
«Η μόνη δυνατή ευτυχία πρέπει να λάβει υπόψη της τη δυστυχία. Πρόκειται λοιπόν για μια μορφή ευτυχίας συνειδητή και ξεκάθαρη» μας είπε η Μάρα Καραγιάννη, με αφορμή τον οδηγό αυτοβελτίωσης «Μεταμόρφωση ζωής – 14 βήματα αυτοβελτίωσης & αληθινές ιστορίες ευτυχίας» (εκδ. Anubis).
Συνέντευξη στον Σόλωνα Παπαγεωργίου
Η Μάρα Καραγιάννη έχει εργαστεί ως δικηγόρος, νομική σύμβουλος και διευθυντικό στέλεχος σε εταιρεία φυσικών καλλυντικών, ενώ πρόσφατα δημοσίευσε το βιβλίο της Μεταμόρφωση ζωής – 14 βήματα αυτοβελτίωσης & αληθινές ιστορίες ευτυχίας (εκδ. Anubis), έναν ιδιαίτερο οδηγό με τον οποίο φιλοδοξεί να βοηθήσει τον αναγνώστη να βάλει σε τάξη τον τρόπο σκέψης του, να αποτιμήσει τις επιλογές του αποτελεσματικότερα και να αποκτήσει μια ζωή με νόημα και περισσότερη ευτυχία.
Μιλήσαμε με τη συγγραφέα για το βιβλίο της, το υπόβαθρό της και το πώς ξεκίνησε να το γράφει, τις αληθινές ιστορίες ανθρώπων που περικλείονται εντός του, την έννοια της «αυτοβελτίωσης» και της «ευτυχίας».
Το βιβλίο σας απευθύνεται σε άτομα που επιζητούν να αλλάξουν τον τρόπο ζωής τους, παρουσιάζοντας έναν δρόμο για να επιτευχθούν αυτές οι αλλαγές. Είστε πτυχιούχος life coach – πώς αποφασίσατε να γράψετε αυτό το βιβλίο; Ποιο ήταν το αρχικό ερέθισμα;
Έγραψα ένα βιβλίο που δεν απευθύνεται μόνο σε αυτούς που θέλουν να αλλάξουν τον τρόπο ζωής τους. Αν ήταν έτσι, ίσως δεν θα το διάβαζε και κανένας, γιατί ποιος έχει όρεξη στη σημερινή εποχή να αλλάξει τον τρόπο που ζει, βασιζόμενος σε ένα βιβλίο αυτοβελτίωσης που είναι πιθανόν να το θεωρεί ολόιδιο με πολλά άλλα;
Όχι, λοιπόν, απευθύνομαι σε όλους και ευελπιστώ σε ένα μεγάλο αριθμό αναγνωστών, ακόμα και αν δεν επιζητούν να αλλάξουν τον τρόπο της ζωής τους. Γιατί όλοι μας, κάποια στιγμή στη ζωή μας, έχουμε πει ή θα πούμε: «Ως εδώ! Κάτι θέλω να αλλάξω για να λειτουργήσει το πράγμα καλύτερα!» Ο αναγνώστης, αν δεν νιώσει ότι μπορεί να ταυτιστεί με αυτό που θα διαβάσει, απλά δεν αγοράζει το βιβλίο. Ούτε θα ενδιαφερθεί για το βιβλίο όποιος περιμένει μια μαγική συνταγή που θα του λύσει το πρόβλημά του.
Επειδή έχω στο ενεργητικό μου και πολλά χρόνια στο στίβο της μαχόμενης δικηγορίας, ερχόμουν αντιμέτωπη πολύ συχνά με τον χαρακτήρα και τις παρεπόμενες συμπεριφορές των ανθρώπων.
