
«Στο μυθιστόρημα, η ένταση ανάμεσα στην ατομική ταυτότητα και τις κοινωνικές προσδοκίες διερευνάται κυρίως μέσα από τις βασικές γυναικείες μορφές: τη Χάνα και τη μητέρα της. Η θρησκευτική κοινότητα μέσα στην οποία μεγάλωσα είχε πολύ συντηρητικές αντιλήψεις για το πώς θα έπρεπε να συμπεριφέρονται οι γυναίκες» είπε μεταξύ άλλων η Τζαν Κάρσον (Jan Carson) με αφορμή το μυθιστόρημά της «Οι αρπαγές» (μτφρ. Βίκυ Πορφυρίδου, εκδ. Βακχικόν). © εικόνας: Jonathan Ryder
Συνέντευξη στη Βίκυ Πορφυρίδου
Η Τζαν Κάρσον είναι συγγραφέας και διοργανώτρια καλλιτεχνικών δράσεων με έδρα το Μπέλφαστ της Βόρειας Ιρλανδίας. Έχει γράψει τέσσερα μυθιστορήματα και πέντε συλλογές διηγημάτων. Από τις εκδόσεις Βακχικόν κυκλοφορεί το μυθιστόρημά της Οι εμπρηστές (2023, μτφρ. Απόστολος Θηβαίος), ενώ πρόσφατα κυκλοφόρησε το μυθιστόρημά της Οι αρπαγές (μτφρ. Βίκυ Πορφυρίδου), που εκτυλίσσεται στη Βόρεια Ιρλανδία λίγο πριν από το τέλος των Ταραχών, περίοδο που στιγματίστηκε από τις συνεχόμενες εκρήξεις βίας.
Σε συνέντευξη που παραχώρησε στη μεταφράστρια του έργου της, Βίκυ Πορφυρίδου, η συγγραφέας μίλησε για τα βιώματά της που ενέπνευσαν την ιστορία της, τις θεματικές της, της ηρωίδες της.
Τι σας ενέπνευσε να γράψετε τις Αρπαγές και πώς το σκηνικό της Βόρειας Ιρλανδίας της δεκαετίας του 1990 διαμόρφωσε την ιστορία σας;
Μεγάλο μέρος των Αρπαγών βασίζεται στα παιδικά μου χρόνια, μεγάλωσα σε μια φονταμενταλιστική, ευαγγελική προτεσταντική κοινότητα στη Βόρεια Ιρλανδία κατά τις δεκαετίες του ’80 και του ’90. Από μία άποψη, είναι το μυθιστόρημα που πάντα ήθελα να γράψω, γιατί υπάρχουν ελάχιστες αφηγήσεις αυτής της εμπειρίας στον λογοτεχνικό μας κανόνα, παρότι επρόκειτο για ένα σχετικά συνηθισμένο θρησκευτικό υπόβαθρο στον 20ό αιώνα.
Επέλεξα συγκεκριμένα να τοποθετήσω το βιβλίο στο 1993, καθώς πρόκειται για μια περίοδο που θυμάμαι πολύ καθαρά. Όπως και η Χάνα, βρισκόμουν στο κατώφλι της ενηλικίωσης, έτοιμη να περάσω από το δημοτικό στο γυμνάσιο, και μόλις άρχιζα να συνειδητοποιώ τόσο τις πολυπλοκότητες της θρησκευτικής μου κοινότητας όσο και τις Ταραχές, που βρίσκονταν ακόμη σε εξέλιξη εκείνη την εποχή. Το 1993 αποτελεί επίσης ένα κομβικό σημείο στην ιστορία της Βόρειας Ιρλανδίας, καθώς σηματοδοτεί περίπου την αρχή της ειρηνευτικής διαδικασίας που θα οδηγούσε τελικά στη Συμφωνία της Μεγάλης Παρασκευής το 1998. Ήταν μια περίοδος γεμάτη ελπίδα, αλλά οι άνθρωποι φοβούνταν επίσης ότι ελάχιστα θα άλλαζαν.
Η Χάνα, η πρωταγωνίστρια του βιβλίου σας, παραμένει υγιής εν μέσω της κρίσης που μαστίζει τη μικρή κοινότητα. Τι αντιπροσωπεύει η δική της οπτική στα ευρύτερα θέματα του μυθιστορήματος;
Δεν είμαι μεγάλη οπαδός τού να λέω στους αναγνώστες τι «αντιπροσωπεύουν» διάφορες πτυχές του έργου μου. Μου αρέσει να μπορούν να αποφασίζουν οι ίδιοι τι σημαίνει μια μεταφορά ή μια αλληγορία. Νομίζω ότι αυτός είναι ένας τρόπος να τιμάς τον αναγνώστη και να διασφαλίζεις ότι θα έχει μια ενεργή και πολυεπίπεδη αναγνωστική εμπειρία.
