
Για την παράσταση «Δύο ή τρία πράγματα που ξέρω γι’ αυτόν» των Ανέστη Αζά, Μιχάλη Πητίδη, Ιωάννα Κανελλοπούλου και Βαγγέλη Βλάχου, σε σκηνοθεσία Ανέστη Αζά, στο θέατρο «Προσκήνιο».
Γράφει ο Νίκος Ξένιος
Eίδα, στο Θέατρο «Προσκήνιο», την παράσταση του έργου «Δύο ή τρία πράγματα που ξέρω γι’ αυτόν» σε σκηνοθεσία του Ανέστη Αζά. Το κείμενο, που γράφτηκε από τον Ανέστη Αζά, τον Μιχάλη Πητίδη, την Ιωάννα Κανελλοπούλου και τον Βαγγέλη Βλάχο, προβλέπει ένα είδος καφενείου ή εντευκτηρίου, όπου διασταυρώνονται οι αφηγήσεις πέντε χαρακτήρων. Το έργο ακολουθεί τη γραμμή του θεάτρου-ντοκουμέντου και αναφέρεται στην έννοια της πατρότητας και του ανδρισμού που απορρέει απ’ αυτήν, με άξονα τα χαρακτηριστικά των πατέρων, των γιων, των θυγατέρων, των εραστών και των ερωμένων που συναντώνται ως διαγενεακά γνωρίσματα σε μια κοινωνία κύριο γνώρισμα της οποίας είναι η πατριαρχία: πατέρες λιγότερο ή περισσότερο αυταρχικοί, πατέρες-πρότυπα και πατέρες-αντιπρότυπα, υγιής ή πλημμελής ενηλικίωση, σεξουαλικοί ρόλοι με φροϋδική βάση, όλα αυτά τα μοτίβα κατατίθενται ως προσωπικά βιώματα και ως αγώνας διαμόρφωσης της προσωπικής ταυτότητας καθενός από τους πρωταγωνιστές. Μια παράσταση έξυπνη, εφευρετική, δημοκρατική ως προς την κατανομή των διαλόγων και ρευστή ως προς την ανάληψη των ρόλων.
Το αρχέτυπο-Πατέρας
Ιστορίες που έχουν το ένα σκέλος στην εμπειρία των ηθοποιών και το άλλο στη μυθοπλασία, πάντως ιστορίες αληθινές και δοσμένες με χιούμορ, αυτοσαρκασμό και ελαστική αντίληψη για τα πράγματα. Αποτυπώσεις της κοινής μας κουλτούρας (παλιό ελληνικό σινεμά, τραγούδια που όλοι τραγουδήσαμε, συνεστιάσεις και γλέντια που όλοι γνωρίσαμε, φαγητά και γλυκά που όλοι γευθήκαμε, ερωτικές επιτυχίες και χυλόπιττες που όλοι δοκιμάσαμε, θυμοί και ξεσπάσματα πολύ οικεία σε όλους μας, αναμνήσεις που όλοι καταγράψαμε, τραύματα που όλοι δυσκολευτήκαμε να υπερβούμε): καθένας μπορεί να διακρίνει ποιο μέρος των αφηγημάτων αυτών τον αφορά, γι’ αυτό η παράσταση του κύριου Αζά δεν «κουνά το δάκτυλο» σε κανέναν, απλά αφουγκράζεται με ειλικρίνεια τις εκμυστηρεύσεις καθενός – σαν σε μια ομαδική ψυχοθεραπεία.

Ξεκινά ο Γιώργος Βαλαής, ο πιο ώριμος της παρέας των ηθοποιών: παραθέτει μιαν εμπειρία του Ανέστη Αζά, διευκρινίζοντάς το στο κοινό. Ακολουθεί εκείνο το πανταχού παρόν φάντασμα του πατέρα του Άμλετ, αυτός ο Άμλετ-πατέρας που στοιχειώνει το θέατρο και που τον ξανασυναντούμε στον Ίψεν σε ζοφερότερη μορφή. Τέλος, κατατίθεται η συγκίνηση της πατρότητας ως εμπειρία του ίδιου του αφηγητή, η σχέση του με το παιδί του, παλιές νοοτροπίες που άθελά του αναπαράγει, μια πολιτιστική παρακαταθήκη που ναι μεν ενοχοποιείται για μια σειρά από ανάρμοστες συμπεριφορές, ωστόσο αθωώνεται υπό το πρίσμα της τρυφερότητας και της ανοχής. Η ερμηνεία του κύριου Βαλαή στηρίζεται στην αβίαστη, μη επεξεργασμένη εκφορά του λόγου και αυτό είναι και το σήμα κατατεθέν του ως ηθοποιού.