Αυτό που ήθελα κυρίως να προσφέρω στον αναγνώστη είναι μια καλή εξήγηση για το τι σημαίνει αυτοβελτίωση και πώς θα μπορούσε να τη χρησιμοποιήσει για να βάλει σε μια σειρά τον τρόπο που σκέφτεται. Τι κάνουν αυτοί οι περίφημοι και άγνωστοι σε πολλούς life coaches; Πώς μπορούν να μας φανούν χρήσιμοι; Ήθελα, λοιπόν, όποιος ενδιαφέρεται, να μπορεί να καταλάβει με πιο κωδικοποιημένες πληροφορίες αν θα του ήταν χρήσιμη η μεθοδολογία της αυτοβελτίωσης ή της αυτοβοήθειας ή της προσωπικής ανάπτυξης, όπως ονομάζεται και σε άλλες γλώσσες. Πριν γίνω σύμβουλος προσωπικής ανάπτυξης, πολλά πράγματα δεν είχαν τη σωστή σειρά μέσα μου και από την ανάγκη μου να τα τακτοποιήσω, αποφάσισα να ασχοληθώ και επαγγελματικά με κάτι τέτοιο.
Επειδή έχω στο ενεργητικό μου και πολλά χρόνια στο στίβο της μαχόμενης δικηγορίας, ερχόμουν αντιμέτωπη πολύ συχνά με τον χαρακτήρα και τις παρεπόμενες συμπεριφορές των ανθρώπων. Προσπαθούσα να βρω τα κίνητρα των πράξεών τους, για να μπορέσω να είμαι πιο αποτελεσματική στο χειρισμό της υπόθεσής τους. Οι περισσότεροι άνθρωποι είναι πολύ μπερδεμένοι, δεν έχουν καμία τάξη μέσα τους. Τα συναισθήματα, οι αξίες, τα βιώματα, οι πεποιθήσεις αντανακλούν στις σχέσεις, στην οικογένεια, στους φίλους, στα επαγγελματικά, στα αισθηματικά θέματα. Προσπάθησα, λοιπόν, και ως διπλωματούχος της αυτοβελτίωσης, μαζί με την εμπειρία ζωής που διαθέτω, να εξηγήσω με κάποιο τρόπο πώς μπορεί κανείς να αρχίσει να τακτοποιεί τον εσωτερικό του κόσμο για να μπορεί να αντιμετωπίσει και το εξωτερικό του περιβάλλον. Ολα ξεκινούν από τον τρόπο που επεξεργαζόμαστε πληροφορίες, συναισθήματα και ανάγκες που οι περισσότεροι άνθρωποι δεν ξέρουν καν να αναγνωρίσουν. Αυτό, λοιπόν, ήταν το αρχικό κίνητρό μου, να βρω την άκρη του νήματος στο δικό μου κουβάρι και στη συνέχεια να μπορώ να βοηθήσω και άλλους σε αυτή την αναζήτηση.
Το βιβλίο μου ήρθε ως εκπλήρωση μιας εσωτερικής και απόλυτα επιτακτικής ανάγκης.
Το πτυχίο μου το απέκτησα στις Βρυξέλλες κι εκεί άρχισα να ασκώ και το επάγγελμα. Αντιμετώπισα τη βελγική νοοτροπία, που είναι πολύ διαφορετική. Ταυτόχρονα, ως κοινωνία είναι πιο εξοικειωμένη με την έννοια της αυτοβελτίωσης και των ειδικών που μπορούν να συνδράμουν. Την πρόσθεσα ως εμπειρία σε αυτά που ήδη γνώριζα, ενώ κατάλαβα συγχρόνως ότι είχε παίξει μεγάλο ρόλο στην προσωπική μου εξέλιξη. Πριν λίγα χρόνια αποφάσισα να μοιράζω τον χρόνο μου μεταξύ Ελλάδας και Βελγίου. Για να συστηθώ με την καινούργια μου ιδιότητα στο ελληνικό κοινό, θεώρησα ότι ο καλύτερος τρόπος είναι να γράψω ένα βιβλίο.
