
Για τη συλλογή διηγημάτων του Ηφαιστίωνα Χριστόπουλου «Ντιμινουίτες για αγίους» (εκδ. Εστία). Μια εκδοχή αυτού του κειμένου διαβάστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου στις 30 Μαρτίου. Εικόνα: Από τη σειρά «Ο άνθρωπος στο ψηλό κάστρο», που βασίστηκε στο ομότιτλο βιβλίο του Φίλιπ Ντικ.
Γράφει ο Σόλωνας Παπαγεωργίου
Όταν έπιασα στα χέρια μου τη νέα συλλογή διηγημάτων του Ηφαιστίωνα Χριστόπουλου Ντιμινουίτες για αγίους, στάθηκα πρώτα από όλα στον τίτλο, και πιο συγκεκριμένα στη λέξη «ντιμινουίτες», έναν όρο της μουσικής θεωρίας.
Ξεκινώντας τη μελέτη, συνειδητοποίησα σχεδόν αμέσως πως το βιβλίο είναι αφιερωμένο στη μουσική: πιο συγκεκριμένα, έχει το δικό του soundtrack, σταχυολογώντας κομμάτια από τους Alice in Chains, τους Cure, τους Tool και πολλά ακόμη συγκροτήματα, όπως κάναμε στις κασέτες και στα δισκάκια παλαιότερα. Η συλλογή του Ηφαιστίωνα Χριστόπουλου, όμως, δεν συνομιλεί απλώς με τυχαία τραγούδια, δεν κάνει σκόρπιες αναφορές: η μουσική είναι το κυρίως θέμα της, η μουσική και ο ιδιαίτερος τρόπος της να μας φέρνει κοντά, η μουσική και η λογοτεχνία ως μυστήρια, ως Τέχνες υπερβατικές, για τις οποίες ίσως αξίζει να θυσιαστεί κανείς.
Ο άγιος της τέφρας
Και επειδή οι Smashing Pumkins γράφουν: «The end is the beginning is the end», ας ξεκινήσουμε από το τέλος, το διήγημα που κλείνει τη συλλογή, συνοψίζοντας τον χαρακτήρα της. «Ο άγιος της τέφρας», όπως είναι ο τίτλος, ανοίγει με φόντο ένα δυστοπικό σκηνικό, μια «γη που ακόμα είναι ζεστή κάτω από έναν ήλιο παγωμένο». Πρόκειται για έναν ολέθριο πυρηνικό χειμώνα; Για το τέλος της φύσης και του ανθρώπινου πολιτισμού;
Ανάμεσα στα χαλάσματα, ακίνητος στη θέση του, με ένα ουντ, ένα ούτι δηλαδή στα χέρια του, ο γερο-Σαλίμ δίνει όρκο να μην αφήσει τη γη να πεθάνει – όπως ο πραγματικός ασκητής που κρατά για χρόνια τη γροθιά του υψωμένη, προάγοντας την παγκόσμια ειρήνη, με το χέρι του να ‘χει πια ατροφήσει και το δέρμα του να ‘χει φτάσει ως το κόκαλο, ο Σαλίμ παίζει καθιστός ένα αρχαίο μακάμι, έναν αυτοσχεδιασμό δηλαδή. Ξένοι τον επισκέπτονται, τον ρωτούν γιατί κάνει όσα κάνει, αφήνουν καλάθια με τρόφιμα, δεν εξιχνιάζουν τις προθέσεις του, απογοητεύονται και φεύγουν. Ο Σαλίμ συνεχίζει ανάμεσα στα χαλάσματα, αγκαλιά με το ουντ του, διακοσμημένο με «αραβουργήματα», «σχήματα που δύσκολα τα βάζει ανθρώπινος νους». Το ουντ, ένα όργανο που προέρχεται από τη Μέση Ανατολή, το όνομα του Σαλίμ, το σκηνικό: ο νους μας πηγαίνει στα τραγικά γεγονότα που εκτυλίσσονται στη Μέση Ανατολή. Ο συγγραφέας συνομιλεί επιτυχημένα με την επικαιρότητα, δομώντας όμως μια ιστορία που την υπερβαίνει, μια αλληγορία που στοχεύει στο διαχρονικό: ο Σαλίμ συνεχίζει να παίζει ώσπου ξεψυχά, μα λίγο προτού συμβεί αυτό, η φύση μοιάζει να ενεργοποιείται και ένα λουλούδι φυτρώνει πλάι του, ένα λουλούδι που μετά τον θάνατο του μάρτυρα «χώνεται πίσω στη στάχτη».
