
Τι δείχνει πραγματικά η Θεωρία της Εξέλιξης του Καρόλου Δαρβίνου; Γιατί μέχρι σήμερα αμφισβητείται από διάφορες ομάδες; Ποια είναι η σύγχρονη εκδοχή της και πώς η διαδικασία επηρεάζεται από το αστικό περιβάλλον; Κάποιες σκέψεις. Εικόνα: Wikipedia.
Γράφει ο Αντώνης Γουλιανός
Από τη στιγμή της δημοσίευσης της Θεωρίας της Εξέλιξης και έκτοτε, παρότι έλαβε επιστημονική αναγνώριση αμέσως, τόσο η επιστημονικότητά της όσο και το πρόσωπό του Δαρβίνου εξακοκολουθούν να αμφισβητούνται από την κοινή γνώμη, ειδικά σε χώρες που η θρησκεία και ο συντηρητισμός κατέχουν εξέχουσα θέση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι «ενστάσεις» του προέδρου της Νίκης, Δημήτρη Νάτσιου. Με αφορμή αυτές τις δηλώσεις ξεκίνησε ένας δημόσιος διάλογος με πολλές ανακρίβειες. Κάποιοι αμφισβητούν την Εξέλιξη ως αβάσιμη, ενώ άλλοι σπεύδουν να την πλαισιώσουν ως «συμβατή» με τη θρησκευτική πίστη και μάλιστα παρουσιάζουν τον Δαρβίνο ως πιστό. Ως αποτέλεσμα αυτής της διαχρονικής μάχης με τον επιστημονικό λόγο, όταν αυτός έρχεται αντιμέτωπος με διδαχές της θρησκείας, η εξελικτική βιολογία υποδιδάσκεται ή δεν διδάσκεται καθόλου σε πολλές χώρες – μία εξ αυτών και η Ελλάδα, αφού ακόμα και στην τριτοβάθμια εκπαίδευση παραμένει διαχρονικά παραγκωνισμένη στους συναφείς επιστημονικούς κλάδους.
Στην πραγματικότητα, όμως, η Εξελικτική Θεωρία αποτελεί μια από τις πιο καλά τεκμηριωμένες επιστημονικές θεωρίες στις μέρες μας. Το παρόν κείμενο επιχειρεί να ξεδιαλύνει τη σύγχυση μεταξύ επιστημονικού και κοινού λόγου, εξετάζοντας παράλληλα την προσωπικότητα του Δαρβίνου πέρα από τα στερεότυπα.
Η έννοια της «θεωρίας»
Η εντύπωση που εσφαλεμένα προκαλείται για το ότι, τάχα, η Εξέλιξη είναι «απλώς μια θεωρία» προκύπτει από τη διττή σημασία του όρου «θεωρία» στον κοινό λόγο. Η «θεωρία» στην επιστήμη δεν έχει το ίδιο περιεχόμενο με την έννοια που έχει αυτή η λέξη στην καθημερινότητα. Δηλώνει ένα συμπαγές πλαίσιο που έχει ελεγχθεί ξανά και ξανά. Αν, δηλαδή, η Εξέλιξη δεν αποτελούσε επιστημονικό δεδομένο, θα μιλούσαμε για «εξελικτική υπόθεση». Στην καθημερινότητα, η έννοια της θεωρίας αφορά την εικασία, μια μη αποδεδειγμένη πρόταση, μια αόριστη ιδέα, μια μαντεψιά, εν αντιθέσει με την έννοια της θεωρίας στον επιστημονικό τομέα, που αφορά μια ουσιώδη, σαφή και περιεκτικώς αποδεδειγμένη εξήγηση για κάποιο φαινόμενο του φυσικού κόσμου.
