
Για την παράσταση του Στάθη Λιβαθινού «Εκάβη – Στη σκιά της Πολιτείας», βασισμένη στην τραγωδία του Ευριπίδη, στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού.
Γράφει ο Νίκος Ξένιος
Είδα, στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού, την ενδιαφέρουσα σκηνική σύνθεση «Εκάβη – Στη σκιά της Πολιτείας» σε κείμενο και σκηνοθεσία του Στάθη Λιβαθινού, που μεταφράζει από κοινού με την Έλσα Ανδριανού την ευριπίδεια Εκάβη. Η παράσταση, επετειακή της Ακαδημίας Αθηνών, σηματοδοτεί και το κλείσιμο του Ηρωδείου για μια τριετή εργασία ανακαίνισης.
Η «Εκάβη» του Ευριπίδη διδάχθηκε στο θέατρο του Διονύσου μεταξύ του 424 και του 421 π.Χ., στην πιο σκληρή φάση του Αρχιδαμείου Πολέμου (η σφαγή στις Πλαταιές, με παρωδία δίκης, στα πρώτα στάδια του πολέμου, η παρ’ ολίγον σφαγή των κατοίκων της Λέσβου με παρότρυνση του δημαγωγού Κλέωνα, η σφαγή των ολιγαρχικών της Κερκύρας εν γνώσει του αθηναϊκού στόλου, κ.ο.κ.). Αν δούμε το έργο στο πλαίσιο του ευρύτερου πολιτικοκοινωνικού κλίματος (όπως το γνωρίζουμε από την Ιστορία του Θουκυδίδη και από άλλες πηγές), και σε συνδυασμό με τις «Νεφέλες» του Αριστοφάνη, πρέπει να επισημάνουμε τον ριζοσπαστικό χαρακτήρα που είχε πάρει πια η δημοκρατία, την ηθική αποχαλίνωση των δικαστηρίων και των άλλων δομικών θεσμών της αθηναϊκής πολιτείας, την ακοσμία και τη γενικότερη ρευστότητα των αξιών σ’ εκείνη τη δεκαετία.
Οι Εκάβες του Λιβαθινού μέσα στον βάρβαρο κόσμο των ανδρών
Ο κύριος Λιβαθινός δηλώνει πως αυτή είναι η τρίτη του «επίσκεψη» στη μυθική φιγούρα της Εκάβης. Πρώτη είναι η «Ιλιάδα» του Ομήρου το 2013 (την αρχαία Εκάβη ερμήνευε η Μαρία Σαβίδου), δεύτερη είναι το «Τρίτο Στεφάνι» του Κώστα Ταχτσή πέρυσι (και πάλι η Σαββίδου στον ρόλο της σύγχρονης κυρα-Εκάβης) και τρίτη, φέτος, η «Εκάβη» του Ευριπίδη, με τη Σαββίδου να ενσαρκώνει και πάλι τον χαρακτήρα της Εκάβης σ’ αυτήν την άτυπη τριλογία. Η ομώνυμη ευριπίδεια τραγωδία παρουσιάζει μιαν Εκάβη πολύ διαφορετική από εκείνη των «Τρωάδων». Εδώ η βασιλομήτωρ της ισοπεδωμένης Τροίας βιώνει έναν κόσμο σε κρίση, με διαλυμένο αξιακό σύστημα, μια no man’s land βίας και απώλειας, μια έρημη χώρα όπου η άλλοτε κραταιά βασιλομήτωρ συντρίβεται τελεσίδικα από την απώλεια της γενιάς, του τόπου και της εξουσίας της. Η πολλαπλή της ιδιότητα ως πρώην βασίλισσας, ως μητέρας πενήντα νεκρών παιδιών, ως χήρας και ως αιχμάλωτης/δούλας αποτυπώνει στην ψυχή της την αποσάθρωση κάθε έννοιας δικαίου και την οδηγεί στο να μεταμορφωθεί σε «σκύλα» (ες όμμα αποταυρουμένην) και να φτάσει σε οριακή κατάσταση ωμότητας.
Σε καιρό πολέμου -το έγραψε και ο Θουκυδίδης- ουδείς μένει ηθικά αλώβητος: και τότε αποκτά νόημα η έννοια της δικαιοσύνης, σύμφωνα με τον Πλάτωνα.