Η Χάνα αρχίζει σιγά σιγά να κατανοεί την κοινότητα μέσα στην οποία γεννήθηκε και, υπό το φως των δύσκολων πραγμάτων που έχει βιώσει αυτό το καλοκαίρι, αρχίζει να ανακρίνει και να αμφισβητεί τους κανόνες και τις αξίες της.
Ωστόσο, η επιλογή της παιδικής οπτικής σε αυτή την ιστορία μού επέτρεψε να θέσω ερωτήματα σχετικά με τη θρησκεία, την κοινότητα, την πολιτική και τον πολιτισμικό ιστό της Βόρειας Ιρλανδίας, τα οποία θα ήταν γελοίο να τα βάλει κανείς στο στόμα ενός ενήλικα. Η Χάνα αρχίζει σιγά σιγά να κατανοεί την κοινότητα μέσα στην οποία γεννήθηκε και, υπό το φως των δύσκολων πραγμάτων που έχει βιώσει αυτό το καλοκαίρι, αρχίζει να ανακρίνει και να αμφισβητεί τους κανόνες και τις αξίες της.
Ο φόβος, η συμμόρφωση και η κοινωνική πίεση είναι κεντρικά στοιχεία στο έργο σας. Πώς διερευνάτε την ένταση ανάμεσα στην ατομική ταυτότητα και τις κοινωνικές προσδοκίες;
Σε αυτό το μυθιστόρημα, η ένταση ανάμεσα στην ατομική ταυτότητα και τις κοινωνικές προσδοκίες διερευνάται κυρίως μέσα από τις βασικές γυναικείες μορφές: τη Χάνα και τη μητέρα της. Η θρησκευτική κοινότητα μέσα στην οποία μεγάλωσα είχε πολύ συντηρητικές αντιλήψεις για το πώς θα έπρεπε να συμπεριφέρονται οι γυναίκες, και αυτό αντικατοπτρίζεται στην υποταγή της κυρίας Άτζερ στον σύζυγό της και στον πάστορά της. Αναμένεται να κάνει ό,τι της λένε οι άντρες.
Προς το τέλος του μυθιστορήματος, νομίζω ότι είναι αρκετά προφανές πως η Χάνα παρακολουθεί στενά τη μητέρα της και εμπνέεται από τη στάση της, ώστε να γίνει κι η ίδια μια λίγο πιο αποφασιστική και ειλικρινής γυναίκα.
Ωστόσο, ήθελα επίσης αυτό το βιβλίο να έχει έναν χαρακτήρα ενθαρρυντικό για γυναίκες σαν εμένα, που μεγάλωσαν υπό το βάρος αυτών των έντονα έμφυλων προσδοκιών, και έτσι προσπάθησα με διακριτικό και πειστικό τρόπο να δώσω στην κυρία Άτζερ κάποια περιθώρια να αμφισβητήσει τους δεσποτικούς άντρες στη ζωή της και να κινηθεί προς λίγη περισσότερη αυτονομία. Προς το τέλος του μυθιστορήματος, νομίζω ότι είναι αρκετά προφανές πως η Χάνα παρακολουθεί στενά τη μητέρα της και εμπνέεται από τη στάση της, ώστε να γίνει κι η ίδια μια λίγο πιο αποφασιστική και ειλικρινής γυναίκα.
Η απώλεια και η ελπίδα πλέκονται σε όλη την ιστορία του βιβλίου. Πώς αντιλαμβάνεστε τη λειτουργία της ελπίδας σε στιγμές τραγωδίας ή καταστροφής;
Δεν νομίζω ότι μπορεί κανείς να κάνει γενικεύσεις για το πώς λειτουργεί η ελπίδα σε κάθε περίπτωση τραγωδίας. Υπήρξαν στιγμές στη ζωή μου, τόσο σε ατομικό επίπεδο όσο και ως μέρος μιας συλλογικής εμπειρίας, όπου η κατάσταση έμοιαζε δικαιολογημένα χωρίς καμία ελπίδα. Είναι απολύτως εντάξει να αφεθείς στην απόλυτη θλίψη ή στο πένθος όταν το απαιτεί η κατάσταση. Οποιαδήποτε άλλη αντίδραση θα ήταν ψεύτικη. Νομίζω ότι υπάρχουν σημεία σε αυτό το βιβλίο όπου βλέπουμε γονείς που έχουν χάσει παιδιά και είναι απολύτως απελπισμένοι, και αυτό μου φαίνεται μια φυσική αντίδραση.
Σίγουρα υπάρχουν στις Αρπαγές κάποια ισχυρά παραδείγματα του πώς η κοινότητα και η αλληλεγγύη, πέρα από τα όρια των διαιρέσεων, μπορούν να προσφέρουν ένα είδος ελπίδας μέσα στην τραγωδία.
