
Για την παράσταση «Το τρίτο στεφάνι», βασισμένη στο ομότιτλο μυθιστόρημα του Κώστα Ταχτσή, σε σκηνοθεσία Στάθη Λιβαθινού.
Γράφει ο Νίκος Ξένιος
Απόλαυσα, στο Θέατρο Τέχνης, το «Τρίτο στεφάνι» του Κώστα Ταχτσή, στη διασκευή του Στρατή Πασχάλη και στη σκηνοθεσία του Στάθη Λιβαθινού. Το μουρμουρητό της ανθρώπινης μοναξιάς, γράφει ο Βρασίδας Καραλής, δημιουργεί τον άξονα για τη διαμόρφωση του χαμηλόφωνου δραματικού τόνου αυτού του λογοτεχνικού έργου, που τόσο αγαπήθηκε από το κοινό της ομώνυμης τηλεοπτικής σειράς τη δεκαετία του ’90.
Το μυθιστόρημα του Κώστα Ταχτσή συγκινούσε ανέκαθεν τους θεατρικούς σκηνοθέτες: πέραν της πρώτης ραδιοφωνικής του σκηνοθεσίας (Γιώργος Παυριανός), το έργο ανέβηκε πολλές φορές στη νεοελληνική σκηνή (Γιάννης Δαλιανίδης, Σταμάτης Φασουλής, Θανάσης Παπαγεωργίου, Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης, Τάκης Τζαμαργιάς, Μίλτος Νίκας, καθώς κι ένα σωρό ανεξάρτητες παραγωγές, επαγγελματικές κι ερασιτεχνικές).
Στη φετινή παραγωγή του Θεάτρου Τέχνης, ο Στάθης Λιβαθινός επιστρατεύει δεκαπέντε ηθοποιούς, μεταξύ των οποίων τους σταθερούς του συνεργάτες. Η συγκεκριμένη διασκευή, δραματουργικά επεξεργασμένη σε κοπιώδεις πρόβες από τον θίασο και τον σκηνοθέτη, δεν ακολουθεί γραμμική αφήγηση και πρωθύστερα, ούτε διεξέρχεται εκτενώς τα γεγονότα, αλλά στοχεύει στην ανίχνευση της συναισθηματικής μας μνήμης, παραθέτοντας μια σειρά συνειρμών και συσχετισμών στο απολύτως αφαιρετικό σκηνικό της Ελένης Μανωλοπούλου: μια άδεια σκηνή με δύο καρέκλες κι ένα τραπέζι, αξιοποίηση όλου του χώρου και των δύο ορόφων του πολυμορφικού θεάτρου της οδού Φρυνίχου, πολυέλαιοι που κατεβαίνουν από την οροφή και μια σκάλα στο βάθος για όσες μορφές «αποχωρούν» από τη μνήμη και από το θεατρικό παρόν. Και αυτά, σε συνδυασμό με τους μελετημένους φωτισμούς του Αλέκου Αναστασίου. Επίσης, ένας κομπέρ σχολιάζει μουσικά τις σκηνές.
Μια Νίνα συγκινητική, μια Εκάβη αντιηρωϊκή
Η επιθετική μνήμη της Νίνας, η ανάκληση των τριών γάμων της, το αποτύπωμα από τον πατέρα της, από την κόρη της και από τα άλλα πρόσωπα που σημάδεψαν τη ζωή της, διαμορφώνουν την πολύπτυχη ερμηνεία της Βιργινίας Ταμπαροπούλου. Η persona που μας δίνει αφήνει ανοιχτή την προοπτική μιας ζωής όπου κανείς δράττεται των ευκαιριών για να απολαύσει όσο περισσότερα μπορεί: «Ειμ’ ικανή και τέταρτο άντρα να πάρω. Όχι τίποτε άλλο. Έτσι, για να σε κάνω να σκάσεις!» Μπορεί το έργο να φωτογραφίζει την Ελλάδα των Μακεδονομάχων και του Παύλου Μελά, τους Βαλκανικούς και τη δικτατορία του Μεταξά, την Κατοχή, τον Εμφύλιο και τα Δεκεμβριανά, όμως η Νίνα επιβιώνει μέσα σ’ αυτόν τον καταιγισμό γεγονότων και αποθέτει τη συναισθηματική της εμπειρία ως ακροάτρια και ως αφηγήτρια. Η «φωνή» της Νίνας διατηρεί την αυτονομία της έναντι της «φωνής» της Εκάβης, ούτως ώστε να μην έχουμε μια απλή, εγκιβωτισμένη αφήγηση, αλλά τη θέσπιση ενός είδους διαλόγου μέσα στον χρόνο.