Στον πλατωνικό Μύθο του Σπηλαίου [Πλάτωνος Πολιτεία (514a-518α)], οι άνθρωποι ζουν ως δεσμώτες μέσα στο σπήλαιο, θεωρώντας πως οι σκιές που βλέπουν είναι η πραγματικότητα. Η επαφή του φιλοσόφου με το φως τού αποκαλύπτει μια πολύ διαφορετική αλήθεια, που όμως είναι δύσκολο να την αντέξει: έτσι και η Εκάβη εξακολουθεί να πιστεύει ότι υπάρχουν όρια, πως τηρούνται οι αξίες και πως επικρατεί μια στοιχειώδης ηθική τάξη στον κόσμο, όμως η διάψευση έρχεται μέσα από την ιστορική βία και από τα απανωτά πέντε πλήγματα που δέχεται, την απώλεια του βασιλείου και του σπιτιού της, τον εξανδραποδισμό, την απώλεια πενήντα τέκνων της και του Πρίαμου, την απώλεια της Πολυξένης και την προδοσία που οδηγεί στην απώλεια του Πολύδωρου.
Δίκαιο είναι το συμφέρον του ισχυροτέρου
Ο Γιώργος Δάμπασης υποδύεται τον Οδυσσέα, ανταποκρινόμενος σ’ έναν ρόλο ισχυρά τυποποιημένο στη συνείδηση των θεατών ως πονηρού, απατεώνα, δημοκόπου, αρριβίστα, κόλακα. Επίσης, υπό μια έννοια, ο Οδυσσέας είναι κωμικοτραγικός, γιατί βιάζεται να φύγει από την Τροία, νομίζοντας ότι θα φτάσει αμέσως στην Ιθάκη του, χωρίς να διανοείται την οδύσσεια που τον περιμένει. Παραμένει προσκολλημένος στο γράμμα του νόμου όπως κάθε σύγχρονος πολιτικός που ακολουθεί την πεπατημένη: μια αιχμή του τραγικού ποιητή για την απουσία ηθικής υπόστασης των συγχρόνων του. Το φάντασμα του Πολύδωρου (ο Αντώνης Γιαννακός εξαιρετικός στον ρόλο) δίνει την έναρξη σε ένα δράμα που σχοινοβατεί ανάμεσα στον γήινο και στον υπερβατολογικό χώρο: παρόν επί σκηνής, το φάσμα του νεκρού Πολύδωρου «περιβάλλει» την Εκάβη σαν σε όνειρο, την πλησιάζει και αγγίζει τον χιτώνα της, όμως δεν είναι προσιτός στο δικό της άγγιγμα, ει μη μόνον υπό τη μορφή του πνιγμένου σώματος.

Εξαρχής, η παράσταση κινείται στη σφαίρα του μαγικού ρεαλισμού, και σ’ αυτό συμβάλλουν πολύ οι καλοφτιαγμένες μάσκες της Δήμητρας Καίσαρη που φορούν οι ηθοποιοί. Οι μάσκες αυτές, ενταγμένες στο αισθητικό πλαίσιο του Ηρωδείου και με την επίταση στην εκφορά του λόγου που έχουν διδαχθεί οι ηθοποιοί, παραπέμπουν στο ρωμαϊκό θέατρο, όμως η δομή των σκηνικών και των κοστουμιών παράγει μια ενδιάμεση, «εκλαϊκευμένη» εκδοχή της τραγωδίας. Και ο Πλάτωνας επιστρατεύεται στην απλουστευμένη του μορφή, σαν παραμύθι που το αφηγείται η Εκάβη στην αρχή, στη μέση και στο τέλος του έργου: το απόσπασμα που χρησιμοποιεί ο Λιβαθινός από την Πολιτεία για να οργανώσει τους διαλόγους των ανδρών στο άνω μέρος της σκηνής (λογείον) είναι το 332d- 340b:
« -Λοιπόν δικαιοσύνη θα ονομάζαμε την τέχνη που σε ποιούς και τί αποδίδει;
-Αν πρέπει να είμαστε συνεπείς μ᾽ όσα είπαμε πριν, εκείνη που αποδίδει στους φίλους και στους εχθρούς ωφέλειες και βλάβες.
-Το να ευεργετεί λοιπόν κανείς τους φίλους του και να βλάπτει τους εχθρούς του, αυτό ονομάζουμε δικαιοσύνη;
-Έτσι μου φαίνεται».