Η Εξέλιξη δεν χαρακτηρίζεται ως νόμος, αφού αφορά ένα αρκετά πιο ευρύ φαινόμενο, με επιμέρους μηχανισμούς, που μπορεί να λάβει πολλά διαφορετικά χαρακτηριστικά, ανάλογα με το περιβάλλον
Ο νόμος της βαρύτητας είναι, τυπικά, επίσης μια θεωρία. Η διττότητα της βαρύτητας ως νόμου και ως θεωρίας αφορά τη μαθηματική της έκφραση. Η Εξέλιξη δεν χαρακτηρίζεται ως νόμος, αφού αφορά ένα αρκετά πιο ευρύ φαινόμενο, με επιμέρους μηχανισμούς, που μπορεί να λάβει πολλά διαφορετικά χαρακτηριστικά, ανάλογα με το περιβάλλον, και δεν δύναται να διατυπωθεί στην πληρότητά της με μια εξίσωση. Ο νόμος ισούται με ένα αξίωμα που δεν εξηγεί το γιατί, αλλά εκφράζει τη μορφή του ίδιου του φαινομένου. Στην επιστήμη, λοιπόν, μια θεωρία συνδέεται με την επαρκέστερη κατανόηση και εξήγηση που διαθέτουμε για ένα φυσικό φαινόμενο.
Η διατύπωση της Θεωρίας της Εξέλιξης από τον Δαρβίνο
Αλλά ας δούμε λίγο πιο αναλυτικά τι σημαίνει ο όρος Εξέλιξη και πώς ανακαλύφθηκε. Ο Κάρολος Δαρβίνος διατύπωσε την εξελικτική θεωρία το 1859, με την Καταγωγή των ειδών, και αργότερα με την Καταγωγή του ανθρώπου, το 1871. Η Καταγωγή των ειδών ήταν το όγδοο βιβλίο που εξέδωσε. Είχαν προηγηθεί έργα αρκετών τόμων, μεταξύ των οποίων η εργασία του για τους κοραλλιογενείς υφάλους, αλλά και επιμέρους άρθρα που αφορούσαν ένα ευρύ πεδίο επιστημονικού ενδιαφέροντος, από τους Ογκόλιθους της Νότιας Αμερικής μέχρι τον σχηματισμό της μούχλας από τη δράση των γαιοσκωλήκων.
Η ιδέα της Εξέλιξης δεν ήταν ακριβώς νέα στο χώρο της διανόησης, ωστόσο μέχρι την εμφάνιση του Δαρβίνου δεν είχε ποτέ αναλυθεί επαρκώς, ούτε είχαν οριστεί οι διάφοροι μηχανισμοί της. Κατά τον ίδιο τον Δαρβίνο, στον πρόλογο της Καταγωγής του ανθρώπου: «το συμπέρασμα ότι ο άνθρωπος κατάγεται, μαζί με άλλα είδη, από κάποια παλιά εξαφανισμένη μορφή, δεν είναι καθόλου καινούργιο» (σελ. 12, Η καταγωγή του ανθρώπου, εκδ. Γκοβόστη) και παραθέτει αρκετά συγκαιρινά του ονόματα, αλλά και τον προγενέστερο Λαμάρκ.
Το εντυπωσιακό της σύλληψής του είναι πως διάρθρωσε με συνεκτικό τρόπο παρατηρήσεις ετών, τόσο από τη φυσιοδιφική του εμπειρία, όσο και από το, κομβικό για την ανακάλυψή του, ταξιδί του στα νησιά Γκαλαπάγκος.
Ο Δαρβίνος στην Καταγωγή των ειδών πρακτικά διατύπωσε ολοκληρωμένα την ανακάλυψή του για τη θεωρία της εξέλιξης μέσω της φυσικής επιλογής. Μάλιστα, βιάστηκε να δημοσιεύσει το έργο του, αφού ο φυσιοδίφης Άλμπερτ Ράσελ Γουάλας του έστειλε ένα δοκίμιο που περιλάμβανε επίσης τον μηχανισμό της φυσικής επιλογής που ο Δαρβίνος είχε συλλάβει περίπου είκοσι χρόνια νωρίτερα. Το εντυπωσιακό της σύλληψής του είναι πως διάρθρωσε με συνεκτικό τρόπο παρατηρήσεις ετών, τόσο από τη φυσιοδιφική του εμπειρία όσο και από το, κομβικό για την ανακάλυψή του, ταξιδί του στα νησιά Γκαλαπάγκος. Τα δεδομένα που χρησιμοποίησε αποτελούν ένα ευρύ κράμα γνώσεων και παρατηρήσεων πάνω στο φυσικό περιβάλλον, τη ζωολογία και την κληρονομικότητα, βασισμένα σε μελέτες που αφορούσαν μεταξύ άλλων την παλαιοντολογία, τη γεωλογία, τη βιογεωγραφία, αλλά και την εμβρυολογία (μελετούσε, δηλαδή, το πώς τα έμβρυα των θηλαστικών είναι ίδια στο πρώιμο στάδιο της κύησης).
