
Μια μέρα σαν σήμερα, στις 6 Σεπτεμβρίου 1907, πέθανε στο Σατεναί-Μαλαμπρί ο Σιλί Προυντόμ (Sully Prudhomme), που έλαβε το πρώτο Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας στην Ιστορία.
Επιμέλεια: Book Press
Μια μέρα σαν σήμερα, στις 6 Σεπτεμβρίου 1907, πέθανε στο Σατεναί-Μαλαμπρί ο Ρενέ-Φρανσουά-Αρμάν Προυντόμ (René-François-Armand Prudhomme), γνωστός ως Σιλί Προυντόμ (Sully Prudhomme) ο οποίος, έξι χρόνια πριν από τον θάνατό του, έγινε ο πρώτος λογοτέχνης που τιμήθηκε με Νόμπελ Λογοτεχνίας, το 1901.
Τον διαμόρφωσε το κίνημα του Παρνασσισμού
Γεννημένος στις 16 Μαρτίου 1836, ο Προυντόμ ήταν Γάλλος ποιητής και δοκιμιογράφος. Ανακάλυψε την αγάπη του για τη λογοτεχνία σε μικρή ηλικία. Για ένα διάστημα σκεφτόταν να γίνει μέλος του Τάγματος του Αγίου Δομινίκου, αλλά κατέληξε να εργάζεται σε χυτήριο και κατόπιν εκπαιδεύτηκε σε συμβολαιογραφικό γραφείο. Τα πρώτα του ποιήματα, δημοσιευμένα σε φοιτητικό περιοδικό, έτυχαν θερμής υποδοχής και έτσι αποφάσισε να αφοσιωθεί στην ποίηση. Η επαφή του με το κίνημα του Παρνασσισμού διαμόρφωσε το προσωπικό του ύφος.

Από ένα σημείο και έπειτα, στράφηκε κυρίως στη συγγραφή δοκιμίων με θέμα την αισθητική και τη φιλοσοφία.
Ο Προυντόμ έλαβε το πρώτο Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας στην ιστορία, το 1901, ως μια «ειδική αναγνώριση των ποιητικών συνθέσεών του, που φέρουν στοιχεία υψηλού ιδεαλισμού, καλλιτεχνικής αρτιότητας και ενός ασυνήθιστου συνδυασμού των αρετών της καρδιάς και του νου». Ανάμεσα στους είκοσι πέντε υποψηφίους βρισκόταν και ο Φρεντερίκ Μιστράλ, που τιμήθηκε από τη Σουηδική Ακαδημία δύο χρόνια αργότερα, αλλά και ο Εμίλ Ζολά.
Ο Προυντόμ χρησιμοποίησε τη χρηματική αμοιβή που έλαβε με τη βράβευση για να θεσμοθετήσει ένα ποιητικό βραβείο που απονέμεται έκτοτε από τη Société des gens de lettres, ενώ ίδρυσε τη Société des poètes français.
«Αυτός που γνωρίζει τον θάνατο, δεν έχει πια αφέντη» γράφει ο Προυντόμ σε ποίημά του. Ποιητικές συνθέσεις του έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά από τον Κωστή Παλαμά και συμπεριλήφθηκαν στην έκδοση Ξανατονισμένη μουσική (εκδ. Αφοί Βλάσση, 1980).
Το πιο γνωστό ποίημά του είναι «Το σπασμένο βάζο» ["Le vase brise"] από τη συλλογή "Stances et Poèmes" («Στάντσες και ποιήματα»), 1865)
Αυτό το βάζο όπου πεθαίνει μια βερβένα
Ράγισε από ένα χτύπημα βεντάλιας·
Χτύπημα αδιόρατο, ελαφρό:
Ούτ’ ένας ήχος να προδώσει το κακό.
Όμως το ελάχιστο εκείνο πλήγμα,
Δάγκωνε το κρύσταλλο καθημερινά,
Με βήμα σταθερό, αόρατο
Το περικύκλωνε σιγά-σιγά.
Το νερό έφυγε, κάθε του σταγόνα
Ο χυμός των λουλουδιών, στεγνός.
Κανείς ακόμα δεν το έχει μάθει
Σταθείτε μακριά, το βάζο έχει σπάσει.
Έτσι συχνά το χέρι που αγαπάμε,
Μ’ ένα άγγιγμα πληγώνει την καρδιά·
Ύστερα η καρδιά σπάζει από μόνη
Το λουλούδι του έρωτα φεύγει μακριά.
Ακέραιο στα μάτια των ανθρώπων
Θρηνεί το βάζο, η πληγή βαθιά,
Λεπτότατη, όλο μεγαλώνει
Μην το αγγίζετε, έσπασε πια.
(μτφρ. Μαρία Τσάτσου)
Το ποίημα είναι πολύ γνωστό και από τη μελοποίηση του Βέλγου συνθέτη César Franck (1822-1890). Παρακάτω, στην ερμηνεία του βαρύτονου Bruno Laplante.






















