλήνων, η προσπάθεια για πρόοδο, η οποία ενίοτε καταντά προοδευτισμός, και ο μεσσιανισμός που συχνά επιστρέφει σαν μπούμερανγκ.
Το Σφάλμα συστήματος (2019) του Νίκου Μάντη οικοδομείται πάνω σε μια ομάδα αντιδραστικών νέων, που κινούνταν και κινούνται ανάμεσα στην αναρχία και την Αριστερά. Άτυπο κέντρο αυτής της δυναμικής ομήγυρης είναι ο Κάρολος, ηγετικό στέλεχος του μαθητικού, φοιτητικού και νεανικού κινήματος, πρωτοστάτης σε κινητοποιήσεις και καταλήψεις, πρότυπο για πολλά αγόρια και έρωτας για πολλά κορίτσια. Αυτό το πλαίσιο δεν κρύβει, σχεδόν ποτέ, την ευθεία ή έμμεση σύνδεση με τον ΣΥΡΙΖΑ και ιδιαίτερα με τον Αλέξη Τσίπρα: από την κληρονομημένη ιδεολογική σφραγίδα και τη σταδιακή του άνοδο ώς την πρωθυπουργία και το παρασκήνιο της πολιτικής.
Τέλος, τον Απρίλιο του 2023 ο Τάκης Καμπύλης στο μυθιστόρημα Το κόμμα του καλού θεού προοιωνίζεται το κόμμα της «Νίκης», που συνδυάζει την πολιτική με τη θρησκεία. Έτσι, βλέπουμε μυθοπλαστικά μια ανάλογη κομματική πρόταση, με τον Ραφαήλ, έναν πρώην μητροπολίτη, να τίθεται επικεφαλής ενός κόμματος με θρησκευτικό περίβλημα, δεξιού με λαϊκίστικες προτάσεις, αντισυμβατικού που να στοχεύει στους πανταχού παρόντες αναποφάσιστους και απογοητευμένους, εξωθεσμικού αλλά συνάμα βαθύτατα ριζωμένου (έστω και άτυπα) σε θεσμούς και συμφέροντα.
Εξουσία & διαφθορά
Κεντρικός άξονας πολλών έργων του Πέτρου Μάρκαρη είναι η κριτική στη μεταπολιτευτική ελληνική κοινωνία και ιδιαίτερα στη λεγόμενη «γενιά του Πολυτεχνείου». Στα έργα Ο Τσε αυτοκτόνησε (2003) και Ψωμί, παιδεία, ελευθερία (2012) αναδεικνύεται η μετάλλαξη πρώην Αριστερών αγωνιστών σε φορείς εξουσίας και προνομίων, οι οποίοι εκμεταλλεύτηκαν το πολιτικό τους κεφάλαιο για κοινωνική και οικονομική ανέλιξη. Η στάση αυτή συνδέεται με τη διαμόρφωση μιας κουλτούρας ατιμωρησίας και εύκολου πλουτισμού, που παρουσιάζεται ως μία από τις βασικές αιτίες της σύγχρονης κρίσης.
Παράλληλα, σε έργα όπως το Νυχτερινό δελτίο (1995) και η Άμυνα ζώνης (1998), προβάλλεται η συστηματική παρέμβαση της πολιτικής εξουσίας στο έργο της αστυνομίας. Ο αστυνόμος Χαρίτος συγκρούεται με φορείς εξουσίας που επιδιώκουν τη συγκάλυψη σκανδάλων με τον έλεγχο της πληροφορίας και επιβραβεύουν όσους συμμορφώνονται με τις πολιτικές εντολές. Η πολιτική ηγεσία εμφανίζεται να δίνει προτεραιότητα στη διαχείριση της εικόνας και όχι στην απονομή δικαιοσύνης.