Επειδή τα αποτελέσματά της έρευνάς του ήταν τόσο ρηξικέλευθα και έρχονταν σε ευθεία αντίθεση με την πεποίθηση των περισσότερων μονοθεϊστικών θρησκειών -και ειδικότερα του Χριστιανισμού- πως ο άνθρωπος αποτελεί το κέντρο μιας θεϊκής δημιουργίας, προκλήθηκαν αντιδράσεις από θρησκευτικά περιβάλλοντα που κρατούν μέχρι και σήμερα. Ορισμένοι, μάλιστα, ειδικά στο κίνημα του Δημιουργισμού και του ψευδοεπιστημονικού Ευφυούς Σχεδιασμού, που προσπαθούν είτε να αποδομήσουν την Εξέλιξη ως ανακριβή είτε να την ερμηνεύσουν με τρόπο που ταιριάζει στην αφήγηση της Γένεσης, έχουν προσπαθήσει να υποστηρίξουν πως στην πραγματικότητα ο Δαρβίνος ήταν πιστός χριστιανός.
Ήταν θρήσκος ο Δαρβίνος;
Η αλήθεια, όπως διαβάζουμε στην Αυτοβιογραφία του ίδιου του Δαρβίνου, είναι κάπως διαφορετική. Ο Δαρβίνος παραδέχεται καταρχάς πως ήταν ανέκαθεν μέτριος μαθητής και δεν είχε ιδιαίτερη έφεση σε κάποιον τομέα. Ο πατέρας του όμως επέμενε να τον στείλει, όπως και τον μεγαλύτερο αδερφό του που ολοκλήρωνε τότε τις σπουδές του, στο Εδιμβούργο για να σπουδάσει ιατρική. Ωστόσο, έπειτα από δύο ακαδημαϊκές περιόδους, ο πατέρας του Δαρβίνου κατάλαβε ότι ο Κάρολος δεν ήθελε να ολοκληρώσει τις σπουδές του στην ιατρική. Με τον φόβο ότι η αγάπη του για το φυσικό περιβάλλον θα τον οδηγήσει σε μια παθητική και οκνηρή ζωή «κυνηγού», τού πρότεινε να πάει στην ιερατική σχολή.
Γράφει ο Δαρβίνος: «Ζήτησα λίγο χρόνο για να το σκεφτώ, καθώς από τα λίγα που είχα ακούσει ή σκεφτεί σχετικά με αυτό, μου είχαν δημιουργηθεί ενδοιασμοί σχετικά με το αν θα έπρεπε να δηλώσω πίστη σε όλα τα δόγματα της Εκκλησίας της Αγγλίας (...) Έτσι, διάβασα πολύ προσεκτικά το Pearson on the creed, και ορισμένα ακόμα βιβλία Θεολογίας και καθώς τότε δεν αμφισβητούσα καθόλου την αυστηρή και κυριολεκτική σημασία κάθε λέξης της Βίβλου, σύντομα έπεισα τον εαυτό μου ότι θα έπρεπε να αποδεχτώ πλήρως το δόγμα μας. Αν σκεφτεί κανείς τις άγριες επιθέσεις που δέχτηκα από τους πιστούς, μοιάζει γελοίο το ότι κάποτε θέλησα να γίνω ιερέας (σελ 27, Αυτοβιογραφία, μτφρ. Αικατερίνη Χαλμούκου, εκδ. Γκοβόστη).
Ως βιολόγος, λοιπόν, ο Δαρβίνος δεν είχε ποτέ επίσημα σχετικό πτυχίο, αλλά ανέπτυξε την κομβικότερη βιολογική θεωρία για την κατανόηση του κόσμου μας.
