
Μερικές σκέψεις για τα δεδομένα και την ερμηνεία της έρευνας την έρευνα της Book Press και του Βιβλιοπωλείου Πολιτεία για «Τα καλύτερα ελληνικά λογοτεχνικά έργα των τελευταίων 50 χρόνων (1975-2025)».
Γράφει ο Μάκης Καραγιάννης
Είναι πολύ λίγες οι έρευνες που γίνονται μεθοδικά για μια ποιοτική και ποσοτική αποτύπωση του λογοτεχνικού πεδίου. Από την άποψη αυτή είναι εξαιρετικά χρήσιμη η έρευνα της Bookpress και θα έλεγα πως συνιστά, ατύπως, μια προσπάθεια για την άρθρωση ενός λογοτεχνικού κανόνα των τελευταίων πενήντα ετών, ο οποίος, ασφαλώς, συνδιαμορφώνεται από όλα τα γραμματολογικά δεδομένα, δηλαδή τις κριτικές, τις μελέτες, τα βραβεία, τις ιστορίες της λογοτεχνίας κ.ά.
Εξίσου σημαντική, όμως, είναι και η ερμηνεία της. Είναι φανερό πως, παρόλο που η έρευνα χρησιμοποιεί στατιστικές μεθόδους, προσπάθησε να αποφύγει τα λάθη των παλαιότερων και το δείγμα από την άποψη του μεγέθους ήταν ικανοποιητικό, δεν θα αποκτήσει ποτέ το κύρος και την αξιοπιστία των μαθηματικών.

Σε μια πρώτη ανάγνωση θα μπορούσαμε να παρατηρήσουμε ότι απέχει αρκετά από την κανονική κατανομή. Τα 304 βιβλία ή το 66% πήραν μόνο 1 ψήφο από ένα σύνολο 463 βιβλίων, από 241 συγγραφείς και 72 εκδότες. Το κύριο χαρακτηριστικό είναι η πολυδιάσπαση και η ακραία διασπορά. Η κριτική στην Ελλάδα φαίνεται κατακερματισμένη. Κάθε συγγραφέας, κριτικός ή πανεπιστημιακός φαίνεται να έχει το δικό του προσωπικό «κανόνα». Κανένα βιβλίο δεν συγκέντρωσε την πλειοψηφία των κριτών. Κυρίως, ξεχώρισαν κάποια βιβλία προηγούμενων δεκαετιών ή συγγραφείς μετρημένοι στα δάχτυλα του ενός ή των δύο χεριών, αλλά απουσιάζει η καθολική ή ευρεία αποδοχή. Μέσα σε αυτό το δύσκολο τοπίο, συμπληρωματικά, είναι χρήσιμη η εικόνα που δίνει το σύνολο των ψήφων για όλα τα βιβλία, όπου αρκετοί συγγραφείς συγκεντρώνουν πάνω από 20 ψήφους, παρόλο που κάποιες δυνητικά μπορεί να προέρχονται από το ίδιο πρόσωπο. Και αν κάποια βιβλία πλησιάζουν ή βλέπουν από μακριά την πλειοψηφία, για πολλά η είσοδος στη «χρυσή πενηντάδα» έγινε με μόλις 5, 6 ή 7 ψήφους θέτοντας το κατώφλι της εισόδου μόλις στο 9% των κριτών, που σημαίνει ότι με ένα ελαφρώς διαφορετικό δείγμα θα είχαμε διαφορετικά αποτελέσματα και θέτει ένα πρόβλημα νομιμοποίησης των τελευταίων. Το φαινόμενο επιτείνεται όσο πλησιάζουμε στο σήμερα.
Η ποίηση φαίνεται να υποχωρεί, το οποίο μπορεί να ερμηνευθεί με πολλούς τρόπους. Καταρχάς η εικόνα δεν συμπίπτει με τα εμπειρικά δεδομένα, με την εκδοτική άνθηση και την ύπαρξη ενός θορυβώδους κοινού. Ίσως, όμως, αποτυπώνει τη μείωση της απήχησης και του κύρους της στο ευρύτερο κοινό πέρα από τον κύκλο των ποιητών, που σημαίνει ότι έγινε μια ιδιωτική υπόθεση των ειδικών.
Η ποίηση φαίνεται να υποχωρεί, το οποίο μπορεί να ερμηνευθεί με πολλούς τρόπους. Καταρχάς η εικόνα δεν συμπίπτει με τα εμπειρικά δεδομένα, με την εκδοτική άνθηση και την ύπαρξη ενός θορυβώδους κοινού. Ίσως, όμως, αποτυπώνει τη μείωση της απήχησης και του κύρους της στο ευρύτερο κοινό πέρα από τον κύκλο των ποιητών, που σημαίνει ότι έγινε μια ιδιωτική υπόθεση των ειδικών. Μια έρευνα αποκλειστικά για την ποίηση θα μας παρείχε, πάντως, μια πιστότερη αποτύπωση. Οι γυναίκες συγγραφείς εμφανίζονται λιγότερο από τους άντρες, αλλά τα έργα τους συχνά βρίσκονται πολύ ψηλά. Συγκεκριμένα, τα 14 από τα 53 βιβλία της λίστας ήταν γυναικών, δηλαδή 26,4%, ενώ οι 21 από τους 55 συμμετέχοντες ήταν γυναίκες, δηλαδή το 38,2%.