Έρημη χώρα, ρημαγμένο το βιος των γυναικών
Σε καιρό πολέμου -το έγραψε και ο Θουκυδίδης- ουδείς μένει ηθικά αλώβητος: και τότε αποκτά νόημα η έννοια της δικαιοσύνης, σύμφωνα με τον Πλάτωνα. Η μεταμόρφωση της Εκάβης από παθητικό θύμα σε αμείλικτο εκδικητή αποτελεί τον κεντρικό δραματουργικό άξονα αυτής της τραγωδίας. Ο δε εξαιρετικός Χορός (Άννα Μάγκου, Λίλλυ Μελεμέ, Βιργινία Ταμπαροπούλου, Ερατώ Πίσση, Θεοδοσία Σαββάκη) συμβάλλει ως υποκινητής και ως αυτουργός στην εκδίκηση της Εκάβης, γιατί οι άμεσα θιγόμενες είναι, βεβαίως, οι γυναίκες. Ο Χορός εκφωνεί τα λυρικά μέρη υπό την επί σκηνής μουσική υπόκρουση της απαιτητικότατης σύνθεσης του Θοδωρή Αμπατζή, που φλερτάρει με τη rock και προσδίδει τελετουργικό ρυθμό και σύγχρονο ύφος στην παράσταση. Στο πρωτότυπο αποτέλεσμα συντείνουν κατά πολύ η κινησιολογική διδασκαλία που ο Camilo Betancor προσάρμοσε στη χρήση της μάσκας. Επίσης, στην υποβλητικότατη ατμόσφαιρα κεντρικό ρόλο διαδραματίζουν οι εξαιρετικοί φωτισμοί του Αλέκου Αναστασίου.
Ο Στάθης Λιβαθινός επιχειρεί μια τολμηρή πραγμάτευση της φιλοσοφικής έννοιας της Δικαιοσύνης (που είναι και το διακύβευμα της «Εκάβης») με το απόσπασμα της πλατωνικής Πολιτείας που αναφέρεται στο Σπήλαιο: είναι, άραγε, το Δίκαιο η βάση κάθε αρμονικής κοινωνίας;
Στο λογείο η σκηνογράφος Ελένη Μανωλοπούλου τοποθετεί ένα τεράστιο μοναστηριακό τραπέζι που παραπέμπει σε συμποσιακή ατμόσφαιρα πλατωνικού διαλόγου, αλλά και σε πέλαγος με μικρά ομοιώματα καραβιών να υπαινίσσονται τον στόλο των Δαναών: εδώ συνευρίσκονται όλες οι ανδρικές παρουσίες της τραγωδίας, διαφοροποιούμενες αισθητά από την ορχήστρα, όπου κινούνται οι γυναικείες μορφές. Υπάρχει μια «equus» αισθητική στην παράσταση του Λιβαθινού: ο συμβολισμός του αλόγου βέβαια έχει να κάνει με τον μιλιταριστικό χαρακτήρα ενός στρατοπέδου, έστω και αν η τραγωδία τοποθετείται σε μια έρημη ακτή της Θράκης, με συνεχείς μεταθέσεις χρονικές και τοπικές που κάνει ο Ευριπίδης, ώστε να φιλοτεχνήσει μια ερημωμένη κοινότητα και έναν ερημωμένο ψυχισμό. Σ’ αυτές τις απάτητες ακτές σέρνονται οι Τρωαδίτισσες αιχμάλωτες, ενώ «λουφάζουν» σε μια σειρά από παχνιά αλόγων, εξαθλιωμένες και αποκτηνωμένες. Οι Τρωάδες συμμετέχουν στον θυμό και στην επιθυμία για δικαιοσύνη της Εκάβης, δείχνοντας πόσο λεπτή μπορεί να γίνει η γραμμή ανάμεσα στη δίκαιη αντίσταση και στην εκδίκηση.