Η προσπάθεια επανένταξής μου στην ελληνική πραγματικότητα, αυτή τη φορά από μια άλλη οπτική γωνία, αυτή της συμβούλου προσωπικής ανάπτυξης, με οδήγησε να γράψω ένα βιβλίο για να τα ενώσω όλα: γνώσεις που μπορεί να γίνουν βήματα κατανοητά και βοηθητικά, την κατάθεση ψυχής μιας γυναίκας που έχει κάνει πολλούς και διαφορετικούς επαγγελματικούς κύκλους, την προσπάθειά μου να επικοινωνήσω, να μοιραστώ εμπειρίες και να ενώσω δύο κόσμους, αυτόν μιας άλλης ευρωπαϊκής χώρας και αυτόν της γενέτειρας μου.Το βιβλίο μου ήρθε ως εκπλήρωση μιας εσωτερικής και απόλυτα επιτακτικής ανάγκης.
Μιλήστε μας λίγο για τη μέθοδο που παρουσιάζετε στο πρώτο μέρος του βιβλίου σας. Με ποιο σκεπτικό τη χωρίσατε σε δεκατέσσερα βήματα; Τι επιδιώκετε;
Όπως σας είπα και πριν, μου αρέσει να «κωδικοποιώ». Πάντα μου άρεσε. Ίσως επαγγελματική διαστροφή... τι άλλο να πω! Για να γράψει κανείς ένα δικόγραφο, πρέπει να πάρει τα πραγματικά περιστατικά και να τα βάλει μέσα σε κανόνες – σε νομικούς κώδικες. Με απλά λόγια, μαζεύεις όλα τα «επειδή» για να καταλήξεις στο «δια ταύτα». Δηλαδή, στο γιατί τελικά ζητάς αυτό που ζητάς. Από ένστικτο αλλά και από εμπειρία, αυτό έμαθα να το κάνω καλά. Γιατί, ας το παραδεχτούμε: όποιος δεν ξέρει να βάζει σε τάξη την πληροφορία, στο τέλος πνίγεται μέσα σε αυτήν.
Ο αναγνώστης έχει την ευκαιρία να εξοικειωθεί περισσότερο με βασικές έννοιες που αφορούν την διαχείριση του εσωτερικού του κόσμου, όπως ο εντοπισμός του προβλήματος και της ανάγκης αλλαγής, ο προσδιορισμός του απόλυτα προσωπικού στόχου
Τι έκανα λοιπόν; Προσπάθησα να κάνω το ίδιο και εδώ. Να πάρω κάτι που μοιάζει περίπλοκο, με δεδομένο το βομβαρδισμό πληροφορίας που προσφέρεται για αυτό το θέμα -την αυτοβελτίωση- και να το «σπάσω» σε 14 απλά βήματα. Να σας δώσω, δηλαδή, τα «επειδή», ώστε να μπορέσετε μόνοι σας να φτάσετε στο δικό σας «δια ταύτα». Στο τι θέλετε -και κυρίως, αν θέλετε- να αλλάξετε κάτι.
Ο αναγνώστης έχει την ευκαιρία να εξοικειωθεί περισσότερο με βασικές έννοιες που αφορούν την διαχείριση του εσωτερικού του κόσμου, όπως ο εντοπισμός του προβλήματος και της ανάγκης αλλαγής, ο προσδιορισμός του απόλυτα προσωπικού στόχου, η υιοθέτηση της σωστής στάσης απέναντι στη ζωή, η κατάλληλη χρήση των διαφορετικών εκδοχών της προσωπικότητάς του, ο ρόλος του αυτοσεβασμού, η ανάγνωση των συναισθημάτων του και η διαχείρισή τους με έμφαση στον επικίνδυνο θυμό μας, μια μεθοδολογία καταπολέμησης του άγχους, το θέμα της σωστής αυτοεκτίμησης ως εργαλείου αυτοβελτίωσης και άλλα πολλά και ενδιαφέροντα.