Kι ενώ η κατανομή του συνόλου των 463 βιβλίων ανά πενταετία απλώνεται εντυπωσιακά σε όλο τον χρόνο (δικό μου Ραβδόγραμμα 1) η περίοδος που κυριαρχεί στην κατανομή των ψήφων των 20 πρώτων είναι η ’70–’90, (δικό μου Ραβδόγραμμα 2).

Ως ένα βαθμό κατανοητό γιατί η διαμόρφωση και η σχετική σταθερότητα του κανόνα απαιτεί τη διύλιση του χρόνου που φαίνεται να είναι αρκετός για τα βιβλία προ τριακονταετίας. Στην πεζογραφία φαίνεται να ξεχωρίζουν θεματικά έργα που πραγματεύονται την ιστορία, την κοινωνία και το τραύμα. Όταν, όμως, ως κοινωνία, ακόμα και πριν από ένα μήνα, εορτάζουμε με συγκεντρώσεις και αντισυγκεντρώσεις την έναρξη του Εμφυλίου στο Λιτόχωρο δεν μπορούμε να κατηγορούμε την πεζογραφία για τις θεματικές της επιλογές. Πάντως, η λίστα δεν αντικατοπτρίζει τον πλούτο της ελληνικής λογοτεχνίας και τη θεματική στροφή που έγινε από τη δεκαετία του ’90 με την ανάδυση μια νέας τάσης η οποία προσεγγίζει προβλήματα ατομικής ταυτότητας, ετερότητας, φύλου, γεωγραφικών και πολιτισμικών συνόρων.
- Διαβάστε επίσης: 55 λογοτέχνες, κριτικοί, πανεπιστημιακοί, βιβλιοπώλες επιλέγουν: Τα καλύτερα ελληνικά λογοτεχνικά έργα των τελευταίων 50 χρόνων (1975-2025)
Είναι, όμως, ενδιαφέρον ότι σε αυτό τοπίο της πολυδιάσπασης ένας παράγοντας παραμένει σταθερός, αφού από τους 72 εκδοτικούς οίκους για τα 463 βιβλία, οι 2 πρώτοι εκδότες τύπωσαν το 38,9% των βιβλίων (180/463), ενώ οι 5 πρώτοι το 53,8% (249/463). Θα λέγαμε ότι λίγοι εκδότες παραμένουν οι gatekeepers του λογοτεχνικού πεδίου κατά Μπουρντιέ, που διαχειρίζονται ένα υψηλό συμβολικό κεφάλαιο (prestige, κύρος, αναγνώριση). Τις τελευταίες δεκαετίες, παρά την είσοδο κάποιων νεώτερων, η παρουσία των μεγάλων εκδοτικών οίκων παραμένει σταθερή, εκτός από την εντυπωσιακά φθίνουσα πορεία του Κέδρου.
Πληθωρισμός τίτλων, χαμηλές συγκλίσεις, μεγάλη ετερογένεια με διαφορετικά θέματα και αισθητικές. Από μια άποψη εκφράζει τον πλούτο και την πολυφωνία της ελληνικής βιβλιοπαραγωγής, ενώ δείχνει ότι ο λογοτεχνικός κανόνας παραμένει, όπως πάντα, ένα υπό διαμόρφωση ανοιχτό ζήτημα μέσα από τη σύγκρουση διαφορετικών κριτικών αντιλήψεων.
Το βασικό συμπέρασμα που προκύπτει από την έρευνα είναι ότι κατάλογος των βιβλίων που προκύπτει είναι εξαιρετικά ρευστός και εύθραυστος. Πληθωρισμός τίτλων, χαμηλές συγκλίσεις, μεγάλη ετερογένεια με διαφορετικά θέματα και αισθητικές. Από μια άποψη εκφράζει τον πλούτο και την πολυφωνία της ελληνικής βιβλιοπαραγωγής, ενώ δείχνει ότι ο λογοτεχνικός κανόνας παραμένει, όπως πάντα, ένα υπό διαμόρφωση ανοιχτό ζήτημα μέσα από τη σύγκρουση διαφορετικών κριτικών αντιλήψεων. Φοβάμαι, όμως, ότι αντανακλά βαθύτερες κοινωνικές διεργασίες που γίνονται βαθμιαία περισσότερο ορατές. Όπως έχω γράψει παλιότερα περνάμε από την αριστοκρατία ενός παραδοσιακού κλειστού κύκλου στη μαζική δημοκρατία της κριτικής λόγω της ραγδαίας αναμόρφωσης του λογοτεχνικού πεδίου, όπως το γνωρίσαμε μεταπολεμικά. Σήμερα έχουν καταργηθεί όλα τα ιερά. Ο νομπελίστας Ελύτης κατορθώνει να τρυπώσει εντέκατος στη δεκαπεντάδα με το σύνολο των ψήφων, χωρίς να τα καταφέρνει ο Ρίτσος.
