
Σε συνέντευξή του στο Dazed, ο Όσεαν Βουόνγκ (Ocean Vuong) μίλησε για το νέο μυθιστόρημά του «Ο αυτοκράτορας της χαράς» (μτφρ. Δημήτρης Μαύρος, εκδ. Gutenberg).
Επιμέλεια: Book Press
Ο Όσεαν Βουόνγκ τράβηξε τα βλέμματα κριτικής και κοινού με το πρώτο μυθιστόρημά του, Στη γη είμαστε πρόσκαιρα υπέροχοι (μτφρ. Δημήτρης Μαύρος, εκδ. Gutenberg), που σημείωσε μεγάλη επιτυχία, συμβάλλοντας στην καθιέρωσή του στο λογοτεχνικό στερέωμα της χώρας του – πριν από αυτό, βέβαια, είχε τιμηθεί με το Βραβείο T.S. Eliot για την ποιητική του συλλογή Νυχτερινός ουρανός με τραύματα εξόδου (μτφρ. Δημήτρης Μαύρος, εκδ. Gutenberg).
Ο Βουόνγκ συνέχισε την πορεία του χωρίς εκπτώσεις σε ποιότητα, με το πιο πρόσφατο έργο του, το μυθιστόρημα Ο αυτοκράτορας της χαράς, να έχει ως πρωταγωνιστή τον Χάι, έναν νεαρό παρία που δουλεύει σε ένα φαστφουντάδικο, δίπλα στον ξάδερφό του, τον Σόνι, με τον οποίο έρχεται πιο κοντά καθώς προχωρά η ιστορία – η μητέρα του Σόνι είναι στη φυλακή και δεν μιλιέται με την αδερφή της. Πέρα από τη δράση στο κατάστημα, στο οποίο φαίνεται να χωρούν όλες οι παθογένειες της αμερικανικής κοινωνίας, και όπου όλα συμβαίνουν γρήγορα και με τρόπο τυποποιημένο, στο επίκεντρο έρχεται και η σχέση του Χάι με την γριά Γκραζίνα, που πάσχει από άνοια και τον φιλοξενεί. Όπως γράφει ο Διονύσης Μαρίνος στην κριτική του στην Book Press, ο Χάι γίνεται «ο φύλακας άγγελός της: της φέρνει φαγητό, την κάνει μπάνιο, της δίνει τα χάπια της, υποδύεται ακόμη και ρόλους για να συμπλέει με τις ταραγμένες μνήμες της. Δεν παίζει μαζί της, γίνεται μέρος της επίπλαστης πραγματικότητας που ζει».
Ο νεότατος δημιουργός, γεννημένος το 1988, συζήτησε με την Ντομινίκ Σίσλεϊ του Dazed για το μυθιστόρημά του. Επέλεξε να γράψει για μια σχέση μεταξύ ατόμων που ανήκουν σε διαφορετικές γενιές εν μέρει καθώς ήθελε να βγάλει από πάνω του την ταμπέλα του «κουίρ» συγγραφέα και του «Αμερικανού ασιατικής καταγωγής, της εργατικής τάξης».
«Νομίζω πως από τη μία, μπορείς απλώς να συνεχίσεις να εργάζεσαι [εντός των ορίων των ταμπελών] και να παραγάγεις έργο, και η εκδοτική βιομηχανία θα μείνει ικανοποιημένη. Αλλά θα ήταν μια μεγάλη χαμένη ευκαιρία να είσαι ένας αουτσάιντερ και να μην επεκτείνεις την ενσυναίσθησή σου καλύπτοντας διαφορετικούς αουτσάιντερς, να μιλήσεις για το τι είναι η ζωή μακριά από το επίκεντρο. Ικανοποίησα τη φιλοδοξία μου να αφηγηθώ “την ιστορία των Βιετναμέζων-Αμερικανών" στο πρώτο μου μυθιστόρημα. Θέλησα να χρησιμοποιήσω την ενσυναίσθησή μου για να γράψω για άλλες κοινότητες, στις οποίες δεν ανήκω, ιδιαίτερα αυτή των ηλικιωμένων».