![]() |
![]() |
Στον Βασικό μέτοχο (2006) η πολιτική κριτική διευρύνεται, αποκαλύπτοντας το «τρίγωνο της διαπλοκής» μεταξύ πολιτικών, ΜΜΕ και επιχειρήσεων. Η διαφήμιση παρουσιάζεται ως ο κεντρικός μηχανισμός που συνδέει και ελέγχει τα μέσα ενημέρωσης και την οικονομία, ενώ οι πολιτικοί εξαρτώνται τόσο από την οικονομική στήριξη των επιχειρηματιών όσο και από τη δημόσια εικόνα που διαμορφώνουν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Έτσι, η πολιτική δράση υποτάσσεται στο χρήμα και στην επικοινωνιακή διαχείριση.
Συνολικά, το έργο του Π. Μάρκαρη αναδεικνύει μια κοινωνία όπου οι δημοκρατικοί θεσμοί υπονομεύονται από τον ατομικισμό και τις προσωπικές φιλοδοξίες. Η διάκριση ανάμεσα στην Αριστερά και τη Δεξιά θολώνει, καθώς και οι δύο πλευρές είτε αφομοιώνονται από το σύστημα είτε αδυνατούν να το ελέγξουν. Παράλληλα, στον Βασικό μέτοχο αναδεικνύεται και η πολιτική διάσταση του εθνικού ζητήματος, με κριτική σε εθνικιστικές και σοβινιστικές τάσεις. Έτσι, η μαρκαριανή μυθοπλασία λειτουργεί ως εργαλείο κοινωνικής και πολιτικής αυτογνωσίας, αποκαλύπτοντας τους μηχανισμούς εξουσίας που διαμορφώνουν τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα.
Ανάλογα, με παρωδιακή διάθεση και χιούμορ, ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης γράφει τον Υπουργό νύχτας (2016), όπου ένας ιδιοκτήτης γραφείου τελετών, ο οποίος ελέγχει με μαφιόζικο τρόπο τη νύχτα, γίνεται μέλος της κυβέρνησης, αναδεικνύοντας τους διαλυμένους θεσμούς και τη σήψη ενός διάτρητου πολιτικού συστήματος.
Τρία ακόμα βιβλία θίγουν ποικιλοτρόπως πολιτικά ζητήματα σε μορφή αλληγορίας, είτε στη ρεαλιστική της βάση είτε στο πλαίσιο της επιστημονικής φαντασίας. Ρεαλιστικά είναι μερικά διηγήματα της Εγγαστρίμυθης φάλαινας (2025) του Χρήστου Αστερίου, ο οποίος προβληματίζεται τόσο για την ιστορικοποίηση όσο και την ανιστορικότητα του παρόντος, τη διπλή αντίφαση των ολοκληρωτικών καθεστώτων, τον έρωτα και τις μηχανορραφίες μέσα στην πολιτική.
Δύο εξαιρετικά έργα κινούνται σε ένα ζοφερό μέλλον. Η Άγρια Ακρόπολη (2013) του Νίκου Μάντη αναφέρεται σε μια κοινωνία κάθετα χωρισμένη σε τάξεις με βάση τον «γενετικό καπιταλισμό». Είναι η βιοπολιτική ένας νέος ολοκληρωτισμός, που θα καθορίζει τη θέση του πολίτη μέσα στην κοινωνία ντετερμινιστικά και αναπόφευκτα; Τον ίδιο ντετερμινισμό ιχνηλατεί και ο Θανάσης Χειμωνάς στο Τρότζαν (2023), όπου η απολυταρχική εξουσία στηρίζεται στο απόλυτο και αλάθητο της Τεχνητής Νοημοσύνης, η οποία καθορίζει τα πάντα, χωρίς ο πολίτης να μπορεί να αντιτάξει μια άλλη λογική. Η πολιτική παρουσιάζεται πια ως ντετερμινιστική ενασχόληση και a priori δέσμη αποφάσεων όχι των ελεύθερων πολιτών αλλά προκαθορισμένων μηχανισμών, εκ βιολογίας ή πληροφορικής, οι οποίοι με τον μανδύα του αλάθητου επιλέγουν, καθορίζουν, αποφασίζουν…
Ανάλογα προβλήματα της δημοκρατίας σε μελλοντολογικό πλαίσιο θέτει η Ιωάννα Μπουραζοπούλου στην Ενοχή της αθωότητας (2011), όπου δοκιμάζει τις αντοχές της δημοκρατίας, τα όρια της ελευθερίας βούλησης και της ασυναίσθητης χειραγώγησης. Σε μια «Συντεχνιακή δημοκρατία» ένας κρατούμενος μεταφέρεται από πόλη σε πόλη, ώστε οι εννέα κάστες να αποφανθούν αν πρέπει να θανατωθεί ή να αθωωθεί. Σε αυτό το σενάριο «επιλογών», ο άνθρωπος από χίλιες πλευρές νομίζει ότι είναι ελεύθερος κι από χίλιες άλλες συνειδητοποιεί πόσο ποδηγετείται από βιολογικούς παράγοντες ή από την κρατική μηχανή, από τον ασταθή χαρακτήρα του ή από τα υποβολιμαία μηνύματα της κοινωνίας.