Και είναι αυτή η διπλή ιδιότητα (ακροάτριας και αφηγήτριας ταυτόχρονα) που κινεί και την παρουσία της Εκάβης στο έργο: η Μαρία Σαββίδου, με απόλυτο έλεγχο των εκφραστικών της μέσων, καταφέρνει να σηκώσει το μεγαλύτερο βάρος της παράστασης στους ώμους της, φιλοτεχνώντας μιαν Εκάβη που βιώνει επιδερμικά τα πολιτικά γεγονότα της εποχής: «Ποιοι Γερμανοί και ποιος πόλεμος; Εμένα ο Δημήτρης μου με νοιάζει, ο γιος μου!». Ο σπαραγμός για την απώλεια του γιου της δίνεται γλαφυρά στη σκηνή του νεκροταφείου, όταν η Νίνα προσπαθεί να παρηγορήσει την Εκάβη:
Νίνα: Τι ωραία αύρα που ’χει εδώ! Ευτυχώς που μείναν και μερικά δέντρα όρθια! Αλλά αν κρατήσει ο πόλεμος δεν θα μείνει ούτε κουκουνάρι!
Εκάβη: Γιε μου! Μου πέθανες! Αχ μωρέ Θάνατε, το πήρες το παιδί μου πολύ νωρίς. Γιατί; Αν άφηνες να γεράσει, πάλι δικός σου δεν θα ’τανε;
Η Εκάβη δεν είναι το θύμα μιας οικογενειακής τραγωδίας, δεν είναι μια ηρωίδα που θυσιάζεται προσωπικά για κάποιον ανώτερο, συλλογικό σκοπό (όπως, υποθέτω, θα επέτασσε μια λογοτεχνία ηθογραφική ή αμιγώς ρεαλιστική, ή μια λογοτεχνία που θα απέβλεπε αποκλειστικά στη συγκίνηση του κοινού): είναι μια πολύπτυχη, ζόρικη προσωπικότητα που καταδυναστεύει τον γιό της, που μετατρέπει όλους τους άντρες σε σκιώδεις παρουσίες. Η κυρα-Εκάβη του Ταχτσή έχει μεταπτώσεις στη συμπεριφορά, στην παρλάτα της αναμειγνύει δημοτική και καθαρεύουσα γλώσσα, διόλου δεν ανταποκρίνεται στον βιολογικό και κοινωνικό ρόλο της γυναίκας εκείνης της εποχής, και πάνω απ’ όλα φέρει την αρετή της μεσότητας: «Στη μια ήταν οι ελασίτες, και στην άλλη οι Εγγλέζοι και οι εθνοφύλακες. Εμείς ήμασταν στη μέση».
ο Ταχτσής δημιουργεί ένα μοναδικό αφηγηματικό προηγούμενο, γεμάτο χιούμορ και ευαισθησία, υπονομευτικό της κυρίαρχης αντίληψης για τον Νεοέλληνα: για πρώτη φορά αναδύονται το δαιμονικό στοιχείο των γυναικών, η ανεπάρκεια και το αμφοτερόφυλο λιμπιντινικό στοιχείο των ανδρών, η τρωτότητα της ανθρώπινης ηθικής.