Αρνούμαι κατηγορηματικά να «εξαπατήσω» τον αναγνώστη με θαυματουργές συνταγές. Το ζητούμενο είναι να μπορούμε όλοι να διαχειριστούμε καλύτερα τον εσωτερικό μας κόσμο. Τα δεκατέσσερα βήματα προσφέρουν ακριβώς αυτό.
Ισως δεν θα πάρω βραβείο πρωτοτυπίας των θεμάτων με τα οποία ασχολήθηκα, αλλά είναι πρωτότυπος και απλός ο τρόπος που παρουσιάζονται. Ο αναγνώστης θα μπορεί πολύ εύκολα να προστρέχει σε μικρά εργαλεία που φιλοδοξία του βιβλιου είναι να του φανούν χρήσιμα. Αυτό που έχω διαπιστώσει είναι ότι οι περισσότεροι άνθρωποι απεχθάνονται να τους «κουνά κάποιος το δάκτυλο» ή να τους αποκαλύπτει δήθεν το «φως το αληθινό» σαν να ήταν μέχρι χθές τυφλοί. Αρνούμαι κατηγορηματικά να «εξαπατήσω» τον αναγνώστη με θαυματουργές συνταγές. Το ζητούμενο είναι να μπορούμε όλοι να διαχειριστούμε καλύτερα τον εσωτερικό μας κόσμο. Τα δεκατέσσερα βήματα προσφέρουν ακριβώς αυτό. Μια καλή ευκαιρία για να στραφεί κανείς στο «μέσα» του και να αρχίσει να συνδιαλέγεται με ειλικρίνεια μαζί του.
Στο δεύτερο μέρος χρησιμοποιείτε αληθινές ιστορίες ανθρώπων που φαίνεται να ζουν σύμφωνα με τα «θέλω» τους. Τι ιδιαίτερο μπορεί να προσφέρει μια βιωματική ιστορία;
Να σας διευκρινίσω ότι δεν πρόκειται για ανθρώπους που άλλαξαν τη ζωή τους, δεν έχουμε πριν και μετά, πρόκειται για ανθρώπους που οι επιλογές τους στη ζωή μοιάζουν να έχουν φιλτραριστεί από τις επιθυμίες τους, τις ανάγκες τους, τα πιστεύω τους. Οι ζωές τους δηλαδή δεν βασίζονται στο όσα «πάνε κι όσα έρθουν», αλλά σε γερά θεμέλια πάνω στα οποία έχτισαν περαιτέρω για να μπορούν να απολαμβάνουν, στο μέτρο του ανθρωπίνως εφικτού, μια ευτυχισμένη ζωή.
Για εμένα, η έμπνευση είναι απόλαυση και στόχος ζωής. Θέλω οι άνθρωποι να με γοητεύουν και όχι να με απογοητεύουν. Θεωρώ ότι παραδειγματίζομαι από τους γοητευτικούς ανθρώπους, έχουν κάτι να με διδάξουν.
Με την κατάλληλη αξιοποίηση των δυνατοτήτων και των ταλέντων τους, προσέφεραν τόσο στον εαυτό τους όσο και στους άλλους. Γιατί, για να μπορεί κάποιος να χαίρεται και να χαμογελά, πρέπει να μπορεί να συμβιώνει, να έχει την ικανότητα να προσφέρει, αλλά και να εισπράττει αυτό που του αναλογεί. Από μαρτυρίες αναγνωστών μου, κατάλαβα ότι ο καθένας ταυτίζεται με διαφορετική ιστορία, ανάλογα με τις ανάγκες του. Για αυτό και υπάρχουν περισσότερες.