Ο ποιητής προφήτης της φυλής, ο μεγάλος πεζογράφος κι όλοι οι θεοί της έχουν κατεδαφιστεί. Στη μεταμοντέρνα μαζική δημοκρατία της γραφής, όπου όλα είναι σχετικά και αναλώσιμα, δεν υπάρχουν μεγάλοι λογοτέχνες. Δεν είναι ζήτημα ιδεών ή καλών έργων, αλλά ζήτημα αξιών. Η αξία είναι η μονάδα για να μετρήσουμε τα πράγματα. Κι όταν η κοινωνία έχει θρυμματιστεί σε άπειρες ταυτότητες, υπάρχουν μόνο τα προσωπικά μέτρα για ιδιωτική χρήση. Και σε αυτή την Εποχή της Ανεξιθρησκίας, όπως την ονομάζω στην «Τέχνη του Μυθιστορήματος», και της βαβέλ των αξιών, στο κρίσιμο ερώτημα τι είναι, ίσως, λογοτεχνία, απαντά ο καθένας με την προσωπική του αισθητική.
Στη μεταμοντέρνα μαζική δημοκρατία της γραφής, όπου όλα είναι σχετικά και αναλώσιμα, δεν υπάρχουν μεγάλοι λογοτέχνες.
Η λογοτεχνία θεματικά ανανεώνεται διαρκώς συντονιζόμενη με τα προβλήματα της σύγχρονης εποχής, αλλά η κόπωση και η σύγχυση είναι τα συναισθήματα που κυριαρχούν, όσον αφορά την ποιητική της. Και δεν είναι μόνον η αβεβαιότητα της αισθητικής, της γλώσσας, της αλήθειας και των ερμηνειών, αλλά και ο πολυθεϊσμός των αξιών της κοινωνίας, που κολυμπά σε έναν ωκεανό σχετικισμού. Στην αρχαία Αθήνα, αναφέρει ο Σεφέρης, υπήρχε μια σιωπηρή συμφωνία ανάμεσα στον ποιητή και το κοινό του: η μυθολογική πίστη. «Ήταν σαν ένα θαυμάσιο μουσικό όργανο με κουρδισμένες χορδές, έτοιμο να τ’ αγγίξει ο ποιητής» [1]. Σήμερα ο συγγραφέας πρέπει να πείσει σε δύσκολους καιρούς χωρίς αυτή τη σιωπηρή συμφωνία και χωρίς τις αναπαυτικές βακτηρίες του αισθητικού ρεύματος στο οποίο άλλοτε εντασσόταν, τις κραυγές των μανιφέστων και τις βροντερές διακηρύξεις, αλλά γυμνός και με μοναδικά εφόδια την τέχνη του.
- Διαβάστε επίσης: Τα καλύτερα ελληνικά λογοτεχνικά έργα των τελευταίων 50 χρόνων (1975-2025) – Όλα τα βιβλία, όλοι οι συγγραφείς
Θα κλείσω με μια παρατήρηση που έκανα στη ΔΕΒΘ για το βιβλίο του Ζορζ Μπερνανός Νέα ιστορία της Μουσέτ (μτφρ. Ιωάννα Καπετάνου, εκδ. Άρτος Ζωής) από το 1937. Ο Μπερνανός χωρίς τις καινοτομίες του Προυστ με τον χρόνο ή του Σελίν με την προφορικότητα της αφήγησης ή του Ζιντ με το μυθιστόρημα μέσα στο μυθιστόρημα, οριοθέτησε με μια γλώσσα πιο παραδοσιακή, αλλά πολύ δραστική, μια θεματικά ανεξερεύνητη περιοχή θέτοντας κοινωνικά και θεολογικά ερωτήματα για την ύπαρξη του κακού και τις σκοτεινές πλευρές της ψυχής, ώστε η γαλλική αλλά και η παγκόσμια λογοτεχνία θα ήταν ανολοκλήρωτη χωρίς αυτόν. Γι' αυτό πιστεύω ότι η λογοτεχνία δεν είναι πρωταθλητισμός που αμείβεται με κανόνες ή κρατικά βραβεία, με Booker ή Νόμπελ ή ακόμη πιο φτηνά που δεν αντέχουν στην επικαιρότητα της εβδομάδας, αλλά μια μεγάλη πολιτεία, που θα έμοιαζε με φάντασμα με τον μοναχικό ουρανοξύστη ενός Νόμπελ ή πέντε Booker.
1. Δοκιμές Α΄, Mονόλογος πάνω την ποίηση, Ίκαρος, 1984, σ. 146.
* Ο ΜΑΚΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ είναι πεζογράφος και κριτικός. Τελευταίο του βιβλίο το δοκίμιο «Η τέχνη του μυθιστορήματος – Δαμάζοντας τα κείμενα» (εκδ. Επίκεντρο).





