Πώς αποκρυπτογραφούμε το διήγημα; Έχουμε να κάνουμε με μία νίκη ή με μία ήττα; Η μουσική μοιάζει να αναιρεί τη δυστοπία, έστω και σε μια σπιθαμή γης. Μέσω της Τέχνης, το κακό μπορεί να αναιρεθεί: όμως, για να επιτευχθεί αυτό, η προσπάθεια πρέπει να ‘ναι παραπάνω από εντατική. Η Τέχνη έχει επίδραση, οδηγεί σε αλλαγές: μπορεί να αναστήσει όσα ο άνθρωπος μέσα σε λίγες στιγμές, με το πάτημα ενός κουμπιού, την εκτόξευση ενός πυραύλου, κατέστρεψε. Για να δράσει, όμως, χρειάζεται μόχθος, αγώνας, αυτοθυσία, μια ολόκληρη ζωή. Για να φυτρώσει ένα λουλούδι σε κατεστραμμένο έδαφος χρειάζεται δέκα, εκατό, χίλιες φορές μεγαλύτερη προσπάθεια από αυτή που καταβάλλεται κατά το ξερίζωμά του. Ίσως, όμως, εκείνο το αρχαίο μακάμι να μπορεί να επιδράσει…
Μακάμι, ντιμινουίτες… λέξεις της μουσικής, μυστηριώδεις, κρυπτικές. Και όμως, τόσο συμβατές με τη λογοτεχνία στο συγκεκριμένο βιβλίο. Ας μην συζητήσουμε πολύ για τη θεωρία της λογοτεχνίας – ας θυμηθούμε μόνο τους Φορμαλιστές, που όριζαν τη λογοτεχνική γλώσσα με βάση την «ανοικείωση», ή, με περισσότερες λέξεις, την ικανότητά της να δημιουργεί ανοίκεια συναισθήματα στον αναγνώστη. Μέσω της ποιητικής και της λογοτεχνικής γλώσσας, γράφουν οι Φορμαλιστές, συνηθισμένες καταστάσεις και καθημερινά αντικείμενα περιγράφονται με τέτοιον τρόπο ώστε ο αναγνώστης αισθάνεται πως τα βλέπει για πρώτη φορά. Ο Ηφαιστίωνας Χριστόπουλος αναφέρεται σε αυτή την επίδραση στο διήγημα «Η Λιλίτ τραγουδάει», όταν η ηρωίδα κοιτά «τα μαυρόασπρα πλήκτρα που της θύμιζαν δόντια γερά και δόντια χαλασμένα. Θα ‘θελα να ‘ξερα γιατί έβαλαν τα χαλασμένα δόντια σ’ ένα τόσο όμορφο πράγμα, αναρωτήθηκε, λες και το ‘βλεπε για πρώτη φορά, λες και δεν το είχε ξανακούσει εκατοντάδες, ίσως και χιλιάδες φορές».