Προσπάθησα να εμπνεύσω με τις ιστορίες μου, όχι να πω: «Κοίτα αυτοί τι πέτυχαν, κοίτα κι εσύ να το πετύχεις». Φυσικά, αυτή την έμπνευση την είχα βιώσει εγώ πρώτα, με όλους τους «χαρακτήρες» που περιγράφονται στο βιβλίο. Για εμένα, η έμπνευση είναι απόλαυση και στόχος ζωής. Θέλω οι άνθρωποι να με γοητεύουν και όχι να με απογοητεύουν. Θεωρώ ότι παραδειγματίζομαι από τους γοητευτικούς ανθρώπους, έχουν κάτι να με διδάξουν. Τη σημασία αυτού του θετικού παραδείγματος προσπάθησα να αναδείξω στο βιβλίο μου. Πρόκειται για μια προσπάθεια να αποτινάξω την «τυραννία» του αρνητικού και πολλές φορές καθοδηγούμενου παραδείγματος που έχει επικρατήσει στις ζωές μας.
Στον υπότιτλο του βιβλίου χρησιμοποιείτε τον όρο «αυτοβελτίωση». Με ποιον τρόπο ο οδηγός σας ξεχωρίζει από άλλα βιβλία αυτοβελτίωσης;
Εκτός από όσα σας είπα ήδη, που ευελπιστώ να κατέστησαν αυτή την ερώτηση περιττή, θα σας δώσω ένα ακόμα επιχείρημα. Οι άνθρωποι είναι διαφορετικοί, όσο και αν προσπαθούμε προς διευκόλυνσή μας να κωδικοποιήσουμε τις συμπεριφορές τους, να τους βάλουμε δηλαδή σε κάποια καλούπια. Κάθε άνθρωπος έχει τον δικό του μοναδικό χαρακτήρα. Είναι σαν τα δακτυλικά του αποτυπώματα. Όσες ομοιότητες μπορείς να βρεις στην ανθρώπινη συμπεριφορά, απείρως μεγαλύτερες διαφορές εξακολουθούν να υπάρχουν. Αυτό δεν είναι κακό γιατί όλοι αισθανόμαστε την ανάγκη να είμαστε ξεχωριστοί.
Η απάντηση είναι να μπορεί ο καθένας να βάλει το δικό του αποτύπωμα που δεν θα μοιάζει με κανένα άλλο. Κι όταν ένας άνθρωπος προσπαθεί να δημιουργήσει χωρίς να αντιγράφει ή να μιμείται, αλλά επενδύοντας τις δικές του δυνατότητες και τα δικά του ταλέντα για να σφραγίσει το έργο του με τη δική του προσωπικότητα, τότε πώς να μην αισθάνεται ότι διαφέρει; Το βιβλίο μου είναι διαφορετικό γιατί απλά «κάνει τη διαφορά». Αν και αξιοποίησα με πολύ ιδιαίτερο, θέλω να πιστεύω, τρόπο ένα υλικό που υπάρχει σε χιλιάδες βιβλία.
Πώς αποτιμάτε τον όρο «ευτυχία»; Σε έναν κόσμο που όλα αλλάζουν συνεχώς, γίνεται να επιτευχθεί μια μόνιμη κατάσταση ευτυχίας και πληρότητας;
Ερώτηση-παγίδα για έναν σύμβουλο προσωπικής ανάπτυξης που γράφει για αληθινές ιστορίες ευτυχίας. Θα προσπαθήσω να σας απαντήσω με τη φιλοδοξία αυτή η απάντηση να μην είναι «κλισέ». Και θα αντιστρέψω την ερώτησή σας ως ο δικηγόρος ξέρετε ποιου (είναι η ίδια διαστροφή που χρειάζεται χώρο μέσα μου).
Αντίθετα με αυτό που όλοι έχουν βαλθεί να μας κάνουν να πιστέψουμε, πως δεν έχουμε άλλη επιλογή από την επιδίωξη της ευτυχίας, θα σας έλεγα ότι όλοι έχουμε ένα «αναφαίρετο» δικαίωμα να δοκιμάσουμε και λίγη δυστυχία. Δεν είναι ακραίο να σας πω πως η δυστυχία απλά είναι αναπόφευκτη και χρήσιμη, ως ένα σημείο βέβαια. Όλοι έχουμε δικαίωμα να έχουμε κακή διάθεση, να είμαστε λυπημένοι, απογοητευμένοι, θυμωμένοι, προσβεβλημένοι, μελαγχολικοί, συγχυσμένοι, πικραμένοι. Δηλαδή απλά έχουμε δικαίωμα να αισθανόμαστε και αρνητικά συναισθήματα.