Τρομοκρατία – Αναρχία
Το θέμα της τρομοκρατίας άπτεται της ίδιας της ποιότητας της δημοκρατίας και πώς είναι δυνατόν, με τη βία ή χωρίς, με εσωτερικές ζυμώσεις ή με οξείες αιματηρές αντιπαραθέσεις, αυτή να αλλάξει. Άραγε, απέναντι στην αρτηριοσκληρωτική εξουσία, την οποία ο ίδιος ο πολίτης και το εδραιωμένο σύστημα στηρίζει, κείται η ένοπλη διαπάλη ως λύση ή είναι κι αυτή άλλη μια μορφή εξουσίας απέναντι σε ένοχους πολιτικούς αλλά και ανυπεράσπιστους πολίτες;
Στο μυθιστόρημα Οι πολίτες της σιωπής (1993) της Νένης Ευθυμιάδη έχουμε τρομοκρατία χωρίς πολιτική, έχουμε το πολιτικό χωρίς τη στενή έννοια της πολιτικής. Το έργο ξεκινά κατευθείαν με τη δήλωση της αφηγήτριας, ότι θα ανατινάξουν την πολυκατοικία που βρίσκεται ακριβώς απέναντι από το ανθοπωλείο της. Με πολυεστιακή αφήγηση παρακολουθούμε αφενός τους ενοίκους του κτηρίου κι αφετέρου τη δράση και τις σκέψεις των τρομοκρατών.
Όλοι όσοι εμπλέκονται ζουν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο τη φθορά τους, τη μεσοαστική φθορά που εκλαμβάνεται ως φυσιολογική ζωή, αλλά ποικίλα σήματα υπονοούν πόσο οι σχέσεις (με τις διαφορές και τις ομοιότητες των προσώπων) ισορροπούν και συχνά καταρρέουν ανεπαίσθητα. Από την άλλη, η τρομοκρατική οργάνωση «Μηδέν», που αποτελείται από τέσσερα μέλη, έχει μακρά δράση, αλλά κανένα σαφές πολιτικό νόημα. Ίσως ούτε κοινωνικό. Εκπροσωπεί γενικά το «αντί», με στόχους όχι μόνο λ.χ. μιλιταριστικούς, αλλά και απλούς πολίτες, με αποτέλεσμα να μην φαίνονται (σκόπιμα από τη συγγραφέα) οι στόχοι και οι ιδεολογικές τους βάσεις (πλην μιας γενικής αριστερής προοπτικής). Ο μηδενισμός συμπορεύεται με τον αντι-μεσοαστισμό.