Ο Δαρβίνος δεν έγινε ποτέ ιερέας αλλά σπούδασε Θεολογία στο Κέιμπριτζ, ωστόσο, όπως αναφέρει, την περιόδο των σπουδών του τον ενδιέφερε να παρακολουθεί περισσότερο διαλέξεις Γεωλογίας και Ζωολογίας, ενώ ο πανεπιστημιακός χώρος στάθηκε η αφορμή για να έρθει σε επαφή με σχετικά συγγράμματα και άτομα που βοήθησαν να ξεκινήσει την πορεία του ως επιστήμονας.
Ως βιολόγος, λοιπόν, ο Δαρβίνος δεν είχε ποτέ επίσημα σχετικό πτυχίο, αλλά ανέπτυξε την κομβικότερη βιολογική θεωρία για την κατανόηση του κόσμου μας. Όσο για τα θρησκευτικά του πιστεύω, ο ίδιος δεν ήταν ποτέ ένθερμος πιστός και στο τέλος της ζωής του κατέληξε να δηλώνει αγνωστικιστής, όπως διαβάζουμε σχετικά στο παράρτημα της Αυτοβιογραφίας του, γραμμένο από τον γιο του, ο οποίος παραθέτει μια επιστολή του πατέρα του, γραμμένη το 1879: «Νομίζω γενικά (και όλο περισσότερο καθώς μεγαλώνω), όχι όμως πάντα, ότι η πιο σωστή περιγραφή για την θρησκευτική μου στάση θα ήταν εκείνη του αγνωστικιστή» (σελ. 154, Αυτοβιογραφία, εκδ. Γκοβόστη).
Η στάση του Δαρβίνου απέναντι στην ύπαρξη ενός Θεού μεταβαλλόταν μέσα στα χρόνια με τον ίδιο να απομακρύνεται όλο και περισσότερο από την πίστη, ειδικά μετά την ανακάλυψη της φυσικής επιλογής. Γράφει: «Το παλαιό επιχείρημα της ύπαρξης θεϊκού σχεδίου στη Φύση, όπως υποστηρίχθηκε απο τον Paley, το οποίο παλαιότερα μου φαινόταν τόσο πειστικό, τώρα πλέον που ανακαλύφθηκε ο νόμος της φυσικής επιλογής, έπαψε να έχει ισχύ. Δεν μπορούμε να ισχυριστούμε, για παράδειγμα, ότι το κλείσιμο ενός δίθυρου κοχυλιού φτιάχτηκε από κάποιο έξυπνο ον, όπως ο μεντεσές μιας πόρτας που κατασκευάστηκε από άνθρωπο» (σελ. 160, Αυτοβιογραφία).
Η εξελικτική θεωρία σήμερα
Είναι βεβαίως σημαντικό να σημειωθεί πως είναι πια παρωχημένο να ταυτίζεται η εξελικτική θεωρία αποκλειστικά με τον Δαρβίνο. Η σύγχρονη εξελικτική θεωρία έχει εμπλουτιστεί διεπιστημονικά και εδραιωθεί μέσα από τη γενετική, τη μοριακή βιολογία, τη βιογεωγραφία, την παλαιοντολογία, τη μελέτη του DNA κ.ο.κ, αποτελώντας ένα ενιαίο και εξαιρετικά ισχυρό ερμηνευτικό πλαίσιο για την κατανόηση της ζωής. Τα συγγράμματα του Δαρβίνου (κυρίως Η καταγωγή των ειδών και Η καταγωγή του ανθρώπου) είναι αναμφίβολα θεμελιώδη, όμως η εξελικτική θεωρία δεν ταυτίζεται πλέον επακριβώς με όσα διατύπωσε ο ίδιος. Πολλές από τις επιμέρους ιδέες του έχουν αναθεωρηθεί, όπως για παράδειγμα η αντίληψη ότι η φυσική επιλογή αποτελεί τον μοναδικό μηχανισμό εξέλιξης.