Τα συναισθήματα είναι οι σύμμαχοί μας γιατί εμφανίζονται για να μας καθοδηγήσουν στη λήψη αποφάσεων και στις ενέργειές μας. Το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε, είναι να μάθουμε να τα υποδεχόμαστε και να τα ακούμε.
Κάποια στιγμή στη ζωή μου μου φάνηκε πολύ χρήσιμη μια συμβουλή ενός ψυχολόγου που σε εμένα λειτούργησε πολύ καλά κι ελπίζω κι εσείς να τη βρείτε χρήσιμη: «Μην προσπαθείτε να ξεφύγετε, επιτρέψτε στη δυστυχία να σας διαπεράσει. Κανονίστε όμως αυτό να κρατήσει όσο λιγότερο γίνεται».
Τα συναισθήματα είναι οι σύμμαχοί μας γιατί εμφανίζονται για να μας καθοδηγήσουν στη λήψη αποφάσεων και στις ενέργειές μας. Το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε, είναι να μάθουμε να τα υποδεχόμαστε και να τα ακούμε. Οι περισσότεροι δυσκολεύονται πάρα πολύ να κάνουν πράξη αυτό που μόλις είπα γιατί όταν έχεις ως απώτερο σκοπό να προσεγγίσεις την ευτυχία, το να διαπιστώνεις ότι δεν πας και τόσο καλά είναι σαν να παραδέχεσαι ότι απέτυχες. Και όλοι συμφωνούμε ότι σε κανέναν δεν αρέσει να χάνει.
Να σας ομολογήσω ότι εγώ προσωπικά δεν έχω κάνει ποτέ τόσο έντονη προσπάθεια για αυτοβελτίωση όσο σε περιόδους που αισθανόμουν πραγματικά δυστυχισμένη. Γιατί είναι ηλίου φαεινότερο ότι τα αντιβιοτικά τα παίρνεις όταν είσαι άρρωστος και όχι όταν είσαι καλά ή από απλή περιέργεια. Έτσι και με την αυτοβελτίωση, όταν βλέπω κάποιον να κάνει υπερπροσπάθεια, μου προκαλεί μια συμπάθεια επειδή ακριβώς τον νιώθω. Το μόνο που θέλω είναι να του χαϊδέψω παρηγορητικά το χέρι και να του πω: «Ξέρω δεν είσαι καλά, αλλά αυτό είναι οκέι».
Το συμπέρασμα; Η μόνη δυνατή ευτυχία πρέπει να λάβει υπόψη της τη δυστυχία. Πρόκειται λοιπόν για μια μορφή ευτυχίας συνειδητή και ξεκάθαρη. Βασίζεται στην επίγνωση της πραγματικότητας. Είσαι ευτυχισμένος ενώ καταλαβαίνεις πλήρως τη ζωή με τα καλά αλλά και με τα δύσκολα. Οταν καίγεσαι πονάς. Ο εγκέφαλος καταγράφει αυτή την πληροφορία, η οποία σε αποτρέπει από το να ακουμπήσεις το χέρι σου πάνω στο μάτι της κουζίνας. Κι έτσι μαθαίνεις να μην ξανακάνεις αυτό που θα προκαλεί τον πόνο σου.
Σημασία έχει να αντιληφθούμε αυτό που μας ενοχλεί και γίνεται υπεύθυνο για την δυστυχία μας και να το σταματήσουμε.