Το πώς γίνεται κανείς τρομοκράτης είναι ίσως άλλη μια ενδιαφέρουσα πτυχή της τρομοκρατίας. Κι όταν η μάνα δεν ξέρει καλά καλά το παιδί της, ούτε τη μεταστροφή του προς τον ριζοσπαστισμό, τότε το μυστήριο εντείνεται και σταδιακά μπορεί να λάβει μερικές αλλά όχι πλήρεις απαντήσεις. Κάπως έτσι χτίζει το μυθιστόρημά του Ωστικό κύμα (2016) ο Νίκος Δαββέτας. Σε μια έκρηξη βόμβας στο Λονδίνο η Ελληνίδα μητέρα μαθαίνει ότι στα θύματα συγκαταλέγεται και ο γιος της κι έπειτα ότι είναι ένας από τους τρομοκράτες. Η οπτική γωνία της άγνοιας είναι αυτή που αιφνιδιάζει πρώτα την ίδια την πρωταγωνίστρια κι έπειτα τον αναγνώστη, ο οποίος μαθαίνει –όπως και οι χαρακτήρες– την αλήθεια σπυρί το σπυρί.
Δίπλα στο ατομικό πλαίσιο του πένθους δεσπόζει το πολιτικό πεδίο της τρομοκρατίας και πώς η αστική κοινωνία γεννά εν αγνοία της αλλά όχι χωρίς την ευθύνη της τρομοκράτες. Και μάλιστα πώς ο Έλληνας δράστης δεν μεταλλάχτηκε απλώς σε ακραίο στοιχείο αλλά έγινε μέλος μιας ισλαμιστικής οργάνωσης, απόρροια μιας επανάστασης που εδράζεται στο τι βίωσε και μέσα στην οικογένεια.
Ο Δημήτρης Νόλλας έχει εντρυφήσει λογοτεχνικά στην τρομοκρατία, καταρχάς με Το πέμπτο γένος (1988), όπου μέλη μιας αντιχουντικής οργάνωσης έχουν πλέον ενταχθεί στον κυβερνητικό σχηματισμό σε ένα αυταρχικό καθεστώς σοσιαλιστικής ιδεολογίας. Από την άλλη, μια μερίδα της ίδιας οργάνωσης αντιμάχεται την εξουσία, με αποτέλεσμα να προβάλλεται η ιδέα ότι η κυβέρνηση είναι τρομοκράτης και οι λεγόμενοι τρομοκράτες είναι γνήσιοι αντιεξουσιαστές. Το 1994 ο συγγραφέας συνεχίζει με το μυθιστόρημα Ο άνθρωπος που ξεχάστηκε, όπου παλιό στέλεχος μιας αντιχουντικής πάλι ομάδας, γυρίζοντας στην Ελλάδα, βρίσκει τον θάνατο ως προδότης από τους πρώην ομοϊδεάτες του, οι οποίοι συνεχίζουν τον αγώνα ενάντια στην εξουσία και το ξένο κεφάλαιο. Τέλος, Ο καιρός του καθενός (2010) προβάλλει την τρομοκρατία ως μια νέα εξουσία, η οποία περιέχει εξίσου ολοκληρωτικές πρακτικές και εσωτερικές ιεραρχήσεις, ίδιες με το σύστημα το οποίο υποτίθεται ότι αντιπαλεύει.
![]() |
|
![]() |
Ο Δημήτρης Μαμαλούκας από την άλλη αξιοποιεί τα κενά στην υπόθεση της απαγωγής ενός Ιταλού επιχειρηματία από τις Ερυθρές Ταξιαρχίες το 1979 κι έτσι με μυθοπλαστική ελευθερία στήνει ένα αληθοφανές σενάριο για το τι απέγιναν τα άγνωστα μέλη της οργάνωσης και ποιους μιμητές βρήκαν πολλά χρόνια μετά. Ο κρυφός πυρήνας των Ερυθρών Ταξιαρχιών (2016) δείχνει ότι, μεταξύ πολιτικών αιτίων και τρομοκρατικών ενεργειών στην Ιταλία τη δεκαετία του ’70, παρεισφρέουν προσωπικά κίνητρα, που πλέον, εν έτει 2007, αποδεικνύεται πως, όπως σε πολλά αστυνομικά έργα, ο φόνος δεν προξενείται μόνο λόγω ευρύτερων κοινωνικών παθογενειών, αλλά και εξαιτίας της ανθρώπινης απληστίας.