Αδικημένες, σαν τα ζώα μέσα στο παχνί τους
Το μοτίβο της άπνοιας και του θυσιαστικού εξιλασμού είναι κοινό με την ευριπίδεια «Ιφιγένεια εν Αυλίδι», όπως και η διαγραφή της προσωπικότητας της Πολυξένης. Η Πολυξένη Παπακωνσταντίνου είναι αιθέρια και αινιγματική στον ρόλο της Πολυξένης. Ο Νίκος Καρδώνης υποδύεται σπαρακτικά τον Ταλθύβιο, τον κήρυκα που περιγράφει με γλαφυρές εικόνες τον θάνατο της Πολυξένης και τις τιμές που της αποδόθηκαν στις τελευταίες της στιγμές (ένα δύσκολο και αξιοπερίεργα αισθησιακό κείμενο του Ευριπίδη), ώστε να μας υπενθυμίσει ότι κάποιο μέρος του ελληνικού στρατού διατηρεί ακόμη κάποια ψήγματα ακεραιότητας. Η διαταγή της σφαγής της Πολυξένης δεν δικαιολογείται ηθικά: ο δε Οδυσσέας επιστρατεύει ως επιχείρημα την «τιμή προς τους ανθρώπους που πέθαναν στη μάχη», ένα σαθρό, αμιγώς «κοσμικής» αξίας επιχείρημα, που απεικονίζει και τη θέση της σκλαβωμένης γυναίκας στα αντίσκηνα των πολεμιστών. Βιασμός σωματικός, ηθικός και πολιτιστικός είναι η μοίρα αυτών των γυναικών, που υποτάσσονται μεν στη βούληση του άνδρα κατακτητή, όμως βρίσκουν το κουράγιο να συνασπισθούν γύρω από την Εκάβη σαν σμήνος εκδικητικών πουλιών για να εκδικηθούν την καταπάτηση της φιλίας, του όρκου πίστης και της δικαιοσύνης.

Ο Πολυμήστωρ (Nέστωρ Κοψιδάς) είναι ένας ανόσιος, αναξιόπιστος οπορτουνιστής. Η επιχειρηματολογία του είναι παρεμφερής μ’ εκείνην του Κύκλωπα στο ομώνυμο σατυρικό δράμα του Ευριπίδη: εμφανίζεται επί σκηνής σαν άγριο θηρίο και με τα μάτια του βγαλμένα. Υπάρχει περίπτωση ο Ευριπίδης να ενέταξε τον «Κύκλωπα», ως σατυρικό δράμα, στην ίδια τετραλογία με την «Εκάβη» του, όπου καταργείται η έννοια της φιλοξενίας, αφανίζεται και ο τελευταίος γόνος μιας βασιλικής γενιάς κι επικρατούν η φιλαργυρία, η απληστία και το ψεύδος. Το μόνο που απομένει στην Εκάβη ως όπλο είναι ο δόλος (μήτις): αφού χειραγωγεί τον Αγαμέμνονα συμπεριφερόμενη ως μαστροπός της Κασσάνδρας, παγιδεύει τον Πολυμήστορα με τέχνασμα και μετατρέπεται μαζί με τις υπόλοιπες γυναίκες σε πανίσχυρο φονικό όπλο. Τον Αγαμέμνονα υποδύεται υποδειγματικά ο Άρης Τρουπάκης, που φαίνεται όσο πρέπει έωλος ανάμεσα στο στρατιωτικό καθήκον και στην «ελληνικής κοπής» αντίληψη περί δικαιοσύνης και φιλίας. Εξαπάτηση, τύφλωση, παιδοκτονία, ωμή και ανεπεξέργαστη βία, ένα έργο αιμοσταγές, που όμως πλάι στην απώλεια της ανθρωπιάς εγείρει και ένα τεράστιο ζήτημα δικαιοσύνης. Ο (δίκαια;) τιμωρημένος Πολυμήστωρ λειτουργεί ως Θραξ μάντης διονυσιακών διαστάσεων, προφητεύοντας τη μεταμόρφωση της Εκάβης σε σκύλα με κατακόκκινα μάτια και το αιώνιο μαρμάρωμά της σε «Κυνός Σήμα», δηλαδή σε βράχο που θα τον συναντούν οι ναυτικοί και θα αναθυμούνται την αδικία που κάποτε διεπράχθη κοντά σ’αυτήν την ακτή.