«Τρίτο στεφάνι»: Ένα έργο ανατρεπτικό
Η ανθρώπινη διάσταση όσων έζησαν τα συγκλονιστικά γεγονότα της νεοελληνικής ιστορίας (στο έργο είναι η Νίνα, η Εκάβη, ο κυρ-Αντώνης, ο Δημήτρης, η Ελένη, η Πολυξένη, ο Μιλτιάδης, η Αφροδίτη και ο Αχιλλέας), προσπαθώντας να αντλήσουν προσωπικό όφελος και να επιβιώσουν όπως όπως: ιδού η καινοτομία του κειμένου του Ταχτσή. Γράφτηκε στη δεκαετία του ’60, όταν ο συγγραφέας, γυρίζοντας την Ευρώπη με βέσπα, σχεδίασε την κεντρική ιδέα, για να την ολοκληρώσει στην Αυστραλία και να σοκάρει το κοινό της εποχής, τόσο που χρειάστηκε αρχικά να προβεί σε αυτοέκδοση. Η κοινωνική ανθρωπογεωγραφία του Τρίτου στεφανιού δεν είναι παρά αντανάκλαση της ιδιότυπης, δικής του αντίληψης της νεοελληνικής κοινωνικής κατάστασης: τοποθετημένο σε μια Αθήνα με ανθρώπους χωρίς υπόληψη, αυτή των μικροαστών της μέσης οικογένειας, και με τη γυναικεία υποταγή να θεσπίζει θαυμαστό ζεύγμα με μιαν υποδόρια μητριαρχία, ο Ταχτσής δημιουργεί ένα μοναδικό αφηγηματικό προηγούμενο, γεμάτο χιούμορ και ευαισθησία, υπονομευτικό της κυρίαρχης αντίληψης για τον Νεοέλληνα: για πρώτη φορά αναδύονται το δαιμονικό στοιχείο των γυναικών, η ανεπάρκεια και το αμφοτερόφυλο λιμπιντινικό στοιχείο των ανδρών, η τρωτότητα της ανθρώπινης ηθικής.

Το Τρίτο στεφάνι (όπως και Το φοβερό βήμα) υποσκάπτει την ειθισμένη αντίληψη για την ανθρώπινη φύση – λίγο πολύ αποδέχεται την ευτέλειά της και αναζητά σ’αυτήν την έμπνευση, γιατί αγαπά τους ανθρώπους και εστιάζει στα καλά τους στοιχεία, την ίδια στιγμή κατά την οποία καταθέτει στο χαρτί τον απόλυτο ευτελισμό τους. Για παράδειγμα, η γενναιοδωρία της Εκάβης απέναντι στη γυναίκα που της έκλεψε τον άντρα δεν απορρέει από κάποιο μεγαλείο ψυχής, αλλά από μια βαθιά φιλοσοφημένη στάση ζωής, της γυναίκας που τα έχει ζήσει όλα και έχει ανακατατάξει τις ιεραρχήσεις της: «Ξαφνικά μου φάνηκε ότι η Φρόσω δεν ήταν η γυναίκα που μου είχε κλέψει τον άντρα μου κι μου είχε καταστρέψει τη ζωή μου, αλλ’ ένα θύμα κι αυτή, ποιος ξέρει ποιου διαβόλου, και τη λυπήθηκα». Επίσης, είναι αξιοσημείωτο το πώς ο χρόνος επιδρά στην αφηγηματική τεχνική του Ταχτσή και διαμορφώνει υφέσεις και αλλαγές στάσης απρόσμενες: «Έπαψε να μου διηγείται τις περιπέτειές της, σα να είχα μεγαλώσει... σα να είχε γεράσει κι να είχε χάσει τη μνήμη της». Το βέβαιο είναι πως η μνήμη εδώ λειτουργεί ως απόλυτα ρυθμιστικός παράγοντας του συναισθήματος: γι’αυτό και βρήκα εξαιρετική την ανάρτηση των οικογενειακών φωτογραφιών στο τέλος της παράστασης, στα ίδια «τσιγκέλια» που είχαν κρεμαστεί και οι χλαίνες των πολεμιστών του Τρωϊκού Πολέμου στην αξέχαστη «Ιλιάδα» του Λιβαθινού.
«Δεν υπάρχει Θεός!»
Στις κορυφαίες ερμηνείες της παράστασης του κύριου Λιβαθινού θα κατέτασσα την ερμηνεία του Νίκου Καρδώνη ως αφηγητή/τραγουδιστή τύπου καμπαρέ: η αισθαντική φωνή του Καρδώνη, το μουσικό τοπίο του Μιχάλη Κωτσόγιαννη, η έντονη ειρωνεία με την οποία ο κύριος Πασχάλης σχολιάζει στους στίχους του το περιρρέον πολιτικό κλίμα, ακόμη και η εντυπωσιακή ομαδική χορογραφία που επιλέγει ο Λιβαθινός για να επιτύχει τη μετάβαση στο ζοφερό δεύτερο μέρος της παράστασης, απογειώνουν το τελικό αποτέλεσμα. Πρέπει επίσης να επαινεθεί η ώριμη, κατασταλαγμένη και σκηνικά αψεγάδιαστη ερμηνεία του Βασίλη Ανδρέου στον δύσκολο, αμφιλεγόμενο ρόλο του Αντώνη.
