
Για την ποιητική συλλογή της Ήλιας Μπούρα «Εύκρατη ζώνη» (εκδ. Καστανιώτη). Εικόνα: Ο πίνακας του Έντουαρντ Χόπερ «Πρωινό στη Νότια Καρολίνα».
Γράφει η Αριστέα Παπαλεξάνδρου
Και μονάχα σκιές
διακεκομμένα ν’ αναλαμβάνουν
εδώ ή εκεί
την Κυριακή.
-Η.Μ.
Μερικά βιβλία έρχονται στα χέρια μας χωρίς να τα έχουμε αναζητήσει, λες και σχεδόν ανεξήγητα μας καλούν να τα ξεφυλλίσουμε, για να πέσουμε δήθεν τυχαία σε δυο-τρεις στίχους τους που με την πρώτη μάς κρατούν. Κάπως έτσι, ξεφυλλίζοντας σχεδόν μηχανικά, έπεσα στους εξής στίχους από την Εύκρατη ζώνη της Ήλιας Μπούρα:
μας πονούσαν οι νύχτες στα κόκαλα
και αυτόν τον τρόπο διαλέξαμε
να χυθεί η οδύνη.
Αδιαμφισβήτητα, πολύ καλή αφορμή για να ανακαλύψει κανείς μια ασκημένη πρωτοεμφανιζόμενη. Καθώς μάλιστα, η γεννημένη το 1991, ποιήτρια εμφανίζεται με ένα βιογραφικό μόλις δύο γραμμών, θα έλεγα ότι το λιτό αυτό βιογραφικό της επισφραγίζει και με το παραπάνω την ωριμότητά της, για να θυμηθούμε και την πάγια τακτική του Χριστιανόπουλου να συγχαίρει τους νέους ποιητές, αν όχι για το άριστον της παντελούς έλλειψης βιογραφικού, τουλάχιστον για τη λακωνικότητά του.
Εν προκειμένω, και η Εύκρατη ζώνη με κέρδισε για την λακωνικότητά της ευθύς εξαρχής. Το βιβλίο ξεκινά με μόττο από το «Piazza San Nicolò» του Σεφέρη, όχι μόνον ως ξεκάθαρη επιρροή, που εντίμως εξαρχής δηλώνεται, αλλά ως μετουσιωμένο διακείμενο μέσα σε μια νέα φωνή. Και αυτό νομίζω ότι είναι το ενδιαφέρον στην περίπτωση της Μπούρα: ότι οριοθετείται στο σημείο που η επιρροή παύει να είναι επιρροή και γίνεται κάτι άλλο, δηλαδή προσωπική φωνή. Και μάλιστα, χαμηλή προσωπική φωνή. Αισθησιακή, ερωτική, στραμμένη στην παρουσία και στην απουσία του άλλου, χωρίς να εναπόκειται σε ψυχαναλυτικές ερμηνείες γύρω από το αντικείμενο του πόθου, ακριβώς επειδή το ποιητικό υποκείμενο ξέρει να ελέγχει το συναίσθημα, χωρίς να κραυγάζει, χωρίς να εξηγεί, αλλά μιλώντας σχεδόν ψιθυριστά. Καθαρή σιωπή που, από μακριά, θυμίζει εκείνο το σεφερικό «Δε θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω απλά, να μου δοθεί ετούτη η χάρη».
Έτσι και στην περίπτωση της Μπούρα, έχουμε να κάνουμε με μια γλώσσα απογυμνωμένη, χωρίς περιττά βάρη, στη δροσιά των μετασεφερικών ανέμων:
αφού δέσαμε γερά τις ρίζες
δεν μπορεί κανείς να τις τραβήξει
και δεν κουνάμε αποδώ
αν δε γεννήσεις λόγους
που να δικαιολογούν την παραίτηση
(«Ο τρόπος που θέλω να σου μιλήσω ή να μου μιλήσεις»)
Όμως, πέρα από τον ταπεινό, και γι’ αυτό αξιοπρεπή, σεβασμό στον διακείμενό της, Σεφέρη, υπάρχουν κάποια ποιήματα τα οποία είναι αλάθητα δικά της, καρπός της ολότελα δικής της εσωτερικής φωνής, όπως το «Φατά», που είναι ίσως και το ωραιότερο της συλλογής:
Τη θάψανε με τα καινούργια της δόντια
ενενήντα τεσσάρων χρονών –
με το λευκό μαντίλι
της έδεσαν το κεφάλι
μην τυχόν προλάβουν και βγουν προς τα έξω,
τη σταύρωσαν τους καρπούς
να είναι έτοιμη για την αιώνια θέση της στον κόσμο
Λίγο πριν πάρει το δρόμο
είδε τη μάνα να της χαμογελά,
τα κουρασμένα μέλη του πατέρα,
και το μικρό δωμάτιο που στρίμωξε τη ζωή της
μισή και μοιρασμένη
κοινό αίμα
Και το χέρι που απλώνει τώρα
και ζητά βοήθεια
ούτε που θυμάμαι πια
είναι δικό μου ή δικό της;
Μια ολόκληρη ιστορία θανάτου και μνήμης, η μάνα, ο πατέρας, το μικρό δωμάτιο, το κοινό αίμα, το χέρι που απλώνεται και ζητά βοήθεια, περνούν μέσα από τις λέξεις, χωρίς καμία ανάγκη να υψωθεί η φωνή. Ίδιας μεγάλης έντασης σιωπή και το «Νέκυια» με το οποίο κλείνει το βιβλίο, από τα ποιήματα στα οποία θα ξαναγύριζα.
