
Ο Χρόνης Μουτίδης μας συστήθηκε πρόσφατα με την ποιητική του συλλογή «Πριν γίνουμε λέξεις» (εκδ. Γραφή).
Επιμέλεια: Book Press
Τι απαντάτε σε όσους θα πουν: ακόμη ένας συγγραφέας; Τι το καινούργιο φέρνει;
Δεν θα έλεγα ότι φέρνω κάτι καινούργιο, περισσότερο προσπαθώ να σταθώ με ειλικρίνεια απέναντι σε όσα νιώθω και παρατηρώ. Η ποίηση για μένα δεν είναι αναγκαστικά ένας χώρος πρωτοτυπίας, αλλά είναι σίγουρα χώρος αλήθειας. Αν υπάρχει κάτι δικό μου εδώ, ίσως είναι η επιμονή και η ανάγκη να καταγράψω το λεπτό, το άρρητο, εκείνο που συχνά χάνεται πριν αποκτήσει σώμα μέσω του λόγου. Όχι για να εντυπωσιάσει, αλλά για να συντροφεύσει όσους λένε σιωπηλά τα ίδια.
Με ποια λόγια θα συστήνατε το βιβλίο σας σε κάποιον που δεν γνωρίζει τίποτε γι’ αυτό;
Είναι μια μικρή συλλογή για όσα νιώθουμε πριν τα πούμε. Ποιήματα που παρατηρούν την καθημερινότητα, τις φράσεις που γεννήθηκαν τυχαία, τις σχέσεις, τα συναισθήματα και τη σιωπή. Ένας κύκλος που δεν κλείνει, γιατί κάποια πράγματα μένουν πάντα ανοιχτά. Γιατί θέλουμε να παραμείνουν ξεχωριστά. Για να μπορούμε να τα συναντάμε ξανά.
Πείτε μας δυο λόγια για το νεότευκτο «συγγραφικό σας εργαστήρι». (Ακολουθήσατε κάποια «μέθοδο»; Συμβουλευτήκατε κάποιον; Αυτοσχεδιάσατε; Πώς τα καταφέρατε να μην χαθείτε στον κόσμο των λέξεων;)
Δεν ξεκίνησα να γράφω με σκοπό να εκδώσω κάτι. Ήταν σημειώσεις σε χαρτάκια, στο κινητό, σε ανύποπτες στιγμές. Μικρές καταγραφές για να μην μου ξεφεύγουν σκέψεις και συναισθήματα που δεν είχαν ακόμη όνομα. Δεν υπήρχε «μέθοδος». Υπήρχε περισσότερο μια ανάγκη να παρατηρήσω ό,τι ζούσα και να το καταλάβω λίγο καλύτερα.
Ήταν μια μοναχική πορεία. Δεν είχα στόχο να μη χαθώ μέσα στις λέξεις, μάλλον άφησα τις λέξεις να χαθούν μαζί μου, κι εμένα μέσα σ’ αυτές, μέχρι να βρούμε τον δρόμο πίσω σιγά-σιγά.
Αργότερα, βλέποντάς τα συγκεντρωμένα, άρχισα να διακρίνω μια συνέχεια και μια συνοχή. Ήταν μια μοναχική πορεία. Δεν είχα στόχο να μη χαθώ μέσα στις λέξεις, μάλλον άφησα τις λέξεις να χαθούν μαζί μου, κι εμένα μέσα σ’ αυτές, μέχρι να βρούμε τον δρόμο πίσω σιγά-σιγά. Και κάπως έτσι, σχεδόν αθόρυβα, αυτό που ξεκίνησε ως προσωπική ανάγκη, πήρε τελικά τη μορφή ενός βιβλίου.
Έχουν επηρεάσει άλλες τέχνες –κινηματογράφος, εικαστικά, κόμικς, μουσική κ.ά.– τη συγγραφική σας δουλειά; Αν ναι, με ποιους τρόπους;
Πολύ. Ο κινηματογράφος είναι μια μεγάλη αγάπη. Ο τρόπος με τον οποίο μπορεί να σε παρασύρει σε άλλους κόσμους πάντα θα με γοητεύει και θα με ωθεί στη δημιουργία. Η μουσική είναι ένας φίλος που βρίσκεται πάντα εκεί για εμένα. Οι στίχοι πολλών δημιουργών έχουν τρυπώσει μέσα στους δικούς μου. Χαρακτηριστικά (και αδικώντας σίγουρα αρκετούς) θα ανέφερα τον Παντελή Δημητριάδη και τον Παύλο Παυλίδη. Από το εξωτερικό, έχω μια ιδιαίτερη αδυναμία στη γραφή του Morrissey. Και θα αναφέρω και την φωτογραφία. Την ανάγκη να κρατήσεις κάτι πριν χαθεί, να το πεις με φως αντί με εξήγηση.
Ο δρόμος προς την έκδοση για τους νέους συγγραφείς συνήθως δεν είναι σπαρμένος με ροδοπέταλα. Ποια είναι η δική σας ιστορία;
Ξεκίνησα χωρίς πρόθεση να εκδοθώ, όπως ανέφερα και παραπάνω. Τα ποιήματα γράφτηκαν για μένα και, ίσως, για λίγους πολύ δικούς μου ανθρώπους. Όταν άρχισαν να συγκροτούν μια ενότητα, δοκίμασα να τα μοιραστώ.
Υπήρξαν στιγμές αναμονής, αμφιβολίες και πολλή σκέψη για το αν έχει νόημα να προχωρήσω. Τελικά, η έκδοση προέκυψε ως ανάγκη: όχι για να ακουστώ, αλλά για να αφήσω κάτι να φύγει από μέσα μου. Και να το συναντήσει, ίσως, κάποιος άλλος. Σε όλη αυτή τη διαδρομή είχα συνοδοιπόρο τις εκδόσεις Γραφή, οι οποίες μου έδωσαν την καλλιτεχνική ελευθερία που επιζητούσα και με στήριξαν με συνέπεια σε αυτήν την πρωτόγνωρη διαδρομή.
