Σκέφτομαι την περίπτωση μιας φίλης που έμεινε για πολλά χρόνια με κάποιον ο οποίος κατά κοινή ομολογία, αλλά και από προσωπική αντίληψη, ήταν μεγάλος κρετίνος (επειδή δεν μου επιτρέπεται να χρησιμοποιήσω εκείνη την άλλη λέξη που παρεμπιπτόντως την ακούω δεκάδες φορές την ημέρα, αλλά αυτό δεν θα το σχολιάσω). Επί χρόνια προσπαθούσε με όλες της τις δυνάμεις, να διασώσει αυτή τη σχέση και να δίνει ακόμα μια «τελευταία» ευκαιρία, ώσπου στο τέλος κατάλαβε ότι ήταν δυστυχισμένη μαζί του. Το δέχθηκε, δηλαδή, γιατί χρόνια το υποψιαζόταν και προς μεγάλη ανακούφιση του οικείου περιβάλλοντός της, επιτέλους τον εγκατέλειψε. Αν άκουγε τα συναισθήματά της και δεν τα απωθούσε ίσως και να μην έχανε τόσο χρόνο. Αλλά πάλι ίσως να είχε απόλυτη ανάγκη από όλο αυτό τον χρόνο για να δεχθεί το γεγονός ότι είναι δυστυχισμένη. Δεν έχουμε όλοι τον ίδιο συγχρονισμό. Σημασία έχει να αντιληφθούμε αυτό που μας ενοχλεί και γίνεται υπεύθυνο για την δυστυχία μας και να το σταματήσουμε.
Αλλά υπάρχει και η πολύ συχνή περίπτωση που εμείς παραπονιόμαστε γιατί θεωρούμε ότι έχουμε κάποιους λόγους να είμαστε λίγο δυστυχισμένοι, ενώ οι άλλοι πιστεύουν ότι ανήκουμε σε μια κατηγορία με περιορισμένα δικαιώματα διαμαρτυρίας. Αυτή που αποκαλείται: «Εσύ τι ανάγκη έχεις;» Αυτή η φράση που σκοπό έχει να συνειδητοποιήσουμε εμείς αυτό που ισχυρίζεται κάποιος άλλος για εμάς και να του πούμε: «μα δίκιο έχεις, είναι αλήθεια, δεν μου λείπει τίποτα! Ευτυχώς που με βοήθησες να το καταλάβω, καλέ μου φίλε/η». Μα δεν είναι αυτό που θέλουμε να ακούσουμε όταν εκφράζουμε το παράπονό μας, αυτό μπορούμε κι εμείς οι ίδιοι να το πούμε στον εαυτό μας. Όταν γκρινιάζουμε, σημαίνει ότι έχουμε ανάγκη από κάποιον να μας ακούσει, να συμμεριστεί τη δική μας αντίληψη για την προσωπική μας «δυστυχία».
Στην πραγματικότητα, ο καθένας μας γνωρίζει πολύ καλά, είτε το δηλώνει είτε όχι, κατά πόσο είναι ευτυχισμένος ή δυστυχισμένος με τον σύντροφό του, με τη δουλειά του, με τη ζωή του όλη. Απλά χρειάζεται πολύ θάρρος να αναγνωρίσεις και να αποδεχτείς ότι κάτι απ’ όλα αυτά δεν πάει και τόσο καλά. Ομως αυτό που μας χρειάζεται, είναι να ακούμε τη βαθύτερη φωνή μας, που σίγουρα μας λέει αλήθειες και να μάθουμε να την εμπιστευόμαστε συνομιλώντας μαζί της.
Να ξέρετε ένα πράγμα, η θλίψη κερδίζει πάντα όταν προσπαθούμε να τη νικήσουμε, προσποιούμενοι ότι δεν μας συμβαίνει.
