
Είδαμε «Τα Πορτοκάλια της Παλαιάς Επιδαύρου» του Θοδωρή Γκόνη, στο Μικρό Θέατρο Επιδαύρου.
Γράφει ο Νίκος Ξένιος
Είδα, στο Μικρό Θέατρο Επιδαύρου, την παράσταση «Τα Πορτοκάλια της Παλαιάς Επιδαύρου», σε σκηνοθεσία και κείμενο του Θοδωρή Γκόνη (η ομώνυμη συλλογή διηγημάτων κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Άγρα το 2002). Η δουλειά βασίζεται στη βιωματική ιστορία των κατοίκων της περιοχής, όπως την περιγράφει ο σκηνοθέτης όχι «ως ο εαυτός του», αλλά «ως ένας άλλος άνθρωπος».
Γεννημένος στη Γκάτζια και με ρίζες από την Αλωνίσταινα, ο Θοδωρής Γκόνης ξετυλίγει τον δικό του αργολικό μύθο σε μια παράσταση που διασώζεται από την αγάπη και τη νοσταλγική φροντίδα. «Η παράσταση αποφεύγει το ποίημα για να μιλήσει για την ποίηση», λέει ο ίδιος σε συνέντευξή του. «Θέλω να μιλήσω για τον 20ό αιώνα, γιατί νιώθω ότι ο εικοστός πρώτος αιώνας μιλά επιθετικά για τον προηγούμενο».
Η ιστορία του τόπου (και του τύπου) της πορτοκαλέας
Θα μπορούσε πολλά να πει η ποίηση για τον θεϊκό καρπό του εσπεριδίου (άλλη ονομασία του πορτοκαλιού): θα μπορούσε να αναφέρει τις τοπικές ποικιλίες της Άρτας, την ποικιλία Σουλτανί του Φόδελε, το λαϊνάτο ή την κιτρέα των Χανίων, την ποικιλία Βαλέντσια και την πασίγνωστη ποικιλία Μέρλιν (που είναι «ντίβα» και παραπέμπει στη Μέριλιν), κάποιες ποικιλίες από τα Πλακερά της Χίου, τη Μπελαντόνα (που ακούγεται δηλητηριώδης), το μαλτέζικο σανγκουίνι, το σανγκουϊνέλι και το σανγκουϊνέλλο, το Μόρο, το Ταρόκκο, την ποικιλία Washington Navel που πρωτοήρθε στην Ελλάδα1. Όμως, για τον ποιητή:
«Τα πορτοκάλια της Παλαιάς Επιδαύρου είναι τα νοστιμότερα. Δεν είναι σφιχτά, η φλούδα τους δε θέλει το μαχαίρι. Το χέρι, το δάχτυλο κυλάει εύκολα στη σάρκα τους, τα καθαρίζει, τα ξεκουμπώνει, είναι γλυκά. Γλυκό πορτοκαλιού. Είναι το μανταρίνι που μεγάλωσε και έγινε πορτοκάλι. Είναι η μοναχοκόρη του παλαιού αγροτικού ιατρού της Επιδαύρου που δεν πρόλαβε να μεγαλώσει. Λένε, και το πιστεύω, πιστέψτε το και εσείς -τίποτε δεν κοστίζει- πως μόνο στη Σικελία, στην "Ύβλα" την Ηραία, μόνο εκεί τα πορτοκάλια είναι ίδια με αυτά της Παλαιάς Επιδαύρου. Εν Επιδαύρω, στα μέρη εκείνα τα μεγάλα, στα ανοιχτά περβόλια δούλευαν οι δικοί μου άνθρωποι, κι όταν επέστρεφαν στο σπίτι έφερναν μαζί με τον κόπο και τα απόκρυφα ευαγγέλια του τόπου εκείνου, τις ιστορίες του. Είχαν τον τρόπο τους να αφηγούνται τις ιστορίες τις παλιές μαζί με τις νεότερες, αυτές που ζούσαν αυτοί οι ίδιοι με τον ιδρώτα του προσώπου τους, με το βάρος στη πλάτη τους… έτσι, μέχρι να το ανεβάσω στην πλάτη μου έλεγαν, μετά πάει μονάχο του, μονάχες τους ήρθαν και έρχονται ακόμα ως τις μέρες μας οι ιστορίες και μας βρίσκουν όλους μας. Εγώ όλα αυτά τα είχα διαβάσει, τα ήξερα, τα γνώριζα από τα μικρά μου νύχια, τα είχα στερηθεί, τα είχα επιθυμήσει, τα περίμενα πώς και πώς, τα είχα φάει με τις φλούδες τους».