Παράπλευρος κύκλος με αυτόν της τρομοκρατίας είναι η αναρχία που τη βλέπουμε σε δύο νεοελληνικά μυθιστορήματα.
Στους Γίγαντες και φασόλια (2019) ο Τάκης Καμπύλης γράφει στην ουσία μια άτυπη ιστορία του αναρχικού κινήματος στον Μεσοπόλεμο. Με άλλα λόγια, επιχειρεί την αναψηλάφηση του αναρχισμού στον 20ό αιώνα, όπως διασταυρώνεται με την ουτοπία και τη δημοκρατία, τον σταθερά επανερχόμενο φασισμό, την Αριστερά και τη συστημική της εγκαθίδρυση, την επανάσταση και την ελευθερία της σκέψης. Οι περισσότεροι χαρακτήρες του μυθιστορήματος θεωρούν ότι οι αναρχικοί παραγκωνίστηκαν και αφομοιώθηκαν από τους κομμουνιστές, ενώ διαχρονικά αντιπαρατέθηκαν με τους φασίστες ήδη από το 1931. Και αυτή η ιστορική πραγματικότητα αντικατοπτρίζεται στο σήμερα, όπου οι Ακροδεξιοί απειλούν την κεντρική πολιτική σκηνή, ενώ οι Αναρχικοί λειτουργούν ως το αντίπαλον δέος.
Σε μια μετα-αποκαλυπτική Ελλάδα, το ποιος είναι θαμμένος στο Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη (μήπως ένας αναρχικός;) αποκτά άκρως πολιτική σημασία και συμβολικό χαρακτήρα αφού η αναζήτηση ενός τέτοιου μυστικού προϊδεάζει για μια ανανοηματοδότηση της ελληνικότητας, του ηρωισμού και της πατρίδας. Ο Τ. Καμπύλης με αυτό το πολυσέλιδο πολιτικό μυθιστόρημα αγγίζει τον επαναστατικό οίστρο πολλών γενιών που «θάφτηκαν», άγνωστοι γίγαντες, σε μια κουτσή δημοκρατία, η οποία όσο γεννά σταθερότητα τόσο γεννά και ολοκληρωτισμό, όχι τόσο από το κράτος όσο από τις ποικίλες ομάδες που την καπηλεύονται.
Τέλος, η Έλενα Χουζούρη Στη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού (2021) ανατρέχει στο 1989, όταν σκοτώνεται από την αστυνομία ο αναρχικός Μανόλης Π., του οποίου σταδιακά αποκαλύπτεται η σύνδεση με τα αριστερ(ίστικ)α παρακλάδια του παρελθόντος. Έτσι, αναδύονται μνήμες αφενός για το ποιος ήταν ο νεαρός αναρχικός που επαναστάτησε κοινωνικά και πολιτικά και αφετέρου πώς από ένα κομμουνιστικό περιβάλλον, με συντηρητικές γενικά αρχές, γεννήθηκε ένας αντιεξουσιαστής που έβαψε με αίμα τα χέρια του. Σε ανάλογη μοίρα με τη μητέρα στο Ωστικό κύμα του Ν. Δαββέτα βρίσκεται εδώ ο αδελφός του θύματος, που δεν πρόλαβε ή δεν μπόρεσε να τον βοηθήσει ή έστω να καταλάβει πού κινείται, πριν έλθει η κρίσιμη και μοιραία ώρα.
