
Σε συνέντευξή της στο Wired, η Γκάμπριελ Ζέβιν (Gabrielle Zevin) μίλησε για το μυθιστόρημά της «Το αύριο και το αύριο και το αύριο» (μτφρ. Αλέξης Καλοφωλιάς, εκδ. Πατάκη).
Επιμέλεια: Book Press
Δυο παιδιά θαύματα πρωταγωνιστούν στο μυθιστόρημα Το αύριο και το αύριο και το αύριο της Γκάμπριελ Ζέβιν: ο Σαμ και η Σάντι, που μεγαλώνοντας ιδρύουν, μαζί με τον φίλο τους, τον ευκατάστατο καρδιοκατακτητή με το όνομα… Μαρξ, μια εταιρεία παραγωγής βιντεοπαιχνιδιών.
Ο μακροσκελής και κάπως παράξενος τίτλος του βιβλίου κάνει μια αναφορά στην τραγωδία Μάκβεθ του Ουίλιαμ Σαίξπηρ: παράδοση και σύγχρονος κόσμος φαίνεται να χωρούν αμφότερα στο έργο της Ζέβιν, που έχει σημειώσει εντυπωσιακή πορεία, έχοντας συμπεριληφθεί στη λίστα των New York Times με τα 100 καλύτερα μυθιστορήματα του 21ου αιώνα, και με μια κινηματογραφική διασκευή στα σκαριά από την Paramount. Το θέμα του, μα φυσικά μια σύγχρονη εκδοχή του αμερικανικού ονείρου. Κύρια πηγή του δράματος, η σχέση των δυο φίλων, που τρέφουν αισθήματα ο ένας για την άλλη, τα οποία ομολογούν όταν είναι πια πολύ αργά.
Ο πραγματικός και ο ψηφιακός κόσμος – πού συγκλίνουν; Σε συνέντευξή της στο Wired, η Ζέβιν μίλησε για την επιλογή του σκηνικού της ιστορίας της:
«Αυτό που μου φάνηκε ενδιαφέρον είναι πως αν κάποιος παίζει βιντεοπαιχνίδια, καταναλώνοντας την αφηγηματική εμπειρία που προσφέρουν σε όλη του τη ζωή, τότε αλλάζουν κάπως οι προσδοκίες του για την ίδια τη ζωή. Γνωρίζουμε πως επηρεαζόμαστε πολύ από την τεχνολογία, αλλά υπάρχουν ελάχιστοι τομείς όπου μπορεί κανείς να δει οπτικά τα στοιχεία αυτής της αλλαγής πέρα από τα βιντεοπαιχνίδια. Δείτε το Pong της δεκαετίας του ‘70, με τον ακραίο μινιμαλισμό των δυο γραμμάτων και των δυο κουκίδων, και συγκρίνετέ το με το σημείο στο οποίο τελειώνει το βιβλίο, το 2012: φτάνετε σε παιχνίδια που έχουν γραφικά και αφηγήσεις κινηματογραφικής ποιότητας, όπως το The Last of Us».
Οι γονείς της Ζέβιν εργάζονται εδώ και χρόνια στην IBM και η ίδια μεγάλωσε αρκετά υποψιασμένη όσον αφορά στους τρόπους με τους οποίους η τεχνολογία μπορεί να εισβάλλει στη ζωή μας. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα των τρόπων που το gaming επηρεάζει την καθημερινότητά μας είναι αυτό της εταιρείας Noon, που χρησιμοποιεί μια εφαρμογή στο κινητό, σαν παιχνίδι, με στόχο την απώλεια βάρους του χρήστη της, μεταξύ άλλων.
Όσον αφορά στη βία, όμως; Κατά πόσο παιχνίδια όπως το Call of Duty, που προμηθεύουν τους χρήστες με ψηφιακά όπλα, τα οποία στρέφουν ενάντια στους εχθρούς τους, μπορούν να καλλιεργήσουν τη βία στον έξω κόσμο; Η Ζέβιν, απαντώντας σε σχετικό ερώτημα, φαίνεται κατηγορηματική:
«Οι άνθρωποι που εξοργίζονται με [τα βιντεοπαιχνίδια], αντιδρούν με τον ίδιο τρόπο που ένας εξτρεμιστής αντιδρά στα κόμικς του Charlie Hebdo. Αυτό σκεφτόμουν. Ένιωθα πως έφερα την ευθύνη να καταστήσω σαφές το αν τα βιντεοπαιχνίδια οδηγούν σε βία. Γνωρίζουμε πως πρόκειται απλώς για ένα αφήγημα των πολιτικών, που χρησιμοποιείται για να αποσπάσει την προσοχή μας από άλλα πράγματα. Ήθελα να γίνω σαφής, αλλά νομίζω πως επίσης ήθελα να εκφράσω τους τρόπους με τους οποίους οι εικονικοί κόσμοι, οι εικονικοί χώροι, έχουν συνέπειες στον πραγματικό. Εδώ και χρόνια οι άνθρωποι συμπεριφέρονται σαν να βγάζουν το πραγματικό τους πρόσωπο με το που μπαίνουν στο διαδίκτυο, παρόλο που πλέον έχει περιοριστεί κάπως αυτό το φαινόμενο».
Στο μυθιστόρημα, μεγάλο μέρος του οποίου διαδραματίζεται στις τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα, η Σάντι, παρά τις ικανότητές της, περιορίζεται κοινωνικά από το φύλο και την καταγωγή της – όπως ο Σαμ, έχει ρίζες στην Ασία. Η Ζέβιν είπε:
«Γενικά, η καλύτερη τέχνη προέρχεται από ανθρώπους που είναι κάπως αποξενωμένοι από το σύστημα. Νομίζω πως αυτή η προστριβή είναι που οδηγεί στην πραγματικότητα στη δημιουργία καλών βιβλίων ή καλών παιχνιδιών, που δεν συμβαίνει από ανθρώπους των εταιρειών ή γενικώς, από όσους είναι κοντά στο σύστημα.
»Η Σάντι γνωρίζει πως το σύστημα δεν έχει σχέδια για αυτή, αλλά επίσης θέλει διακαώς να πάρει τη συστημική επιβεβαίωση όσον αφορά στην ευφυΐα της. Δεν νομίζω πως θεωρεί τον εαυτό της ως μια φεμινίστρια της εποχής. (…) Όσο προχωρά το βιβλίο, την ελκύει κάτι που φαίνεται σοβαρό, που θα κάνει τους πάντες να πουν: “Μα αυτό είναι πραγματικά έξυπνο”. Σχετίζεται με τον Σαίξπηρ. Είναι αρκετά βίαιο και νομίζω σχετίζεται με την επιθυμία της για επιβεβαίωση».
