Ένα άλλο, αναφαίρετο δικαίωμά μας είναι το να εκφράζουμε δυσαρέσκεια, που το βλέπουμε όμως παραπάνω από συχνά, γύρω μας. Έχει πάρει διαστάσεις επιδημίας. Δεν είναι τόσο κακό να γινόμαστε και λίγο παραπονιάρηδες. Θα έλεγα ότι σχεδόν συστήνεται από τους ειδικούς, γιατί η λύπη πρέπει να εκφράζεται και να μοιράζεται. Αν δεν την εκφράσουμε, θα βρει τρόπο να ξαναβγεί στην επιφάνεια. Και λειτουργεί ως απειλή. Να ξέρετε ένα πράγμα, η θλίψη κερδίζει πάντα όταν προσπαθούμε να τη νικήσουμε, προσποιούμενοι ότι δεν μας συμβαίνει. Το σώμα μας θα βρει πάντα τρόπο να μας υπενθυμίσει αυτό που εμείς αγνοούμε και κάνουμε ότι δεν υπάρχει. Δεν έχουμε άλλη επιλογή από το να το αποδεχθούμε, να σταματήσουμε να το παλεύουμε τόσο. Κι εκεί κάπου ξεκινά η λύτρωση.
Προστρέχω πολύ συχνά σε αυτή τη φράση που είναι η πασίγνωστη παραλλαγή της λεγόμενης Prayer of Serenity (προσευχή της Γαλήνης). Είναι απλή αλλά βαθιά, σε μία πρόταση συνοψίζει μια βασική φιλοσοφία ζωής: «Δώσε μου τη δύναμη να αλλάξω ό,τι μπορεί να αλλάξει, να αποδεχτώ ό,τι δεν μπορεί να αλλάξει και να μάθω να ξεχωρίζω τη διαφορά ανάμεσα στα δύο».
Αν και δεν είναι κάτι καινούργιο, το χρησιμοποιούν πολύ και στις ομάδες απεξάρτησης των ανώνυμων αλκοολικών και τόσες πολλές φορές το έχουμε δει σε τηλεταινίες, θεωρώ ότι είναι απόλυτα εφαρμόσιμο στην καθημερινότητά μας και πολύ συχνά αποτελεί και τη μοναδική λύση προκειμένου ο άνθρωπος να ζήσει με γαλήνη, με πληρότητα. Η ευτυχία είναι εφικτή λοιπόν και στις μέρες μας υπό κάποιες προϋποθέσεις. Και σίγουρα δεν πρόκειται για μόνιμη κατάσταση γιατί αν ήταν έτσι, σίγουρα κανένας δεν θα μπορούσε να την εκτιμήσει.
* Ο ΣΟΛΩΝΑΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα
Η Μάρα Καραγιάννη γεννήθηκε στο Βόλο. Σπούδασε Νομική στο ΑΠΘ κι έλαβε M.Sc. στο Ευρωπαϊκό Δίκαιο από το Πανεπιστήμιο ULB των Βρυξελλών. Εκεί εργάστηκε σε νομική εταιρεία και σε όργανα της ΕΕ. Στην Ελλάδα προσέφερε τις υπηρεσίες της ως δικηγόρος και νομική σύμβουλος στον τραπεζικό τομέα. Το 2013 επέστρεψε στις Βρυξέλλες όπου συνέχισε να παρέχει νομικές υπηρεσίες ως freelance consultant, ενώ παράλληλα δραστηριοποιήθηκε στον επιχειρηματικό τομέα ως διευθυντικό στέλεχος γνωστής ελληνικής εταιρείας φυσικών καλλυντικών.

Το ενδιαφέρον της για τους κοινωφελείς σκοπούς εκφράστηκε μέσα από δράσεις ελληνικών και διεθνών οργανώσεων. Έλαβε μέρος σε Πανευρωπαϊκά Συνέδρια για τα ανθρώπινα δικαιώματα και την προάσπιση των γυναικών και συμμετείχε σε εθελοντικές δράσεις αλληλεγγύης. Η αγάπη για τον άνθρωπο και η επιθυμία της να συνδράμει στα σύγχρονα κοινωνικά προβλήματα ήταν το κίνητρο για τις σπουδές της στη Σχολή Coach de Vie στις Βρυξέλλες, λαμβάνοντας το 2021 δίπλωμα με άδεια ασκήσεως επαγγέλματος life coach.
