Στις καλύτερες ερμηνείες θα κατέτασσα και την εύθραυστη Νίνα της Βιργινίας Ταμπαροπούλου, την υποβλητική, θρησκόληπτη Ερασμία της Λίλλυς Μελεμέ και τον γοητευτικό, δυναμικό Δημήτρη του Στάθη Κόικα. Πολύ καλές ήταν και οι ερμηνείες της Ερατώς Πίσση, του Αντώνη Γιαννακού, του Άρη Τρουπάκη, της Πολυξένης Παπακωνσταντίνου, της Άννας Μάγκου, του Γιώργου Δάμπαση, του Πάρη Λεόντιου, του Ανδρέα Λαμπρόπουλου και του Βασίλη Ζαφειρόπουλου.

Η πρωταγωνίστρια Μαρία Σαββίδου, ενώ με εξέπληξε φέρνοντας σε πέρας το ασήκωτο βάρος του τεράστιου αυτού ρόλου με την πλούσια γκάμα των φωνητικών της μεταπτώσεων, με τον δυναμισμό της επί σκηνής και με τη θαυμαστή ικανότητά της να «ενορχηστρώνει» τα περάσματα από την αφήγηση στη δράση και τ’ ανάπαλιν, κατά βάθος δεν με άγγιξε συναισθηματικά. Η Εκάβη της κυρίας Σαββίδου, ίσως από σκηνοθετική επιλογή, μου φάνηκε μια Εκάβη που μετεωρίζεται ανάμεσα στη σκληρότητα και την ευαλωτότητα, παραμένοντας σε μια «τεχνική» διαχείριση του ρόλου της. Ωστόσο, επισήμανα και μια θετική αμφισημία σ’ αυτήν την ερμηνεία. Δεν ξέρω εάν αυτό είναι σκόπιμο, αλλά στην τελική σκηνή, όταν η Εκάβη κραυγάζει: «Δεν υπάρχει Θεός!», κατ’ ουσίαν αφήνει ανοιχτό το περιθώριο να κάνει λάθος και γι’ αυτό με κατέπληξε αυτή η κραυγή της, από το υπερώον του Θεάτρου Τέχνης.
* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός, συγγραφέας και κριτικός θεάτρου.
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
Συγγραφέας: Κώστας Ταχτσής
Διασκευή Μυθιστορήματος: Στρατής Πασχάλης
Σκηνοθεσία: Στάθης Λιβαθινός
Σκηνική διασκευή και δραματουργική επεξεργασία: Στάθης Λιβαθινός με τη συμβολή των ηθοποιών της παράστασης
Στίχοι τραγουδιών: Στρατής Πασχάλης
Σκηνικά / Κοστούμια: Ελένη Μανωλοπούλου
Φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου
Μουσική: Μιχάλης Κωτσόγιαννης
Βοηθός Σκηνοθέτη: Ηλέκτρα Μαγγίνα
Β’ Βοηθός Σκηνοθέτη: Χριστόφορος Αντωνιάδης
Βοηθός Σκηνογράφου / Ενδυματολόγου: Έμιλυ Κουκουτσάκη
Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή
Παίζουν: Βασίλης Ανδρέου, Αντώνης Γιαννακός, Γιώργος Δάμπασης, Βασίλης Ζαφειρόπουλος, Νίκος Καρδώνης, Στάθης Κόικας, Ανδρέας Λαμπρόπουλος, Πάρης Λεόντιος, Άννα Μάγκου, Λίλλυ Μελεμέ, Πολυξένη Παπακωνσταντίνου, Ερατώ Πίσση, Μαρία Σαββίδου, Βιργινία Ταμπαροπούλου, Άρης Τρουπάκης
Παραγωγή: Λυκόφως / Γιώργος Λυκιαρδόπουλος
