Πώς εντάσσεται στην παράσταση η αλληγορία του πλατωνικού σπηλαίου
«- Φαντάσου ένα σπήλαιο κάτω από τη γη, που να έχει την είσοδό του ανοιγμένη προς το φως σ᾽ όλο το μάκρος της ανθρώπους που από παιδιά να βρίσκουνται εκεί μέσα αλυσοδεμένοι από τα πόδια και τον τράχηλο, σε τρόπο που να μένουν πάντα στην ίδια θέση και μόνο εμπρός των να βλέπουν, χωρίς να μπορούν να στρέψουν γύρω την κεφαλή τους εξαιτίας των δεσμών τους· και από πίσω σε αρκετή απόσταση και υψηλότερά τους να υπάρχει αναμμένη φωτιά, που το φως της να έρχεται ως αυτούς και ανάμεσα στη φωτιά και τους δεσμώτες ν’ ανηφορίζει ένας δρόμος προς τα επάνω· και παράλληλα στον δρόμο φαντάσου ακόμα χτισμένο ένα μακρύ τοιχαλάκι σαν εκείνα τα διαφράγματα που έχουν βαλμένα οι θαυματοποιοί εμπρός από τους ανθρώπους και τους δείχνουν πάνω από κει τις ταχυδακτυλουργίες των (...) Φαντάσου τώρα ανθρώπους να περνούν κατά μήκος αυτού του τοίχου φορτωμένοι κάθε λογής αντικείμενα, καθώς και αγάλματα ανθρώπων και ζώων κατασκευασμένα από ξύλο ή πέτρα ή ό,τι άλλο, που να ξεπερνούν όλ᾽ αυτά πιο ψηλά από το τοιχαλάκι, κι από αυτούς που τα σηκώνουν, όπως είναι φυσικό, άλλοι να μιλούν καθώς περνούν μεταξύ τους κι άλλοι να σωπαίνουν (...) Αν λοιπόν κανείς αποσπούσε από κει κάτω έναν άνθρωπο με τη βία, από ένα κακοτρόχαλο και ανηφορικό δρόμο, και δεν τον άφηνε πριν τον τραβήξει έξω στο φως του ήλιου, άραγε δε θα τραβούσε μαρτύρια και δε θ᾽ αγανακτούσε όσο θα τον έσερναν, κι όταν θα ᾽φτανε στο φως, με πλημμυρισμένα τα μάτια του απ᾽ τη φεγγοβολή, άραγε θα μπορούσε να δει έστω και ένα απ᾽ όσα εμείς θεωρούμε τώρα αληθινά;(...) Κι αν ήταν ανάγκη να παραβγεί μ’εκείνους τους παντοτινούς εκεί κάτω δεσμώτες λέγοντας τη γνώμη του για κείνες τις σκιές, ενώ ακόμη δε θα καλοδιάκρινε πριν αποκατασταθεί τέλεια η όρασή του, δεν θα τους έκανε να σκάσουν στα γέλια και δε θα ᾽λεγαν γι᾽ αυτόν πως γύρισε από κει πάνω π᾽ ανέβηκε με χαλασμένα τα μάτια, και πως δεν αξίζει τον κόπο ούτε να δοκιμάσει κανείς ν᾽ ανεβεί εκεί πάνω, κι αν κανείς επιχειρούσε να τους λύσει και να τους ανεβάσει, δεν θα ήταν ικανοί και να τον σκοτώσουν ακόμα, αν μπορούσαν να τον πιάσουν στα χέρια;» [Πλάτωνος Πολιτεία 514α -518α, σε μετάφραση Γρυπάρη]

Ο Στάθης Λιβαθινός επιχειρεί μια τολμηρή πραγμάτευση της φιλοσοφικής έννοιας της Δικαιοσύνης (που είναι και το διακύβευμα της «Εκάβης») με το απόσπασμα της πλατωνικής Πολιτείας που αναφέρεται στο Σπήλαιο: είναι, άραγε, το Δίκαιο η βάση κάθε αρμονικής κοινωνίας; Η εμβληματική πλατωνική αλληγορία για την πλάνη, τη γνώση και τη δυνατότητα αφύπνισης υπηρετεί την πρόθεση του σκηνοθέτη να προκαλέσει την εγρήγορση του κοινού. Στον πόλεμο, όπου η ισχύς υπερισχύει της δικαιοσύνης, όλο το αξιακό σύστημα της ευνομούμενης ανθρώπινης πολιτείας καταρρέει και όλες οι πράξεις, τα διλήμματα και οι αντιφάσεις των τραγικών ηρώων φωτίζονται με νέο πρίσμα. Μπορεί κανείς να χαρακτηρίσει το εγχείρημα του κύριου Λιβαθινού ιδιαίτερα τολμηρό, τόσο στυλιστικά όσο και θεματολογικά, όμως η παράσταση που προκύπτει από την έρευνά του σε καμιά περίπτωση δεν αφήνει αδιάφορο τον θεατή. Αντίθετα, εντυπωσιάζει με την αρτιότητα της σκηνικής σύνθεσης, με την οξύτητα του φιλοσοφικού σχολίου και με την ευαισθησία στη σκιαγράφηση των γυναικείων χαρακτήρων.