«Στους πορτοκαλεώνες των στίχων διαβαίνει η μουσική»
Η παράσταση ανοίγει με τον ίδιο τον συγγραφέα επί σκηνής, να ποτίζει λουλούδια, να φροντίζει την αυλή του σπιτιού, να μαζεύει θραύσματα από μπλέ κανάτες. Το μικρό σπίτι που υπάρχει στον χώρο του θεάτρου λειτουργεί ως φυσικό σκηνικό, από το οποίο βγαίνουν ένας-ένας οι ηθοποιοί και φτάνουν στο περιβόλι με τις πορτοκαλιές, στις ελιές, στον μεγάλο βράχο. Πρόθεσή τους είναι να μην συμμορφωθούν με τον αιώνα τους, αλλά να ζωντανέψουν τη γλώσσα του τόπου τους, που βαστά από το απώτατο παρελθόν. Στο υποσυνείδητο του θεατή λειτουργεί ο άθλος του Ηρακλή με τα μήλα των Εσπερίδων: αυτό το δώρο της Γαίας στην Ήρα, για τον γάμο της με τον Δία, αυτό το σύμβολο γονιμότητας και ευωχίας που θα επιστρέψει στον παραδείσιο κήπο των θεοτήτων, εφόσον η κλοπή του είναι ανίερη και βέβηλη πράξη. Από τα μυθολογικά μήλα των εσπερίδων προέρχεται και ο γενικός χαρακτηρισμός «εσπεριδοειδή» που αποδίδεται στα πορτοκάλια.
Για τον Θοδωρή Γκόνη το πορτοκάλι δεν είναι μόνο φρούτο, αλλά και «μια ευχή που τυλίχτηκε σε ένα πορτοκαλί χρώμα που φέρνει καλή τύχη, και μέσα στη σάρκα του κρύβει πάρα πολλές ιστορίες»: ιστορίες της Αρβανιτιάς, ιστορίες ανασυρμένες από τον τόπο της καταγωγής του, ζωντανή Παράδοση που μεταστοιχειώνεται σε στίχους βγαλμένους από την ιστορική μνήμη και από τη φαντασία των ανθρώπων της ιδιαίτερης πατρίδας του, χρωματισμένους με τη μελαγχολία του βουνού και το φως του κάμπου, ποικιλμένους με τα αρώματα αυτού του μυθικού καρπού που ευδοκιμεί στα αμμοπηλώδη εδάφη της Αργολίδας. Όσο για την Παλαιά Επίδαυρο, το απλουστευμένο τοπωνύμιο της καθημερινότητας: «η Παλιά» με παραπέμπει ευχάριστα στην αγιοσύνη και στον «Παλαιό των ημερών» του Μάτεσι.
Στοιχεία της παράστασης που με προβλημάτισαν
Έχοντας διατελέσει καλλιτεχνικός διευθυντής πολλών τοπικών φεστιβάλ (μεταξύ των οποίων και το εξαιρετικό Φεστιβάλ Φιλίππων και το νεότευκτο Φεστιβάλ Ακροναυπλίας) με «Τα πορτοκάλια της Παλαιάς Επιδαύρου» ο Γκόνης ξαναζωντανεύει «τους νεκρούς αυτής της πόλης», γιατί «πάντα αυτοί δίνουν τον τόπο σε μια πόλη». Ωστόσο, η σκηνοθεσία του δεν προσδίδει κάποιο ιδιαίτερο στίγμα στις φωνές αυτών των νεκρών: υπάρχουν πολλά σημεία στην παράσταση που πλατειάζουν, πολλές αφηγήσεις έκκεντρες, ενώ δίνεται δυσανάλογα μεγάλη έκταση στο έντεχνο τραγούδι. Και, παρ’ όλο που το κείμενο διεγείρει τη φαντασία με την έντονη εικονοπλασία του, η σκηνογραφική προσέγγιση είναι αφελής και ελλιπής, ενώ οι φωτισμοί υποδηλώνουν κάποιες «εκρήξεις» και εμφάσεις που σημειολογικά δεν εξηγούνται.