Το ζητούμενο φαίνεται να μην επικεντρώνεται στο ποιος είναι ο νεκρός αναρχικός και πώς σκεφτόταν, αλλά πώς τον αντιμετώπιζαν όσο ζούσε και πώς στάθηκαν δίπλα ή απέναντί του οι άλλοι. Στο τέλος, όμως, το κέντρο αυτό μετακινείται, αφού ο νεκρός... μιλά, μέσω ενός γράμματος που αφήνει παρακαταθήκη για να δείξει πώς βγήκε «στη σκοτεινή πλευρά», πώς εγκολπώθηκε το μίσος, πώς η κοινωνία και ο αδελφός του τον ώθησαν, ακούσια φυσικά, να θεωρήσει τη βία όπλο κατά του συστήματος. Αν και δεν ήθελε ποτέ να σκοτώσει, το έκανε κι αυτό, αλλά πρώτιστο μέλημά του είναι να γίνουν πολλοί όσοι αντιδρούν και να διαλύσουν το σάπιο σύστημα που τους περιβάλλει.
Οικονομική-πολιτική κρίση και Ακροδεξιά
Μια αναθέρμανση της λογοτεχνικής πραγμάτευσης της πολιτικής ήρθε μέσα στην οικονομική κρίση της δεκαετίας του 2010, όπου παρατηρήθηκαν τάσεις επαναθεώρησης της γενικότερης κατάστασης της Ελλάδας, με κορυφή του παγόβουνου τις πολιτικές ευθύνες, αλλά και ψηλάφησης της Ακροδεξιάς, που εμφανίστηκε απειλητική.
Το 2014 εν μέσω κρίσης, σε μια Ελλάδα που ματώνει ντόπιους και ξένους, ο Νίκος Μάντης εκδίδει ένα σπονδυλωτό μυθιστόρημα, το Πέτρα, ψαλίδι, χαρτί, το οποίο περιηγείται σε ποικίλες εκδοχές αυτής της χρεοκοπημένης πολιτισμικά Ελλάδας. Έτσι, κινείται από τους πολιτικούς που διώκονται λόγω της διαφθοράς τους έως τις περιπτώσεις αλλοδαπών, που συνθλίβονται από τις ακροδεξιές ακρότητες αλλά και συνθλίβουν προσπαθώντας να επιβιώσουν. Την ίδια χρονιά, σε ένα από τα διηγήματα του Θερμοστάτη (2014) του Κωνσταντίνου Πουλή, σχολιάζεται η προ Σύριζα εποχή, η οποία προοιωνίζεται τη μετά τις εκλογές του 2015 εποχή και δείχνει εμμέσως τη ματαιότητα των προσδοκιών, που αναπτύχθηκαν, ενώ παράλληλα στηλιτεύει την ξενοφοβία και τον ρατσισμό, που δεν έχουν καμία ουσιαστική ιδεολογική βάση. Τέλος, η Δωδεκάτη Φεβρουαρίου (2023) του Δημήτρη Χριστόπουλου εστιάζει στη νύχτα της 12ης Φεβρουαρίου 2012, όταν, στο πλαίσιο συνεχών ταραχών στο κέντρο της Αθήνας, με πολιτικό και κοινωνικό υπόβαθρο, καίγονται οι προσόψεις δύο εμβληματικών κινηματογράφων της Σταδίου, του «Αττικόν» και του «Απόλλων».
![]() |
![]() |
Φάνηκαν ήδη τα βέλη για τη Χρυσή Αυγή και τις εθνικιστικές της ακρότητες. Ήδη από το 2006, ο Πέτρος Μάρκαρης οδηγεί την εξέλιξη του Βασικού μετόχου στην αποστολή βοήθειας στους ομόδοξους Σέρβους από ένα ακροδεξιό κομμάτι του πληθυσμού, ενώ το 2023 ο Άκης Παπαντώνης επανακάμπτει στα ίδια γεγονότα με την Τελευταία αρκούδα του δάσους.
Στο κέντρο του Όταν θα βγαίνουν τα λιοντάρια, φίλησέ με (2013) του Κυριάκου Μαργαρίτη είναι η Αθήνα της κοινωνικής αναμπουμπούλας, των Αγανακτισμένων, των Ακροδεξιών, των ταλαιπωρημένων Ελλήνων που αναζητούν διέξοδο στα οικονομικά προβλήματα και στην πολιτική εξαθλίωση. Ανάλογα, η Άκρα ταπείνωση (2015) της Ρέας Γαλανάκη αναφέρεται στην καμένη από τις ταραχές πρωτεύουσα τον Φεβρουάριο του 2012, γύρω από τη Βουλή και το «Αττικόν».