Μισό ημιτόνιο εκτός
Το πιο κατάλληλο διήγημα, όμως, για να εξετάσουμε τη συγκεκριμένη ιδιότητα της γλώσσας και του λογοτεχνικού κειμένου, είναι το «Μισό ημιτόνιο εκτός», μια σύνθετη και κρυπτική ιστορία που μας φανερώνεται λέξη τη λέξη, με προσεκτική ανάγνωση, ή καλύτερα, με προσεκτικές αναγνώσεις. Γνωρίζουμε μια γυναίκα. Τι κάνει; Ακούει μουσική στα ακουστικά της. Ποια είναι; Μια μουσικός, μαθαίνουμε. Πού βρίσκεται; Σε ένα πλοίο, μας λέει ο συγγραφέας. Τι μουσική ακούει; Δεν ακούει μουσική εντέλει. Ή, για την ακρίβεια, ακούει μουσική, απλώς μη ανθρώπινη: μελετά τους μακρινούς ήχους που παράγει ένα είδος που κατοικεί στη θάλασσα. Ώσπου, ξαφνικά, η αφήγηση αλλάζει: μια χαοτική ροή της συνείδησης εισβάλλει στο κείμενο, χωρίς σημεία στίξης. Είναι οι σκέψεις της ηρωίδας μας, μέσα στις οποίες βρίσκονται καταχωνιασμένες τραυματικές αναμνήσεις. Και ξαφνικά, η αφήγηση αλλάζει ξανά: τον λόγο παίρνει το πλάσμα το οποίο μελετούν οι άνθρωποι, που κοιτά τον κόσμο με διαφορετικό τρόπο απ’ ό,τι εμείς και μάλιστα, η ταυτότητά του, το είδος του, δεν γίνεται ποτέ σαφές.
Σε αυτό το διήγημα, η μουσική, ο ήχος που βγάζουν οι φάλαινες, σχετίζεται με την ελπίδα μας να χτίσουμε γέφυρες επικοινωνίας, να βρούμε τρόπους ώστε να κατανοήσουμε κάπως πληρέστερα τον κόσμο
Το πλάσμα βρίσκεται στη θάλασσα, αλλά μαρτυρά πως προέρχεται από τα άστρα. Φύλακες, αποκαλούνται. Από τα συμφραζόμενα, υποθέτουμε πως πρόκειται για φάλαινα – μια αναφορά στην προηγούμενη συλλογή διηγημάτων του Ηφαιστίωνα Χριστόπουλου Οι φάλαινες στο φεγγάρι. Σε αυτό το διήγημα, η μουσική, ο ήχος που βγάζουν οι φάλαινες, σχετίζεται με την ελπίδα μας να χτίσουμε γέφυρες επικοινωνίας, να βρούμε τρόπους ώστε να κατανοήσουμε κάπως πληρέστερα τον κόσμο, παρά το χάσμα που μας χωρίζει από όσους επικοινωνούμε.
Μπορεί, όμως, ένας άνθρωπος να αναπαραστήσει τη φωνή, συνεπώς και το βλέμμα, ενός ζώου; Ναι, τοποθετείται ο συγγραφέας, αρκεί να σκεφτεί κάπως λοξά, επιστρατεύοντας την ανοικειωτική λογοτεχνική γλώσσα, καθώς και την ενσυναίσθηση που διαθέτουμε, τη διάθεσή μας να μπούμε στη θέση του άλλου. Η ενεργοποίηση της ενσυναίσθησης μοιάζει να είναι το ζητούμενο σε έναν κόσμο συνεχόμενων συρράξεων, στον οποίο συχνά στοχοποιούνται αθώοι.
Κρεμάστε τον Κορνίλοφ
Ας περάσουμε, κλείνοντας, και προχωρώντας ανάποδα, στο πρώτο διήγημα της συλλογής, με τον τίτλο «Κρεμάστε τον Κορνίλοφ», κρατώντας στο μυαλό την έννοια της ενσυναίσθησης – θα τη χρειαστούμε, άλλωστε, καθώς μεταφερόμαστε σε έναν κόσμο όπου αυτή μοιάζει να έχει εκλείψει σε μεγάλο βαθμό. Για ποιον λόγο; Επειδή πρόκειται για μια αφήγηση «εναλλακτικής ιστορίας» («speculative fiction») που μας παρουσιάζει μια πραγματικότητα στην οποία η ναζιστική Γερμανία κέρδισε τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Παρόλα αυτά, η δράση εκτυλίσσεται κάποια χρόνια μετά από τον θάνατο του Χίτλερ, σε μια εξευγενισμένη εκδοχή της Χιτλερικής Αυτοκρατορίας Αρίων Εθνών, η οποία από ένα σημείο και έπειτα «έπαψε να είναι χιτλερική ή Αρίων εθνών», μας πληροφορούν οι ήρωες. Τα δικαιώματα αναγνωρίζονται υποτυπωδώς και η ελευθερία της έκφρασης στοχοποιείται αποκλειστικά πλαγίως.