Στην αρχή του μυθιστορήματος του Βουόνγκ, ο ήρωάς του έχει πιάσει πάτο. Είναι έτοιμος να πηδήσει από μια γέφυρα, βάζοντας τέλος στη ζωή του. Ο Βουόνγκ κατέφυγε σε μια ομολογουμένως τολμηρή εναρκτήρια σκηνή, που όμως έχει αποτυπωθεί ξανά στη μυθοπλασία. Όπως εξήγησε, η επιλογή είναι βαθιά προσωπική:
«Ο θείος μου αυτοκτόνησε το 2012, όταν ήμουν 24 και αυτός 28. Ήμασταν πραγματικά αδέρφια, τόσο δεμένοι. Ήμασταν μαζί στον καταυλισμό προσφύγων. Είχα επίσης φίλους που αυτοκτόνησαν στο λύκειο. Και στα πολιτισμικά προϊόντα, στα ρεπορτάζ, ακόμα και στις ταινίες, η ιστορία αφορά κάποιον που πείθεται να κατέβει από τη γέφυρα. Όταν κάποιος απομακρύνεται από το χείλος, όλοι χειροκροτούμε. Πάντα αναρωτιόμουν αν πραγματικά χειροκροτούμε για αυτό το άτομο, ή για τον εαυτό μας. Μήπως το κάνουμε από ανακούφιση, μιας και έχει αποκατασταθεί η κοινωνική κανονικότητα; (…) Αλλά τι συμβαίνει τη δεύτερη μέρα με εκείνο το άτομο που έχει ευτυχώς αποφασίσει να μην βάλει τέλος στη ζωή του; Τι συμβαίνει την τρίτη μέρα; Την τέταρτη μέρα; Δεν είχα ποτέ την ευκαιρία να ρωτήσω τους φίλους μου και τον θείο μου. Το αμέσως επόμενο καλύτερο πράγμα ήταν να ρωτήσω τους χαρακτήρες μου».
Νομίζω πως για αυτό νιώθω αισιόδοξος, αλλά επίσης και πολύ επιφυλακτικός, γιατί κατάλαβα πως οι σχέσεις μας διαρκούν περισσότερο από τις ιδεολογίες μας.
Αλλά ας επιστρέψουμε στο φαστφουντάδικο. Μεγάλο μέρος του μυθιστορήματος είναι εμπνευσμένο από τις εμπειρίες του συγγραφέα, που εργαζόταν για χρόνια με ελάχιστο μισθό στον χώρο της εστίασης. Σε ένα αντίστοιχο περιβάλλον δουλεύει ο Χάι, δίπλα στον Σόνι, που έχει εμμονή με τον Αμερικανικό Εμφύλιο, κυκλοφορώντας με ένα καπέλο των Νοτίων:
«Δούλεψα με συντηρητικούς, δούλεψα με ευαγγελικούς χριστιανούς που πίστευαν πως έπρεπε να καώ στην κόλαση, αλλά τίποτα από αυτά δεν εκδηλώθηκε [όσο ήμουν στη δουλειά]. Δουλεύοντας δίπλα δίπλα με τον άλλον, εκτελώντας τις ίδιες κινήσεις, η ιδεολογία υποβαθμίζεται. Μια σχέση προκύπτει. Νομίζω πως για αυτό νιώθω αισιόδοξος, αλλά επίσης και πολύ επιφυλακτικός, γιατί κατάλαβα πως οι σχέσεις μας διαρκούν περισσότερο από τις ιδεολογίες μας. (…) Σε ένα εστιατόριο φαστ φουντ, μπορείς να δεις τη συνάδελφό σου να χάνει την ανάσα της. Μπορείς να δεις τη λάμψη στο στήθος της, κάτω από το κολιέ της, το οποίο είναι ένα μενταγιόν της νεκρής γιαγιάς της, την οποία λάτρευε. Αυτές οι στιγμές καταρρίπτουν οποιαδήποτε παγιωμένη ιδεολογία με την οποία αναγκάζεσαι να συμμορφωθείς από τη θρησκεία ή την πολιτική».