Κινούμενος από το συναίσθημα ο Θοδωρής Γκόνης γράφει, σε υπέροχα Ελληνικά, ένα έργο πληθωρικό, η ιδιοσυστασία του οποίου επιβάλλει να «εκφωνείται» από την εσωτερική μας φωνή και να διαβάζεται σιωπηρά...
Η υπερβάλλουσα ελληνικότητα (που προσωπικά με πάει απευθείας στον Ελύτη), ίσως και μια δόση τοπικισμού, η εξιδανίκευση του γενέθλιου τόπου και η έντονη προσπάθεια σύνδεσής του με κάθε συναρπαστικό μυθολογικό αφήγημα, περιλαμβανόμενου του έπους και της τραγωδίας, στερούν από το κείμενο τη λιτότητα. Κινούμενος από το συναίσθημα ο Θοδωρής Γκόνης γράφει, σε υπέροχα Ελληνικά, ένα έργο πληθωρικό, η ιδιοσυστασία του οποίου επιβάλλει να «εκφωνείται» από την εσωτερική μας φωνή και να διαβάζεται σιωπηρά, όχι να ανατίθεται σε επί σκηνής απαγγελία και –πολύ χειρότερο αυτό- ερμηνεία. Εξάλλου, σε κάποια σημεία από τη φύση του είναι δύσληπτο, οπότε κάποια ερμηνευτικά crescendi το αδικούν.
Τέλος, όταν δύο κείμενα διαφορετικού ορίζοντα και στόχευσης έρχονται να εκφωνηθούν με αλληλοεπικάλυψη της φωνής των ηθοποιών η σύνδεση καθίσταται δύσκολη, τόσο αισθητικά όσο και νοηματικά: αναφέρομαι στη φωνή του παιδιού που περιμένει να φύγει ο πατέρας του με το πρωϊνό λεωφορείο και στην παράλληλη φωνή του αρχαίου φρουρού από τον «Αγαμέμνονα» του Αισχύλου, που περιμένει τις φρυκτωρίες για να μάθει για τη μοίρα της Τροίας: μία από τις ατυχείς στιγμές του κειμένου (και, κατ’ επέκτασιν, και της παράστασης).
Θετικά στοιχεία της παράστασης
Στο κείμενο του Γκόνη ο αργολικός κάμπος εμφανίζεται ως τόπος γεμάτος αρώματα και φως, αλλά και κρυμμένα μυστικά, σαν να διαθέτει μια δική του, αυτόνομη μυθολογία. «Είναι το περβόλι, είναι ο πορτοκαλεώνας με τα σαγκουίνια του γιατρού Καβουρίνου, τα σαγκουίνια, τα κατακόκκινα, τα αιματόσαρκα, τα αιματώδη. Με το χρώμα, με το αίμα τους δείχνουν, υπογράφουν και σφραγίζουν το σημείο και τον τόπο, γιατί ό,τι υπογράφεται με αίμα είναι και οριστικό και αληθινό. Εκεί το αίμα έγινε ένα με τον καρπό. Στον τόπο των θαυμάτων, στην Επίδαυρο». Στην προσπάθειά του να συνδέσει την παράδοση και τη μυθολογία με τη νεοελληνική ιστορία παράγει μια μελαγχολική δραματουργία και γράφει στίχους για τα ωραία τραγούδια του Φώτη Σιώτα. Η φωνή της Χριστίνας Μαξούρη και τα ντουέτα της με τον Σιώτα είναι ο κύριος αφηγηματικός άξονας, που προσδίδει στην παράσταση μια ποιότητα δραματοποιημένης συναυλίας: το στοιχείο της μουσικής επένδυσης καταλέγεται στα μεγάλα πλεονεκτήματα αυτής της παράστασης.