Το «Κρεμάστε τον Κορνίλοφ» είναι ένα άρτιο διήγημα: συνδυάζει πυκνότητα, υπαινικτικό ύφος, φαντασία και συναίσθημα
Πρωταγωνιστής, ένας πρώην άνθρωπος του σινεμά, πλέον καταδότης. Αναλαμβάνει να αποκαλύψει πληροφορίες για το παρελθόν της Άγκα, μιας καλλιτέχνιδας, μιας φιγούρας που μοιάζει να ‘χει αναδυθεί από ταινία του εξπρεσιονιστικού κινηματογράφου, και η οποία στο παρελθόν, όπως μαθαίνουμε κάποια στιγμή, ήταν μέλος ενός συγκροτήματος που έπαιζε πολιτικά, επαναστατικά τραγούδια: η ίδια τραγουδούσε, απήγγελλε, ούρλιαζε, έκλαιγε, ψιθύριζε. Ώσπου μια ημέρα σταμάτησε, απλώς σταμάτησε, πρώτα να παίζει μουσική, ύστερα να μιλά, και στο παρόν της δράσης βρίσκεται έγκλειστη σε άσυλο. «Δεν άλλαζε τίποτα», μαρτυρά απεγνωσμένη η Άγκα και ο αφηγητής της ιστορίας επιστρέφει με τη μνήμη στο δικό του παρελθόν, στον μακρινό καιρό που ασχολούταν με το σινεμά, χωρίς να καταφέρει να «αλλάξει τον κόσμο». Σε αυτό το σημείο, αναρωτιέται:
«Παράξενο δεν είναι όμως που, αυτό που ο καλλιτέχνης καταλήγει να θεωρεί μάταιο, η εξουσία το θεωρεί επικίνδυνο και κάνει ό,τι μπορεί για να τον καταστρέψει;»
Δεν είναι σαφές τι θα συμβεί μετά το τέλος της αφήγησης – θα μαρτυρήσει ο παρακρατικός όσες πληροφορίες συνέλεξε; Όσοι ασχολούνται με την Τέχνη, από οποιαδήποτε θέση, αναγνώστες, συγγραφείς, κριτικοί, δύσκολα θα μείνουν ανεπηρέαστοι από το μαράζι των ηρώων αυτής της ιστορίας. Δύσκολα, επίσης, δεν θα αισθανθούν ένα ανατρίχιασμα, ίσως και μια δικαίωση, διαβάζοντας το ερώτημα που ξεπροβάλει ξεκάθαρα στις καταληκτικές σελίδες: εφόσον φαίνεται πως τα έργα τέχνης δεν γίνεται να αλλάξουν τον κόσμο, γιατί πασχίζουν πολιτικά καθεστώτα και ομάδες να τα λογοκρίνουν;
Το «Κρεμάστε τον Κορνίλοφ» είναι ένα άρτιο διήγημα: συνδυάζει πυκνότητα, υπαινικτικό ύφος, φαντασία και συναίσθημα, εισάγοντάς μας στον μυστηριώδη κόσμο του Ηφαιστίωνα Χριστόπουλου, που αναπτύσσεται στις ιστορίες αυτής της συλλογής.
* Ο ΣΟΛΩΝΑΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Ηφαιστίων Χριστόπουλος γεννήθηκε το 1982 στην Αθήνα. Μέρος των πρώτων χρόνων της ζωής του το πέρασε στη Νιγηρία.

Έχει σπουδάσει στη Σχολή Ναυπηγών Μηχανολόγων Μηχανικών του ΕΜΠ, Αγγλική Φιλολογία στο ΕΚΠΑ, ενώ είναι και κάτοχος μεταπτυχιακού στη μετάφραση, πάλι από το ΕΚΠΑ. Τα τελευταία χρόνια εργάζεται ως μεταφραστής και επιμελητής. Οι Ντιμινουίτες είναι το τρίτο βιβλίο του.