Στον Δαρβίνο έχουν αποδοθεί επίσης εκφράσεις και ιδέες -χαρακτηριστικό παράδειγμα η περίφημη «επικράτηση του ισχυρότερου»- που ο ίδιος ποτέ δεν διατύπωσε ούτε υπονόησε. Η φράση αυτή ανήκει συγκεκριμένα στον Χέρμπερτ Σπένσερ, που πρότεινε ένα εναλλακτικό όνομα για τη φυσική επιλογή και ο Δαρβίνος, όπως διαβάζουμε και στο βιβλίο του Michael Ruse Ο Δαρβινισμός και οι επικριτές του (σελ. 147, μτφρ. Μαρία Μπαρούρη, εκδ. Ροπή) το δέχτηκε σε κάποιες από τις μεταγενέστερες εκδόσεις της Καταγωγής των ειδών.
Με βάση αυτό το χωρίο ο Πόπερ διατύπωσε μία από τις αντιρρήσεις του εναντίον της φυσικής επιλογής, καταλήγοντας πως αυτή δεν αποτελεί παρά «ταυτολογία». Οι απόψεις του Πόπερ βέβαια πάνω στην εξέλιξη δεν ήταν μονοδιάστατες και άλλαξαν με την πάροδο του χρόνου. Δεν είχε άλλωστε o φιλόσοφος την απαραίτητη επάρκεια για την κατανόηση της γενετικής και τους τρόπους που μέσω αυτής η εξέλιξη και η φυσική επιλογή αποδεικνύονται. Κατά τον Michael Ruse: «Μέρος του προβλήματος οφείλεται σε ένα είδος επαγωγικού συμπεράσματος σχετικά με την ομοιομορφία της φύσης, το οποίο συνεπάγεται της σκέψης μας για την επιλογή. Αυτό θα μπορούσε να εξηγήσει γιατί άνθρωποι όπως ο μακαρίτης Καρλ Πόπερ, που περιφρονούσε την επαγωγή και απεχθανόταν τα συμπεράσματα ομοιομορφίας της φύσης, ήταν πάντα τόσο καχύποπτοι με τη φυσική επιλογή. Το θέμα είναι ότι κάποιος υποθέτει ότι η συμπεριφορά του Φιλοσόφου και η συμπεριφορά του Βιολόγου μπορούν να γενικευτούν. (...) Υπάρχει μια άλλη πλευρά του προβλήματος που αφορά περισσότερο στον τρόπο της επιστήμης παρά στην ίδια τη φυσική επιλογή» (σελ. 148-149, Ο Δαρβινισμός και οι επικριτές του, εκδ. Ροπή).
Η εργαλειοποίηση της εξελικτικής θεωρίας από την ευγονική και τον φασισμό βασίστηκε σε διαστρεβλώσεις και παρανοήσεις που, δυστυχώς, επιβιώνουν μέχρι σήμερα ακόμα και σε βιβλία που θέλουν να υποστηρίξουν τη θεωρία. Μοιάζει σαν ο καθένας να έχει έναν διαφορετικό ορισμό για την Εξέλιξη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το σχετικά πρόσφατο βιβλίο του Νίκου Δήμου Η αντίσταση στον Δαρβίνο (εκδ. Πατάκη).
Στη σελίδα 60 γράφει ο συγγραφέας: «Υπάρχει σχέδιο; Ναι, θα έλεγε ο Δαρβίνος, υπάρχει μια λογική στην εξέλιξη των ειδών – αλλά αυτή είναι αιτιολογική και όχι τελεολογική (...) Έτσι λοιπόν η ζωντανή έμβια ύλη (άρα και ο άνθρωπος) υπακούει, όπως και η ανόργανη, σε ένα αιτιοκρατικό πλάνο». Ο Δαρβίνος δεν θα υποστήριζε κάτι τέτοιο όμως και ούτε αυτή η διαπίστωση προτάσσεται από τη Θεωρία της Εξέλιξης και τους παρατηρήσιμους εξελικτικούς μηχανισμούς. Οι μεταλλάξεις της Εξέλιξης, είτε αφορούν τη μακροεξέλιξη είτε τη μικροεξέλιξη, μπορούν να είναι εντελώς τυχαίες, παρότι σε ορισμένες περιπτώσεις μπορούν να επηρεαστούν από αιτίες του περιβάλλοντος (π.χ. ο βιομηχανικός μελανισμός).