![]() |
![]() |
Τέλος, οι πρόδρομοι της Ακροδεξιάς στη Θεσσαλονίκη του Μεσοπολέμου παρουσιάζονται ανάγλυφα στον Ήλιο με ξιφολόγχες (2023) του Γιώργου Σκαμπαρδώνη.
Πρώτα συμπεράσματα
Η ελληνική πολιτική πεζογραφία (της οποίας τα δείγματα δεν εξαντλούνται εδώ), όταν ασκεί κριτική, βάζει στο στόχαστρό της τους πολιτικούς και τα κόμματα αλλά και τους ίδιους τους πολίτες που συντηρούν το σάπιο πολιτικό σύστημα. Ναι μεν οι πολιτικές παρατάξεις είναι εκκολαπτήρια διαφθοράς, αρριβισμού, ιδιοτέλειας, φιλαρχίας και ατομικισμού, αλλά και οι ψηφοφόροι, που κατακρίνουν ό,τι δεν τους βολεύει και ψηφίζουν με άξονα τη στενή τους αντίληψη για τα πράγματα, είναι κομμάτι αυτής της πελατειακής σχέσης με βάση το προσωπικό συμφέρον ή τις αξερίζωτες ιδεοληψίες. Η πολιτική δεν είναι συνήθως μια ακραιφνής και αταλάντευτη ιδεολογία με θέσεις, αλλά μια ρευστή συμπεριφορά, που δείχνει αλλαγή ταυτότητας ανάλογα με τα συμφέροντα του πολίτη. Σ’ αυτό το πλαίσιο αγωνιστές ενάντια στη Χούντα ή φερέλπιδες ιδεολόγοι συχνά εκμεταλλεύονται το κύμα που τους γέννησε και αναλαμβάνουν πολιτικά οφίκια, καταφέρνοντας όχι να αλλάξουν το σάπιο καθεστώς αλλά να γίνουν μέρος του.
Η εξουσία ως έννοια, θεωρητική ή πραγματωμένη, παρουσιάζεται όχι να προσπαθεί να δώσει λύσεις, αλλά να διαχειριστεί την εικόνα της, για ψηφοθηρικούς φυσικά λόγους. Προέχει η επικοινωνία και όχι η ουσία, τα Μ.Μ.Ε. αναδεικνύονται σε τέταρτη εξουσία, ο έλεγχος των μηχανισμών υπερτερεί της υλοποίησης στόχων, ενώ τα οικονομικά συμφέροντα είναι πάντα παρόντα πίσω από τα επιφανειακά γεγονότα, καθορίζοντας εν πολλοίς την ατζέντα. Ο ηγέτης συχνά αποκτά χαρακτηριστικά Μεσσία και ειδώλου, που παρασέρνει τους μαζοποιημένους πολίτες, καθώς η ιδεολογία δίνει τη θέση της σε μια ομολογία πίστης, που προσεγγίζει τη απολυτότητα της θρησκείας, κατασκευασμένη βέβαια σε ένα λαϊκιστικό μοντέλο.
Επομένως, η πολιτική παρουσιάζεται ως η παρακμή των θεσμών, οι οποίοι είναι μια εύσχημη βιτρίνα, ενώ στην ουσία είναι ήδη γελοιοποιημένοι, αφερέγγυοι και προσχηματικοί. Η άνοδος στην εξουσία μαφιόζων ή λαϊκιστών είναι δείγμα της πλήρους θεσμικής αποσύνθεσης, με αποτέλεσμα το κράτος να φαίνεται όχι ως φορέας ορθολογικής λειτουργίας, αλλά ως μηχανισμός συγκάλυψης και αναπαραγωγής ισχύος.