• Διαβάστε επίσης: Ήλια Μπούρα: «Ό,τι λέγεται έχει ήδη ειπωθεί και θα ξαναειπωθεί με τις ίδιες ή διαφορετικές λέξεις»
Η εύρεση μιας ξεχωριστής φωνής
Και θα κλείσω με μια διευκρίνιση. Δεν γράφω ως κριτικός ούτε έχω διάθεση να σταθμίσω την Εύκρατη ζώνη με τα μέτρα μιας κριτικής αποτίμησης. Γράφω απ’ την ανάγκη μου να επιτείνω τη χαρά της ανάγνωσης, και όπως θα έλεγε και ο Μπλέικ: «Ούτε θα κρίνω, ούτε θα συγκρίνω: δουλειά μου είναι να δημιουργώ». Αυτό που μπορώ μόνο να πω είναι τι αναγνώρισα μέσα σε αυτό το βιβλίο: μια νέα ποιήτρια που διαβάζει, συνομιλεί με την παράδοση και, μέσα από αυτήν τη συνομιλία, αναζητά και βρίσκει τη δική της φωνή. Τώρα, ως προς το εάν ίσως έπεσαν κάνα δυο λέξεις ολίγον ξένες -κατά την ταπεινή άποψή μου πάντα- προς τη δίχως φτιασίδια πηγαία και αφαιρετική της γλώσσα (πες σαν την «ευρωστία» της σελ. 23) ή δυο-τρία περισσότερα επίθετα, ούτε καν θα σταθώ. (Είναι άλλωστε, γνωστό πως τα επίθετα είναι πρόβλημα όλων μας στην ποίηση. Και ποιος είναι άραγε αρμόδιος να κρίνει κατά πόσο αντέχει σ’ ένα ποίημα το επίθετο; Πότε ανοίγει τον στίχο και πότε τον φορτώνει;)
Κι όμως, στη σελίδα 39, ένα επίθετο που με την πρώτη ματιά ξαφνιάζει πραγματικά, λειτουργεί εντέλει, ως ευρηματικά απρόσμενο: «με θέα τον ανδροφόνο βράχο». Μια λέξη σκληρή, αρχαία, σχεδόν ανοίκεια μέσα στην τόσο γυμνή και χαμηλόφωνη ποίηση της Μπούρα. Κι όμως, ακριβώς γι’ αυτό, αποκτά ιδιαίτερο βάρος. Δεν χαρακτηρίζει μόνο το ποίημα: αφήνει το αποτύπωμά του και στην όλη ποιητική της. Μην σας πω ότι θα μου άρεσε ακόμη και για τίτλος της συλλογής.
Και κάπου εδώ σταματώ έχοντας επίγνωση ότι ουδείς τελικά είναι αρμόδιος να κρίνει μιαν έκδοση. Η μόνη ίσως αρμόδια είναι η αποφασιστικότητα. Πέφτει κανείς στον λάκκο των λεόντων και χάνεται. Με όλες τις τραγικές συνέπειες, ευτυχώς, σε αυτή τη χώρα έχουμε ποίηση. Και καλή. Και νέα δίχως ηλικία. Γιατί, κατά πώς το λέει ο Δεπούντης: Ο χρόνος και ο ποιητής δεν έχουν ηλικία.
*Η ΑΡΙΣΤΕΑ ΠΑΠΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ είναι ποιήτρια.
Λίγα λόγια για την ποιήτρια
Η Ήλια Μπούρα γεννήθηκε στην Αθήνα το 1991.

Σπούδασε στη Νομική Σχολή Αθηνών και σήμερα εργάζεται ως δικηγόρος. Η Εύκρατη ζώνη είναι το πρώτο της βιβλίο.
