Ο Χάρης Χαραλάμπους-Καζέπης αφηγείται την ιστορία αυτού του αγροτικού ιατρού, που μετά τον χαμό της κόρης του μοιράζει, αντί για κόλλυβα, κασόνια με πορτοκάλια στα ορεινά χωριά της Αργολίδας. Πορτοκάλια σανγκουίνια, βαμμένα στο αίμα της απολεσθείσας κόρης του:
«Ο γιατρός μοίραζε τα πορτοκάλια στα δημοτικά σχολεία της περιοχής μας με ένα παμπάλαιο φορτηγό Τζέιμς στρατιωτικό, γεμάτο κατακόκκινα σαγκουίνια. Που όταν τα άνοιγες, όταν τα έκοβες, έσταζαν ιστορίες μέσα στα σχολικά μας βιβλία, αυτά τα ίδια σαγκουίνια που εξακολουθεί ως και σήμερα να μου στέλνει ο φίλος μου ο Θανάσης με το καλαθάκι το μικρό και το σημείωμα δεμένο στο χεράκι του σφιχτά σφιχτά, όπως και τότε που κλέβαμε από άλλα περβόλια περνώντας φράχτες, κρυφά από σκυλιά κι ανθρώπους, πότε αρματολοί και πότε κλέφτες».
Η προσμονή του αγοριού για το άθλιο, σκουριασμένο φορτηγάκι του γιατρού. Η αναμονή για το πρωϊνό λεωφορείο που θα πάει τον πατέρα στη δουλειά. Η εικόνα του πατέρα με τη φανέλα που ξυρίζεται στην αυλή μπροστά στο σπασμένο καθρεφτάκι, που κόβεται στο μάγουλο εκεί όπου υπάρχει μια κρεατοελιά και βάζει ένα ροζ χαρτάκι στυπτηρίας προτού φτάσει το λεωφορείο. Που φεύγει με ανοιχτά τα «μαγαζιά» του και το παιδί τρέχει να τον προλάβει πίσω απ’ το λεωφορείο: μια όμορφη στιγμή της παράστασης.

Οι εξαιρετικές στιγμές της παράστασης
Ο Θοδωρής Γκόνης είναι ένας ευφάνταστος λογοτέχνης, άκρως λυρικός και λεξιλάγνος. Βάζει τα λόγια τα ποιητικά στο στόμα ανθρώπων που δρουν και επιβιώνουν χειρωνακτικά, για να παραγάγει την αντίστιξη: ««Εγώ είμαι των χεριών. Μην κοιτάς που η γλώσσα μου πάει ροδάνι», λέει η Ιωάννα Παππά, αφού ξορκίσει το κακό σε μια έντονα θεατρική σκηνή παγανιστικής τελετουργίας, κοιτώντας μετωπικά το κοινό: μια από τις καλύτερες στιγμές της παράστασης.
Συναρπαστική είναι επίσης η σκηνή με τη λαϊκή αγορά. Τόσο μουσικά, όσο και χορευτικά η σκηνή αυτή υπερέχει όλου του σώματος του παραστασιακού υλικού. Ο λόγος είναι ότι ο συνθέτης/τραγουδιστής «κατεβαίνει» σε διάδραση με τους ηθοποιούς και διασπείρει το βαρύ κλίμα των προηγούμενων σκηνών, σε ένα χαρούμενο, κωμικό ιντερμέδιο: ιδιαίτερα εκφραστικός ο Φώτης Σιώτας.
Με τη λιγνή, λιπόσαρκη φιγούρα του και με το εκφραστικό του βλέμμα προκαλεί το ξαναγύρισμα του ρολογιού προς τα πίσω...
Η στελέχωση του θιάσου με έναν ηθοποιό του διαμετρήματος του Χάρη Χαραλάμπους-Καζέπη χαρίζει στους μονολόγους μιαν «υγρή» μελαγχολία που ταιριάζει και στις προθέσεις και στο ύφος του ποιητή: με τη λιγνή, λιπόσαρκη φιγούρα του και με το εκφραστικό του βλέμμα προκαλεί το ξαναγύρισμα του ρολογιού προς τα πίσω: «Θέλω να παντρέψω τους γονείς μου», λέει, και τους οδηγεί όλους στο εσωτερικό του οίκου. Πολύ καλή λοιπόν η σκηνή του τέλους, ιδιαίτερα μετά τον κουραστικό μονόλογο που έχει προηγηθεί.