Με αυτό δηλαδή εννοείται πως η Εξέλιξη δεν λειτουργεί «έξυπνα» και πάντα προς όφελος του οργανισμού στον οποίο παρατηρείται μια μετάλλαξη. Εδώ ο Δήμου επιβεβαιώνει άθελά του τους υποστηρικτές του Ευφυούς Σχεδιασμού, που είναι ένα παρακλάδι του Δημιουργισμού (το κίνημα που απορρίπτει την Εξέλιξη) που θάλλει κυρίως στις ΗΠΑ. Οι υποστηρικτές του Ευφυούς Σχεδιασμού δέχονται τον μηχανισμό της εξέλιξης, αλλά τον αποδίδουν σε θεϊκό σχέδιο, αναπτύσσοντας παράλληλα ψευδοεπιστημονικές προφάσεις.
Η εξέλιξη όμως δεν είναι «σοφή». Η φύση, επίσης, δεν είναι σοφή. Δεν είναι, καταρχάς, οντότητες, για να είναι σοφές. Είναι μηχανισμοί που δεν κατευθύνονται από τίποτα, μπορούν να είναι τυχαίοι και δεν παράγουν ή στοχεύουν στην τελειότητα.
Αυτή η παρανόηση συνεχίζεται και σε άλλο κείμενο του βιβλίου, όπου και πάλι αναφέρεται συνοπτικά στην εξελικτική διαδικασία. Συγκεκριμένα, στις σελίδες 113-114: «Ότι “σοφία” ενυπάρχει μέσα στην οργάνωση και τη δομή των όντων -από το απλό λουλούδι μέχρι τον περίπλοκο ανθρώπινο εγκέφαλο- είναι αναμφισβήτητο. Δεν γνωρίζουμε αν είναι η συνειδητή σοφία ενός Δημιουργού, Σχεδιαστή (...) ή η αυτόματη (με τη μέθοδο της δοκιμής και του λάθους) εξελικτική μηχανική ευφυΐα των δαρβινιστών»
Η εξέλιξη όμως δεν είναι «σοφή». Η φύση, επίσης, δεν είναι σοφή. Δεν είναι, καταρχάς, οντότητες, για να είναι σοφές. Είναι μηχανισμοί που δεν κατευθύνονται από τίποτα, μπορούν να είναι τυχαίοι και δεν παράγουν ή στοχεύουν στην τελειότητα. Τα ανθρώπινα σώματα είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Από τα «άχρηστα» απομεινάρια των προγόνων μας, όπως είναι ο κόκκυγας (η ουρά μας δηλαδή), η σκωληκοειδής απόφυση, οι κυνόδοντες, το μυτερό σχήμα ορισμένων αυτιών κ.ά. Ακόμα και βασικές συνιστώσες της ανθρώπινης ζωής που θεωρούνται «σοφές», όπως η αναπαραγωγή, πόρρω απέχουν από το να είναι ιδανικές ή τέλειες, αν σκεφτεί κανείς πόσες γυναίκες και πόσα νεογνά πέθαιναν σε παλαιότερες εποχές.
Πρόκειται, συνεπώς, για μια μη κατευθυνόμενη διαδικασία προσαρμογής σε συγκεκριμένα περιβάλλοντα, ενώ πλέον περιλαμβάνει ακόμη και την αστρονομική και τη χημική εξέλιξη. Όπως διαβάζουμε και στο βιβλίο Εξέλιξη vs Δημιουργία (μτφρ. Λαοκρατία Λάκκα, εκδ. Κέδρος) της ανθρωπολόγου Eugenie Scott: «Η βιολογική εξέλιξη αποτελεί μέρος της γενικής ιδέας ότι το σύμπαν έχει αλλάξει μέσα στο χρόνο. Στον 19ο αιώνα ο Δαρβίνος διατύπωσε την ιδέα "της καταγωγής μέσω της μεταλλαγής" και η φράση αυτή εκφράζει ακόμα πολύ καλά την ουσία της βιολογικής εξέλιξης. Η "καταγωγή" υπονοεί την κληρονομικότητα. (...) Η καταγωγή μέσω της μεταλλαγής υπονοεί την γενεαλογική σχέση των ειδών μέσα στον χρόνο» (σελ 74).
