
Για το μυθιστόρημα του Όσεαν Βουόνγκ (Ocean Vuong) «Ο αυτοκράτορας της χαράς» (μτφρ. Δημήτρης Μαύρος, εκδ. Gutenberg). Η φωτογραφία είναι από το MacArthur Foundation, απ' όπου λίγα χρόνια πριν ο συγγραφέας τιμήθηκε με υποτροφία 625.000 δολαρίων.
Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος
Πώς μπορεί να περιγράψει κανείς την αδημονία του παγκόσμιου λογοτεχνικού κόσμου για το νέο βιβλίο ενός συγγραφέα; Σπάνια συμβαίνει στις μέρες μας να αναμένουν όλοι το πόνημα ενός γραφιά. Πόσο μάλιστα όταν δεν πρόκειται για τον Πίντσον, τον ΝτεΛίλο ή την Τοκάρτσουκ, αλλά για έναν νεοφώτιστο.
Μόνο που ο Όσεαν Βουόνγκ κατάφερε με το πρώτο κιόλας βιβλίο του (την ποιητική συλλογή Νυχτερινός ουρανός με τραύματα εξόδου, αλλά και με το δεύτερο, το πολυδιαφημισμένο και πολυδιαβασμένο μυθιστόρημα Στη γη είμαστε πρόσκαιρα υπέροχοι) να συγκεράσει γύρω από το πρόσωπό του τις ελπίδες πολλών για μια νέα φωνή που έρχεται από το Βιετνάμ, την ανάγκη της αγοράς που πάντα αναζητάει το επόμενο «σπουδαίο βιβλίο», ακόμη και την ευαρέσκεια της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας, που είδε στο πρόσωπό του έναν άξιο και συνολικά αποδεκτό εκπρόσωπο να μιλήσει εξ ονόματός της μέσω της λογοτεχνίας.
Φυσικά, όλα αυτά τα «εξωλογοτεχνικά» δεδομένα διόλου πρέπει να μας αφορούν, από τη στιγμή που το δεύτερο μυθιστόρημα του Βουόνγκ, Ο αυτοκράτορας της χαράς, είναι γεγονός και οφείλουμε να το κρίνουμε για το λογοτεχνικό του αποτύπωμα.
Τραβάει την κουρτίνα
Το πολυσέλιδο μυθιστόρημά του εκκινεί με ένα κεφάλαιο που μας εισάγει στην επινοημένη Ανατολική Χαρά που βρίσκεται στο Κονέκτικατ. Σαν να τραβάει την κουρτίνα για να μας αποκαλύψει τον τόπο στον οποίο θα κινηθούν οι ήρωές του. Πράξη όχι ήσσονος σημασίας, όπως θα αποδειχθεί στην πορεία, καθώς το μέρος παίζει σημαντικό ρόλο στο πώς διαμορφώνεται η ψυχοσύνθεση των ηρώων και κυρίως του πρωταγωνιστή.
Για να γίνει κατανοητή η δύναμη αυτού του αρχικού κεφαλαίου: θα μπορούσε να συγκριθεί (τηρουμένων όλων των αναλογιών) με τον πώς εισάγει ο Τζον Απντάικ τον Λαγό του στην περιώνυμη τετραλογία του. Ή πώς οι κατά πολύ νεότεροί του Φίλιπ Μάγιερ και Γκαρθ Ρισκ Χάλμπεργκ μάς μεταφέρουν εικόνες από το Ντιτρόιτ και τη Νέα Υόρκη αντίστοιχα. Είναι ο συνδυασμός ενός απτού ρεαλισμού που σου περιγράφει φωτογραφικά τα στοιχεία της εικόνας, αλλά με έναν τρόπο που διαθλά -τελικά- την πραγματικότητα, δίνοντάς της άλλες, ποιητικές, δυνάμεις.