Κατά τη διάρκεια των Ταραχών συχνά γινόμασταν μάρτυρες μεγάλης απώλειας και οδύνης, οι οποίες συνυπήρχαν με την ελπίδα. Όταν οικογένειες που είχαν χάσει αγαπημένα πρόσωπα επέλεγαν να συγχωρήσουν ή να δείξουν ενσυναίσθηση προς τους πενθούντες στην άλλη πλευρά του διχασμού, αυτό μου φαινόταν ως μια ξεκάθαρη εκδήλωση ελπίδας. Οι άνθρωποι αρνούνταν να καταρρεύσουν από τη φρίκη όσων είχαν περάσει. Σίγουρα υπάρχουν στις Αρπαγές κάποια ισχυρά παραδείγματα του πώς η κοινότητα και η αλληλεγγύη, πέρα από τα όρια των διαιρέσεων, μπορούν να προσφέρουν ένα είδος ελπίδας μέσα στην τραγωδία.
Βλέπετε τις Αρπαγές ως μέρος μιας ευρύτερης συζήτησης στη σύγχρονη ιρλανδική λογοτεχνία, και πώς συνδέεται με τα άλλα έργα σας;
Μετά το βραβευμένο με Μπούκερ μυθιστόρημα της Άννα Μπερνς, Ο γαλατάς, αλλά και την κωμική σειρά της Λίζα ΜακΓκι, «Derry Girls», που αμφότερα εξερευνούν την εμπειρία των έφηβων κοριτσιών κατά τη διάρκεια των Ταραχών, έχει αναπτυχθεί ένα κύμα αφηγήσεων που διερευνούν διαφορετικές πτυχές της σύγκρουσης στη Βόρεια Ιρλανδία, προσφέροντάς μας ιστορίες που δεν είχαν ειπωθεί στο παρελθόν, και αξιοποιώντας μια ποικιλία οπτικών.
Η ποικιλομορφία, οι διαφορετικές φωνές και οι μοναδικές οπτικές, ιδίως εκείνες των περιθωριοποιημένων, αποτελούν σίγουρα δημοφιλή θέματα στη σύγχρονη ιρλανδική γραφή
Μεγάλο μέρος του έργου μου επικεντρώνεται στην ευαγγελική προτεσταντική εμπειρία της σύγκρουσης και της μετα-συγκρουσιακής Βόρειας Ιρλανδίας, μια εμπειρία που δεν έχει εξερευνηθεί εκτενώς μέχρι σήμερα. Η ποικιλομορφία, οι διαφορετικές φωνές και οι μοναδικές οπτικές, ιδίως εκείνες των περιθωριοποιημένων, αποτελούν σίγουρα δημοφιλή θέματα στη σύγχρονη ιρλανδική γραφή, και ήταν χαρά μου να αποτελέσω ένα μικρό μέρος αυτής της τόσο καθυστερημένης αναγέννησης.
Οι αρπαγές είναι το δεύτερο βιβλίο σας που εκδίδεται στην Ελλάδα, μετά τους Εμπρηστές. Έχετε κάποια ανταπόκριση από το ελληνικό κοινό; Θα θέλατε ίσως να τους στείλετε ένα μήνυμα;
Είχα τη χαρά να βρεθώ στην Ελλάδα πριν λίγα χρόνια και να γνωρίσω μερικούς από τους Έλληνες αναγνώστες μου. Είναι μια απίστευτη τιμή και βαθιά συγκίνηση να σκέφτομαι ότι υπάρχουν άνθρωποι στην άλλη άκρη της Ευρώπης που ενδιαφέρονται για τη μικρή χώρα από την οποία προέρχομαι και μαθαίνουν για την περίπλοκη ιστορία της.
Είμαι ευγνώμων απέναντι στους Έλληνες αναγνώστες μου και πάντα πρόθυμη να ανακαλύψω αν κάποια στοιχεία της κουλτούρας μου βρίσκουν ανταπόκριση στην κουλτούρα της δικής σας χώρας.
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα
Η Τζαν Κάρσον (Jan Carson) είναι συγγραφέας και διοργανώτρια καλλιτεχνικών δράσεων με έδρα το Μπέλφαστ της Βόρειας Ιρλανδίας. Έχει γράψει τέσσερα μυθιστορήματα και πέντε συλλογές διηγημάτων. Τα βιβλία της έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από 15 γλώσσες, και έχουν λάβει εθνικά και διεθνή βραβεία και διακρίσεις. Το 2023 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Βακχικόν το μυθιστόρημά της Οι εμπρηστές (μτφρ. Απόστολος Θηβαίος).

Το μυθιστόρημά της Οι αρπαγές συγκαταλέχθηκε στις βραχείες λίστες του Βραβείου An Post Irish Novel of the Year, του Βραβείου Λογοτεχνίας Dalkey και του Βραβείου Kerry Group Irish Novel of the Year. Έχει μεταφραστεί στα γαλλικά, ιταλικά και αραβικά, και είναι το δεύτερο βιβλίο της που κυκλοφορεί στα ελληνικά.