Και, κυρίως, αυτός ο μυστηριώδης, εκτενής ύμνος απερίγραπτου λυρισμού που απευθύνει η Ιωάννα Παππά στη συσσωρευμένη πείρα αιώνων, στη μνήμη που κατακάθεται και, ενώ η σάρκα γερνά και το σώμα καμπουριάζει, έρχεται να εναποτεθεί ως σοφία σ’ ένα μαύρο στίγμα στη μέση του προσώπου, στην κρεατοελιά, που εγκυμονεί μιαν έκρηξη ζωής αλλά δημιουργεί αναπόφευκτα και συνειρμούς θανάτου: νομίζω πως αυτή είναι η καλύτερη από όλες τις στιγμές του κειμένου (και, κατ’ επέκτασιν, και της παράστασης).
* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός, συγγραφέας και κριτικός θεάτρου και χορού.
1. Παραθέτω κάποια στοιχεία της τοπικής αγροτικής ιστορίας: «Στο χωριό Αργολικό (Κούτσι), από το 1924 αρχίζει μια νέα, αγροτικού ενδιαφέροντος, περίοδος. Μια σταυροφορία για την διάδοση – εξάπλωση της πορτοκαλλιέργειας. Ο Μιχαήλ Σπ. Καββαθάς διορίζεται εφημέριος στον Ιερό Ναό του χωριού «Κοίμησις της Θεοτόκου». Μέσα στα ιερατικά καθήκοντά του προγραμματίζει και την διάδοση και επικράτηση της πορτοκαλλιέργειας. Σύντομα η αγροτική αυτή κοινότητα γίνεται ένας απέραντος κήπος με κύρια φυτεία του την πορτοκαλιά. Οι τοπικές οικολογικές συνθήκες ευνοούν την διάδοση της πορτοκαλιάς, και αυτή με τη σειρά της, ευνοεί (ευεργετεί), ως ευεργετηθείσα, τον τόπο. Ανθεί η «φαιδρά πορτοκαλέα», με επακόλουθο να «ανθεί» και η οικονομία του Αργολικού, με συνεπακόλουθο τον εκπολιτισμό της Κοινότητας (...) Καλλιεργούνται ποικιλίαι υπό την ονομασίαν « ξυνόγλυκα» μικρού ή μεσαίου μεγέθους και με τον φλοιόν καλώς επικαθήμενον επί της σαρκός. Επίσης καλλιεργούνται αρκετά δένδρα της ποικιλίας «ντόλτσα» καθώς και ολίγα δένδρα της ποικιλίας « σανγκουΐνια» ή « του αίματος» με σάρκα κατά τόπους υπέρυθρον. Ελάχιστα δένδρα καλλιεργούνται της ποικιλίας «γιάφας» εμπύρινα ή απύρινα μη αποδίδοντα αρκετούς καρπούς». Ελάχιστα τέλος της ποικιλίας ομφαλοφόρου, όλα νέα» (Ν.Η. Αναγνωστόπουλου και Γ.Α. Γάγαλη «Η Αργολική Πεδιάς», Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος, 1938).
Κείμενο – Σκηνοθεσία: Θοδωρής Γκόνης
Σκηνικά – Κοστούμια: Μάρια Μπαχά
Μουσική σύνθεση: Φώτης Σιώτας
Φωτισμοί: Τάσος Παλαιορούτας
Κίνηση: Ναταλία Μπάκα
Ηχολήπτης: Νίκος Κόλιας
Μουσικοί επί σκηνής: Φώτης Σιώτας, Δημήτρης Χατζηζήσης, Γιώργος Θεοδωρόπουλος
Παίζουν Ιωάννα Παππά, Χριστίνα Μαξούρη, Ρωξάνη Καρφή, Χάρης Χαραλάμπους – Καζέπης, Ναταλία Μπάκα, Θοδωρής Γκόνης
Βοηθός σκηνοθέτη: Μαρίσσα Κώνστα
Οργάνωση παραγωγής: Κατερίνα Κούρτη
Εκτέλεση παραγωγής Apparat Athen / Νικόλας Χανακούλας





