Ο Χάι
Την ίδια στιγμή, αυτή η εισαγωγή ορίζει και την εμφάνιση του Χάι, του πρωταγωνιστή, ενός πιτσιρικά Βιετναμέζου που ζει με τη μητέρα του στο Κονέκτικατ, έχοντας φύγει άρον άρον από την πατρίδα τους. Εδώ, προφανώς, και υπάρχουν ταυτίσεις (δεν είναι οι μόνες) με το πρώτο βιβλίο του Βουόνγκ. Πάλι η μητέρα, αλλά σε πιο νεαρή ηλικία, εμφανίζεται μπροστά μας, αν και τώρα δεν έχει πρωταγωνιστικό ρόλο. Υπάρχει ακόμη η γιαγιά του Χάι, που έχει πεθάνει, ο απών πατέρας και οι λοιποί συγγενείς – κάποιοι εξ αυτών ζουν στις ΗΠΑ και θα εμφανιστούν στη συνέχεια στην πλοκή.
Ο Χάι, βουτηγμένος στις ουσίες και την απόγνωση, σκέφτεται να πέσει στο ποτάμι και να αυτοκτονήσει. Τον σώζει τελευταία στιγμή μια γηραιά κυρία, η Γκραζίνα. Μια μετανάστρια από τη Λιθουανία που ζει μόνη της σε ένα χαμόσπιτο (έχασε πρόσφατα τον άντρα της) και βρίσκεται στο μεσαίο στάδιο της άνοιας.
Ένα παράξενο δίδυμο
Το ετερόδοξο αυτό δίδυμο συνιστά την καρδιά του μυθιστορήματος. Όσο και αν δεν το περιμένεις, αυτοί οι δύο άνθρωποι, που περισσότερα τους χωρίζουν από όσα τους ενώνουν, καταφέρνουν να βρεθούν πολύ κοντά. Τόσο κοντά που ο Χάι (Λάμπας για την Γκραζίνα, καθώς έτσι μεταφράζεται στη γλώσσα της το όνομά του, ενώ στα αγγλικά παραπέμπει στη θάλασσα, άρα στον… Όσεαν) θα συγκατοικήσει μαζί της.
Τι του προσφέρει η Γκραζίνα; Θαλπωρή, συμπόνοια και ένα φιλικό νεύμα που το έχει τόσο ανάγκη. Ακόμη περισσότερο: την ελπίδα μιας δεύτερης ευκαιρίας στη ζωή.
Ο Χάι είναι ένα παιδί που κουβαλάει την πίκρα της μετανάστευσης και της διάψευσης των ονείρων που είχε η μητέρα του γι’ αυτόν. Παράτησε μια φορά το πανεπιστήμιο και τώρα της είπε ψέματα πως έγινε δεκτός από την ιατρική σχολή της Βοστόνης. Αντί για το campus, όμως, θα βρεθεί στο φτωχικό κονάκι της Γκραζίνα, έχοντας ως μόνο φυλακτό κάποια χάπια για να φτιάχνεται, κάποια μισοφαγωμένα μυθιστορήματα που βρίσκει σε ένα κλειστό δωμάτιο του σπιτιού και τη συντροφιά μιας γυναίκας που χάνει κάθε μέρα και περισσότερο τα λογικά της.
Γίνεται ο φύλακας άγγελός της: της φέρνει φαγητό, την κάνει μπάνιο, της δίνει τα χάπια της, υποδύεται ακόμη και ρόλους για να συμπλέει με τις ταραγμένες μνήμες της. Δεν παίζει μαζί της, γίνεται μέρος της επίπλαστης πραγματικότητας που ζει. Τι του προσφέρει η Γκραζίνα; Θαλπωρή, συμπόνοια και ένα φιλικό νεύμα που το έχει τόσο ανάγκη. Ακόμη περισσότερο: την ελπίδα μιας δεύτερης ευκαιρίας στη ζωή.