Το είδος μας, όπως εξηγεί η ανθρωπολόγος, ανήκει στα Σπονδυλωτά, δηλαδή σε οργανισμούς που διαθέτουν οστέινη δομή με νωτιαίο μυελό και προήλθαν από τα πρωτόγονα Χορδωτά. Από αυτά τα πρωτόγονα Χορδωτά καταλήξαμε σε βάθος εκατομμυρίων ετών στα σημερινά θηλαστικά. Ο άνθρωπος κατηγοριοποιείται ως ζωο (μεγάλος πίθηκος) που ανήκει στην οικογένεια των ανθρωπίδων και έχει κοινό πρόγονο με τους σημερινούς γορίλες, χιμπατζήδες και ουρακοτάγκους.
Συνεπώς, γίνεται φανερό πως αυτό που κυρίως θίγεται με τη Θεωρία της Εξέλιξης είναι η ανθρωποκεντρική ανάγνωση του κόσμου και της ιστορίας αλλά και οι κατά γράμμα ερμηνείες των ιερών κειμένων αρκετών θρησκειών, μεταξύ αυτών και του Χριστιανισμού, μιας και η Γένεση θεωρούνταν επι πολλούς αιώνες μια κυριολεκτική αφήγηση για τη δημιουργία του κόσμου.
Η στάση της εκκλησίας
Η Καθολική εκκλησία έχει καταλήξει να αναγνωρίσει σχετικά πρόσφατα τη Θεωρία της Εξέλιξης ως συμβατή με την πίστη, ενώ η Ορθόδοξη εκκλησία δεν έχει κάποια επίσημη στάση ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα. Πολλές σύγχρονες θεολογικές θέσεις, ωστόσο, στον ορθόδοξο χώρο τάσσονται υπέρ της επιστήμης. Αυτές οι θέσεις αφουγκράζονται κυρίως από την πατερική διδασκαλία εστιάζοντας στα συγγράμματα των Τριών Ιεραρχών και ιδιαιτέρως του Μέγα Βασίλειου. Στο Λόγοι εις την εξαήμερον ο Μέγας Βασίλειος παρουσιάζει τα επιστημονικά δεδομένα της εποχής του ακολουθώντας το κείμενο της Βίβλου συνθέτοντας κάτι που σήμερα, υποθετικά, θα εντασσόταν μάλλον στο πλαίσιο του Δημιουργισμού και του Ευφυούς Σχεδιασμού. Παρόλα αυτά, ενθαρρύνει τη γνώση της φύσης και χρησιμοποιεί τις φυσιοκρατικές εξηγήσεις της εποχής του αναφέροντας πως η παρατήρηση του φυσικού κόσμου οδηγεί στον θαυμασμό της δημιουργίας.
Ο τρόπος με τον οποίο διεξάγεται αυτή η συζήτηση στην Ελλάδα δείχνει ένα βαθύ έλλειμμα παιδείας και εκπαιδευτικής επάρκειας....
Στις ΗΠΑ, όπου το σχετικό debate παραμένει διαχρονικά ζωντανό από τις αρχές του 20ού αιώνα (χαρακτηριστική η δίκη Scopes), οι Δημιουργιστές εμφανίζονται με πιο συνεκτική επιχειρηματολογία, εστω κι αν αυτή είναι επιστημονικά αβάσιμη. Αντιθέτως, ο τρόπος με τον οποίο διεξάγεται αυτή η συζήτηση στην Ελλάδα δείχνει ένα βαθύ έλλειμμα παιδείας και εκπαιδευτικής επάρκειας στη χώρα μας, αφού πολλά άτομα δεν γνωρίζουν τι σημαίνει πρακτικά Εξέλιξη, παρόλο που όλοι οι έμβιοι οργανισμοί τη βιώνουν.
