
Η Ραφαέλα Σταματάκη μας συστήθηκε πρόσφατα με την ποιητική της συλλογή «Σατωρέ» (εκδ. Βακχικόν).
Επιμέλεια: Book Press
Τι απαντάτε σε όσους θα πουν: ακόμη ένας ποιητής; Τι το καινούργιο φέρνει;
Η σκέψη «ακόμη ένας ποιητής» δεν είναι μια σκέψη που με απασχολεί. Για εμένα η ποίηση δεν λειτουργεί με αριθμούς ούτε με πρωτοτυπία ως αυτοσκοπό. Κάθε φωνή κουβαλά τη δική της εμπειρία, τον δικό της τρόπο να βλέπει τον κόσμο, τα δικά της χρώματα να ζωγραφίσει μια εικόνα.
Δεν φέρνω κάτι «καινούργιο» με την έννοια της ανατροπής μιας παράδοσης. Αυτό που μπορώ να πω ότι φέρνω είναι η δική μου αλήθεια, η δική μου οπτική πάνω στον έρωτα, τη μοναξιά και την απώλεια. Και αν αυτή η οπτική συναντήσει έστω και έναν άνθρωπο εκεί έξω, τότε έχει λόγο ύπαρξης.
Με ποιους στίχους από τη συλλογή σας θα την συστήνατε σε κάποιον που δεν γνωρίζει τίποτε γι’ αυτήν;
Ίσως θα την σύστηνα με τους στίχους:
σε κοιτάζω αλλά δεν σε βλέπω πια
&
ύστερα φύγε.
Θα μείνω εγώ να πλέκω δαντέλες με μαλλί μοναξιάς
και να τις φοράω στον λαιμό μου
Νομίζω ότι μέσα σε αυτές τις φράσεις συνοψίζεται η ατμόσφαιρα της συλλογής. Η συνύπαρξη παρουσίας και απουσίας. Η ένταση που γεννιέται ανάμεσα σε αυτό που ζεις και σε αυτό που ήδη χάνεται.
Πώς κατανοείτε τον περίφημο στίχο του Γιώργου Σεφέρη «Είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας»;
Ο στίχος του Γιώργου Σεφέρη «Είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας» μου θυμίζει ότι κανένας λόγος δεν γεννιέται σε απόλυτη απομόνωση. Ακόμη και όταν πιστεύουμε ότι μιλάμε από το πιο προσωπικό μας σημείο, κουβαλάμε μέσα μας φωνές, αναγνώσεις, εμπειρίες, εποχές.
Το αναγνωστικό μου ισοζύγιο γέρνει προς την ελληνική ποίηση. Είναι η γλώσσα που με διαμορφώνει και με εκθέτει περισσότερο και με βοηθάει να εκτεθώ· εκεί νιώθω ότι οι λέξεις έχουν βάρος, ιστορία, συναίσθημα.
Τα λόγια μας, οι στίχοι μας, τα έργα μας είναι τα παιδιά των διαδρομών μας, των ανθρώπων που γνωρίσαμε ή που δεν γνωρίσαμε τελικά, ποιητών που διαβάσαμε, τραυμάτων που κουβαλάμε και όλα όσα καθορίζουν την ανθρώπινη ύπαρξη που αποφασίζει να εκφραστεί.
Ελληνική ποίηση, μεταφρασμένη ποίηση. Ποιο είναι το δικό σας «αναγνωστικό ισοζύγιο»;
Το αναγνωστικό μου ισοζύγιο γέρνει προς την ελληνική ποίηση. Είναι η γλώσσα που με διαμορφώνει και με εκθέτει περισσότερο και με βοηθάει να εκτεθώ· εκεί νιώθω ότι οι λέξεις έχουν βάρος, ιστορία, συναίσθημα.
Διαβάζω και μεταφρασμένη ποίηση, αλλά συχνά την αντιμετωπίζω σαν μια πτήση – σαν ένα ταξίδι έξω από τον οικείο μου χώρο. Με βοηθά να απομακρύνομαι από τον ρυθμό που γνωρίζω και να δοκιμάζω άλλες εντάσεις. Η μετάφραση, άλλωστε, κουβαλά πάντα ένα ίχνος απώλειας· και αυτή η απώλεια με γοητεύει.
Έχουν επηρεάσει άλλες τέχνες -εικαστικά, μουσική, κινηματογράφος κ.ά.- το ποιητικό σας έργο;
Ναι, με έχουν επηρεάσει έντονα και άλλες τέχνες. Γενικά θεωρώ πως όλα τα είδη της τέχνης βρίσκονται σε έναν μόνιμο διάλογο. Η μουσική και η αισθητική της Λένα Πλάτωνος, η μελαγχολία και το παράπονο του ρεμπέτικου, η αλήθεια του Νικόλα Άσιμου και του Παύλου Σιδηρόπουλου, η ενέργεια της underground ελληνικής punk σκηνής έχουν επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνομαι την δύναμη των λέξεων στο στίχο. Από αυτούς μαθαίνω ότι η ένταση δεν χρειάζεται ωραιοποίηση· χρειάζεται ειλικρίνεια και ευθύτητα.
Ο Ηλίας Πετρόπουλος και ο Πάνος Κουτρουμπούσης με επηρέασαν στον τρόπο που κοίταξαν το περιθώριο· όχι ως κάτι εξωτικό ή ρομαντικοποιημένο, αλλά ως μια υπαρκτή, πολιτική και ανθρώπινη συνθήκη
Από τον κινηματογράφο με έχει επηρεάσει ο Νίκος Νικολαΐδης, η σκοτεινή του ατμόσφαιρα, η ωμότητα, η υπαρξιακή αποξένωση που δεν εξηγείται αλλά βιώνεται. Ο Ηλίας Πετρόπουλος και ο Πάνος Κουτρουμπούσης με επηρέασαν στον τρόπο που κοίταξαν το περιθώριο· όχι ως κάτι εξωτικό ή ρομαντικοποιημένο, αλλά ως μια υπαρκτή, πολιτική και ανθρώπινη συνθήκη, την ώρα που η αστική τάξη παραγκωνίζει όσους, όσες και όσα αρνούνται να υποταχθούν στις κοινωνικές επιταγές. Και στα εικαστικά, ο Γιάννης Τσαρούχης και ο Camilio Pissaro με συγκινούν με τα έργα τους, με τον τρόπο που το φως και το σώμα μπορούν να σταθούν μέσα στο χώρο και με τον υπαινικτικό ρομαντισμό που κρύβουν αυτά.
Όλες αυτές οι επιρροές δεν εμφανίζονται συνειδητά στα ποιήματά μου. Υπάρχουν υπόγεια, σαν ένα χαμηλό ρεύμα που διαπερνά τη γραφή μου και την σκέψη μου.