Για να έχουν ένα πιάτο φαγητό καθημερινά, ο Χάι θα πιάσει δουλειά σε ένα τοπικό φαστφουντάδικο που δουλεύει ο ξάδελφός του, Σόνι. Οι μανάδες τους είναι αδελφές, αλλά δεν μιλιούνται. Η μάνα του Χάι δουλεύει σε νυχάδικο και του Σόνι είναι στη φυλακή. Γι’ αυτό δουλεύει, για να πληρώσει την εγγύηση και να τη βγάλει έξω.
Το φαστφουντάδικο
Το φαστφουντάδιο, υπό τη διεύθυνση της περίεργης Μπι Τζέι, έχει μαζέψει μια δράκα υπαλλήλων που ο καθένας θα μπορούσε να γίνει κεντρικός ήρωας ενός άλλου μυθιστορήματος. Θα έλεγε κανείς πως όλοι μαζί και ο καθένας ξεχωριστά είναι η απόδειξη της ήττας του μέσου Αμερικανού που ψάχνει το όνειρο που δήθεν του προσφέρει η πατρίδα του, αλλά αυτό μηδέποτε εκπληρώνεται. Τι παράδοξο, δε: όλοι αυτοί ζουν σε ένα μέρος που λέγεται Χαρά.
Το δήθεν οικογενειακό μαγαζί της Μπι Τζέι είναι στην πραγματικότητα η μικρογραφία της αμερικανικής κοινωνίας: όλα κατεψυγμένα, όλα προκάτ με μια επίφαση χαράς και μοναδικότητας. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, τα καλαμποκόψωμα της Μπι Τζέι που αρέσουν σε όλους. Κι εδώ οι δεύτερες ευκαιρίες αναζητούνται σε όλο το μάκρος του βιβλίου.
Θα έχει πολλά επεισόδια αυτή η σχέση. Πολλά και σημαντικά.
Πέραν των χαρακτηριστικών επεισοδίων εντός του μαγαζιού, ο Βουόνγκ δίνει μεγαλύτερο βάρος στο πλησίασμα του Χάι με τον Σόνι. Τα δύο παιδιά, αν και οι μανάδες τους έχουν σηκώσει τείχη, θα έρθουν κοντά. Ο Χάι θα αποδεχθεί τη λόξα του Σόνι για τον πόλεμο Βορρά-Νότου (κυκλοφορεί συνεχώς με ένα καπέλο των Νοτίων) και ο Σόνι αναγορεύει τον Χάι σε συγγραφέα της καρδιάς του, έστω κι αν αυτός γράφει μόνο στο μυαλό του. Θα έχει πολλά επεισόδια αυτή η σχέση. Πολλά και σημαντικά. Όπως καθετί που απλώνει ο Βουόνγκ, στη συνέχεια δείχνει να ξέρει τι θα το κάνει. Το ίδιο συμβαίνει στο δίπολο Χάι-Γκραζίνα και του Χάι με τη μητέρα του.
Πολυεπίπεδες σχέσεις
Όλες αυτές οι σχέσεις μόνο επίπεδες δεν είναι. Εμφανίζονται σημεία αιχμής, άλλα συναισθηματικής βαρύτητας, κάποια αστεία (για την ισορροπία του πράγματος) και μερικά εξόχως δραματικά. Μέσα σε 570 περίπου σελίδες, ο Βουόνγκ χωράει έναν πλούτο συναισθημάτων που παίζουν ένα τρελό -αλλά ευεξήγητο- rollercoaster με τα αντίστοιχα του αναγνώστη.
Όσο κι αν δεν είναι δηλωμένη πρόθεσή του -τουλάχιστον δεν φαίνεται-, η ιστορία του Χάι είναι η ιστορία κάθε μετανάστη στις ΗΠΑ. Είναι ένας κόσμος άξενος, αμετροεπής, σκληρός, υλιστικός, αλλά και με σπίθες ανθρωπιάς που μπορεί να μην φαίνονται διά γυμνού οφθαλμού, αλλά υπάρχουν. Όσο υπάρχουν οι άνθρωποι.