Μια συνεχιζόμενη διαδικασία
Η Εξέλιξη, άλλωστε, δεν συνέβη απλώς στο παρελθόν, αλλά αποτελεί μια συνεχιζόμενη διαδικασία που μάλιστα τείνει να επιταχύνεται στα αστικά περιβάλλοντα. Στο σχετικό βιβλίο Ο Δαρβίνος πάει στην πόλη (μτφρ. Αλεξάνδρα Γουργιώτη, ΠΕΚ), του εξελικτικού βιολόγου Menno Schilthuizen, αναλύεται πως τα αστικά περιβάλλοντα φαίνεται να επιταχύνουν με ραγδαίους ρυθμούς την εξέλιξη των ειδών που κατοικούν στην πόλη (urban evolution) κι έτσι δημιουργούνται αλλαγές στη συμπεριφορά τους που εν συνεχεία καταλήγουν να δημιουργήσουν ακόμα και νέα υποείδη.
Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα του βιβλίου αφορά τους πληθυσμούς του κουνουπιού Culex Molestus το οποίο εξελίχθηκε στο υπόγειο περιβάλλον του Λονδρέζικου σιδηροδρόμου τα τελευταία 150 χρόνια. Το «ενοχλητικό» (molestus) κουνούπι τρέφεται αποκλειστικά με το αίμα των επιβατών και διαφέρει από το κοινό κουνούπι με πλειάδα τρόπων, ενώ φέρει γενετικές διαφορές ακόμα και από γραμμή σε γραμμή του σταθμού. Τα κουνούπια λοιπόν που εξελίχθηκαν σε υπόγεια ανθρώπινα περιβάλλοντα, εφόσον δεν τρέφονται με το αίμα πουλιών έχουν αποκτήσει πρωτεΐνες που μορφοποίησαν το τμήμα των κεραιών και των προσακτρίδων τους ώστε να ανταποκρίνονται στις οσμές των ανθρώπινων θηραμάτων τους, ενώ έχουν προσαρμόσει ακόμα και τη σεξουαλική τους συμπεριφορά, από αναπαραγωγή σε σμήνη σε περιπτωσιολογική διατομική αναπαραγωγή, όπως ακριβώς και ο άνθρωπος.
Ως μέρος της εξελικτικής αλυσίδας το ανθρώπινο είδος υφίσταται τις αλλαγές που επιφέρει στη συμπεριφορά του το αστικό περιβάλλον, οι οποίες μάλιστα καταγράφονται ως πολύ γρήγορες, ειδικά σε γενετικό επίπεδο.
Ενδιαφέροντα είναι επίσης τα κεφάλαια που αναφέρονται στον βιομηχανικό μελανισμό, ιδιαιτέρως με το παράδειγμα για την πιπερονυχτοπεταλούδα της Βρετανίας, καθώς και όλες οι αναφορές στα πανέξυπνα είδη πουλιών, από τα κοράκια μέχρι τις μαυροκουρούνες, που έχουν μάθει να εκμεταλλεύονται προς όφελός τους ακόμα και την αστική κίνηση. Ο άνθρωπος φυσικά δεν μένει εκτός αυτής της εξελικτικής πορείας. Ως μέρος της εξελικτικής αλυσίδας το ανθρώπινο είδος υφίσταται τις αλλαγές που επιφέρει στη συμπεριφορά του το αστικό περιβάλλον, οι οποίες μάλιστα καταγράφονται ως πολύ γρήγορες, ειδικά σε γενετικό επίπεδο.
Η Θεωρία της Εξέλιξης, καταληκτικά, δεν είναι ούτε εικασία ούτε κάτι που το εκπαιδευτικό σύστημα πρέπει να αγνοεί. Αντιθέτως, είναι το καλύτερο σύγχρονο εργαλείο που διαθέτουμε για να κατανοήσουμε τη ζωή.
*Ο ΑΝΤΩΝΗΣ ΓΟΥΛΙΑΝΟΣ είναι συγγραφέας και αρθρογράφος.




