Η κυρία Σαβίδου έχει τεράστιο εκτόπισμα ως ερμηνεύτρια, γνωρίζει σε βάθος τον χαρακτήρα που υποδύεται, διαθέτει ένα σπάνιο φωνητικό εργαλείο και την ευστροφία να ελίσσεται ανάμεσα στις διάφορες ψυχικές καταστάσεις. Κατά την ταπεινή μου άποψη από τη φιλοτέχνηση του χαρακτήρα της απουσίαζε η κλιμάκωση: ευθύς εξαρχής η πρωταγωνίστρια είχε περάσει σε μιαν «άγρια» ερμηνευτική μανιέρα, πράγμα που τη συνόδευσε έως το τέλος. Και, ευτυχώς, η κορύφωση που της έδωσε ο σκηνοθέτης ήταν σημαντική: η Εκάβη φορά επιδεικτικά τη μάσκα του θεάτρου εξομοιούμενη με τους άλλους γύρω της και εγκαταλείπει τη σκηνή αναφωνώντας, μέσα σε σαρκαστικό γέλιο: «Δεν θα ήταν ικανοί και να τον σκοτώσουν ακόμα, αν μπορούσαν να τον πιάσουν στα χέρια; Ε, λοιπόν, αυτή είναι η φύση του ανθρώπου!»
* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός, συγγραφέας και κριτικός θεάτρου και χορού.
Μετάφραση: Έλσα Ανδριανού
Σύνθεση κειμένου: Έλσα Ανδριανού, Στάθης Λιβαθινός
Σκηνοθεσία – Δραματουργική επεξεργασία: Στάθης Λιβαθινός
Εκάβη: Μαρία Σαββίδου
Πολυξένη: Πολυξένη Παπακωνσταντίνου
Αγαμέμνων: Άρης Τρουπάκης
Πολύδωρος: Αντώνης Γιαννακός
Οδυσσέας: Γιώργος Δάμπασης
Ταλθύβιος: Νίκος Καρδώνης
Πολυμήστωρ: Νέστωρ Κοψιδάς
Χορός Τρωάδων: Άννα Μάγκου, Λίλλυ Μελεμέ, Βιργινία Ταμπαροπούλου, Ερατώ Πίσση, Θεοδοσία Σαββάκη
Κοντραμπάσο: Γιώργος Κοκκινάρης
Ηλεκτρική κιθάρα: Άγγελος Παππάς
Κρουστά: Ιάκωβος Παυλόπουλος
Σκηνικά – Κοστούμια: Ελένη Μανωλοπούλου
Πρωτότυπη μουσική σύνθεση: Θοδωρής Αμπαζής
Φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου
Κινησιολογία - Διδασκαλία μάσκας: Camilo Betancor
Σχεδιασμός ήχου – Ηχοληψία: Κώστας Μιχόπουλος
Κατασκευή μασκών: Εργαστήριο Δήμητρας Καίσαρη
Βοηθός σκηνοθέτη: Ηλέκτρα Μαγγίνα
Βοηθός σκηνογράφου-ενδυματολόγου: Έμιλυ Κουκουτσάκη
Βοηθός συνθέτη: Γιώργος Καρούμπαλος
Συντονιστής παραγωγής: Νίκος Χαραλαμπίδης
Β΄ βοηθός σκηνοθέτη: Χριστόφορος Αντωνιάδης
Βοηθός Σκηνικών Αντικειμένων: Σταυρούλα Παπαποστόλου
Ζωγράφος Σκηνικού: Νίκος Καρράς
Επιμέλεια Κομμώσεων και Μακιγιάζ: Ιδομενέας Μιχαλοδημητράκης
Μετάφραση στα Αγγλικά: Μελισσάνθη Γιαννούση
Εκτέλεση παραγωγής: Polyplanity Productions
Διεύθυνση παραγωγής: Γιολάντα Μαρκοπούλου, Βίκυ Στρατάκη
Συμπαραγωγή: Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου – Πολιτιστικός Οργανισμός Λυκόφως / Γιώργος Λυκιαρδόπουλος






