Οι δεύτερες ευκαιρίες
Οι δεύτερες ευκαιρίες είναι ένα ζητούμενο όλων στο μυθιστόρημα. Λίγοι καταφέρνουν να τις πάρουν στα χέρια τους και να τις διαχειριστούν καταλλήλως. Κάποιες φορές, όμως, φτάνει η συνειδητοποίηση πως ο χρόνος που έχουμε σε αυτή τη ζωή είναι πεπερασμένος, επομένως αξίζει να τον σπαταλήσουμε αναζητώντας λίγη χαρά, μια συντροφιά, έναν φίλο και κάποιες στιγμές αγάπης και αποδοχής.
(...) έχουμε να κάνουμε με έναν πραγματικά καλό συγγραφέα που είναι βέβαιο (πια) πως θα τον περιμένουμε και στα επόμενα βήματά του (...)
Ο Βουόνγκ σε αυτό το μυθιστόρημα δεν ξεφεύγει από το προσωπικό βίωμα, αλλά το εμπλουτίζει πολύ περισσότερο από ό,τι στο πρώτο του μυθιστόρημα. Επιπλέον, πείθει ότι μπορεί να γράψει ένα πολυσέλιδο και πολυπρόσωπο μυθιστόρημα χωρίς να χάσει το μέτρο και την ουσία. Υπάρχει πάντα διακριτό το ποιητικό του υπόβαθρο, αλλά και η λεπτομερής παρατήρηση που είναι ίδιον του μυθιστοριογράφου.
Δίχως αμφιβολία, με αυτό το δεύτερο μυθιστόρημα ο Βουόνγκ επιβεβαιώνει όλο το hype που είχε δημιουργηθεί το προηγούμενο διάστημα γύρω από το όνομά του. Πέρα από διαφημιστικά τρικ ή ευκαιριακούς επαίνους, έχουμε να κάνουμε με έναν πραγματικά καλό συγγραφέα που είναι βέβαιο (πια) πως θα τον περιμένουμε και στα επόμενα βήματά του, όχι με την κερδώα λογική της αγοράς, αλλά με το ενδιαφέρον του επίμονου αναγνώστη που ψάχνει έναν κόκκο από χρυσάφι μέσα σε στοιβάδες ανθράκων. Πραγματικά αξιέπαινη η μετάφραση του Δημήτρη Μαύρου.
* Ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.
Δυο λόγια για τον συγγραφέα
O Ocean Vuong γεννήθηκε το 1988 σε έναν ορυζώνα στο Βιετνάμ. Στα δύο του χρόνια, η οικογένειά του αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το Βιετνάμ και να μείνει για οκτώ μήνες σε έναν καταυλισμό προσφύγων στις Φιλιππίνες πριν μεταναστεύσει στην Αμερική. Είναι ο πρώτος στην οικογένειά του που έμαθε να διαβάζει, σε ηλικία 11 ετών, και 18 χρόνια αργότερα (2017) έλαβε το βραβείο T.S. Eliot για την ποιητική του συλλογή Νυχτερινός ουρανός με τραύματα εξόδου. Έχει επίσης εκδώσει μια δεύτερη ποιητική συλλογή με τον τίτλο Time is a mother (2022).

Το 2018, πριν κυκλοφορήσει το μυθιστόρημά του Στη γη είμαστε πρόσκαιρα υπέροχοι, πάνω από 15 εφημερίδες και site το είχαν συμπεριλάβει στα πλέον αναμενόμενα βιβλία της χρονιάς. Μόλις κυκλοφόρησε, έγινε best seller και μπήκε στη λίστα με τα ευπώλητα των New York Times. Αναδείχτηκε ως το καλύτερο βιβλίο του 2019 για τα εξής μέσα: ΤΙΜΕ, New Yorker, Washington Post, The Guardian, New York Public Library, The Wall Street Journal Magazine, Vanity Fair, Esquire, GQ, Entertainment Weekly, The San Francisco Chronicle κ.ά.