Η άνοδος στην εξουσία μαφιόζων ή λαϊκιστών είναι δείγμα της πλήρους θεσμικής αποσύνθεσης, με αποτέλεσμα το κράτος να φαίνεται όχι ως φορέας ορθολογικής λειτουργίας, αλλά ως μηχανισμός συγκάλυψης και αναπαραγωγής ισχύος.
Κι όμως αυτή η διαφθορά μπορεί να είναι πιο ελέγξιμη όσο ο πολίτης έχει περιθώρια να σκεφτεί και να αντιδράσει. Όταν όμως περάσουμε σε νέες εποχές μεταδημοκρατίας, όπου κάποιοι θα χριστούν ικανότεροι να παίρνουν αποφάσεις, είτε αυτές καθορίζεται από τεχνοκράτες, επιστήμονες, ειδικούς κ.λπ. είτε από βιολογικά κριτήρια και σκεπτόμενες μηχανές, τότε η ίδια η δημοκρατία θα μετατραπεί σε τσιφλίκι των προνομιούχων. Ο ντετερμινισμός υποκαθιστά την ελευθερία και η δημοκρατία παύει να είναι λαϊκή κυριαρχία, αφού ο πολίτης δεν έχει ουσιαστική δύναμη.
Στο θέμα της τρομοκρατίας αναφύεται όχι μόνο η ηθική της βίας και η σημασία της ως ανατρεπτικού παράγοντα, αλλά και η αίσθηση ότι οι ίδιοι οι τρομοκράτες είναι θύτες, άρα εξουσιαστές, σε μια αναστροφή της ιεραρχίας. Το ποιος είναι ο ύποπτος και ποιος ο κριτής, ποιος ο θύτης και ποιο το θύμα κ.λπ. είναι ρόλοι που εύκολα αντιστρέφονται και ποιος τελικά είναι ο τρομοκράτης και ποιος όχι κρίνεται μέσα στα κοινωνικά συμφραζόμενα. Η ιδεολογία των τρομοκρατών τίθεται σε δεύτερη μοίρα, και αυτό που ενδιαφέρει είναι το κοινωνικό τραύμα και η (ουσιαστική της ή όχι) συμβολή στις μεταρρυθμίσεις.
Τέλος, η οικονομική κρίση της δεκαετίας του 2010 ανακίνησε ζητήματα όπως η (Κεντρο)αριστερή και Δεξιά ταυτότητα και πολιτική, η Ακροδεξιά ρητορική και πράξη, οι ευθύνες των πολιτικών και η γενικότερη πολιτική-πολιτισμική απαξίωση του Νεοέλληνα, αλλά και παράπλευρα (κοινωνικοπολιτικά) θέματα, όπως η αξιοπρέπεια του μέσου ανθρώπου, η μετανάστευση, τα ανθρώπινα δικαιώματα, ο εθνικισμός, η βία κ.λπ.
Η καλή λογοτεχνία, επειδή δεν μπορεί να κάνει προπαγάνδα, θέτει ερωτήσεις, βάζει τον δάκτυλο επί τον τύπον των ήλων και αποκαλύπτει με τις μυθοπλαστικές της συλλήψεις τα σαθρά σανίδια της σύγχρονης δημοκρατίας και των λειτουργών της.
* Ο ΓΙΩΡΓΟΣ Ν. ΠΕΡΑΝΤΩΝΑΚΗΣ είναι διδάκτορας Νεοελληνικής Φιλολογίας, κριτικός βιβλίου και συγγραφέας. Πρόσφατα κυκλοφόρησε –σε δική του επιμέλεια– ο δεύτερος τόμος της σειράς «Ιστορίες του 21ου αιώνα», μια συλλογή 12 διηγημάτων με τίτλο «Μεταξύ ανθρώπου και μηχανής» (εκδ. Διόπτρα).











