Ροζ τηλέφωνα και λογαριασμοί γονέων
Ένας αμήχανος πατέρας, ένας σιωπηλός πατέρας, ένας αντιστασιακός πατέρας ως σημείο αναφοράς και ωρίμανσης, μια εφηβεία καθηλωμένη στην πορνογραφική σχέση με το άλλο φύλο, μια υπέρβαση που επιτελείται σταδιακά. Ο Κωνσταντίνος Μωραḯτης σε μια από τις καλύτερες στιγμές του. Ένας μονίμως απών πατέρας, ένας σκληρός φαλλοκράτης πατέρας αλβανικής καταγωγής που ο γιος του μεγάλωσε ως gay στην Ελλάδα: ο Ρίνο Τζάνι αγγίζει πολύ ευαίσθητο θέμα, βαθύτατα συναισθηματικό και αποκαλυπτικό της απατηλής εκδοχής αρρενωπότητας που κατατρύχει τα Βαλκάνια και αποτελεί κοινή μαρτυρία της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας. Η ανδρική αντίληψη «περί τιμής» και ο βιασμός της ανθρώπινης βούλησης που αυτή συνεπάγεται. Τα δεδομένα ανατρέπονται, ο νέος ηθοποιός ρίχνει φως στη βίαιη ενηλικίωσή του, μεγάλο μέρος της οποίας περιλαμβάνει και κακοποίηση, τουλάχιστον ψυχοσυναισθηματική. Η τελική γνωριμία με τον πατέρα, μετά από χρόνια, μια από τις πιο τρυφερές σκηνές του έργου.

Ένας ανδρικός, συχνά φαλλικός και συχνότερα ευνουχιστικός κόσμος διανοίγεται στην αντίληψη του θεατή μέσα από την κατάθεση των αγοριών, και είναι αναγνωρίσιμος. Παράλληλα, ένας υψηλός βαθμός συνειδητοποίησης των ίδιων των γυναικών. Οι άντρες δεν είναι μόνο κυνηγοί, είναι και θηράματα. Οι άντρες είναι και ανυπεράσπιστα παιδιά που θέλουν να κλάψουν. Μαζί τους, θέλουν να κλάψουν και οι γυναίκες – πώς αλλιώς θα ολοκληρωνόταν η αναζήτηση; Μνήμες, σωματικές εμπειρίες και καταγραφές που διατυπώνονται με ποικίλους τρόπους, συχνά εξωφρενικούς – μια παράσταση που δεν προϊδεάζει για τον βαθμό αυθορμητισμού της και εκπλήσσει τον θεατή, γιατί περιλαμβάνει τρυφερές ενδοσκοπήσεις, ειλικρινείς καταθέσεις, ριζοσπαστικές τοποθετήσεις, χειραφέτηση των ενστίκτων, ένσταση στις παραδεδομένες απόψεις, επιθετικότητα, χαστούκια, αλλά και πολλή τέχνη, χορό και τραγούδι της ομάδας.
Πατέρες κουλτουριάρηδες και βίαιοι
Ένας ματαιωμένος πατέρας που δεν αποδέχεται τις επιλογές της κόρης του γιατί επιφυλάσσει ένα πιο «ποιοτικό» μέλλον γι’ αυτήν και έτσι δεν υπολογίζει τα δικά της θέλω, κατά βάσιν ιδιαίτερα συντηρητικός, παρά την επίφαση προοδευτισμού του: η Μάρω Σταυρινού δηλώνει την αδυναμία έκφρασης των συναισθημάτων που βασάνιζε τον δικό της πατέρα, «όπως και τους περισσότερους άντρες».
Βάζει επί τάπητος τη δύσκολη ενηλικίωση των ανδρών με βάση τις υπερβολικές προσδοκίες των άλλων απ’ αυτούς και τη συγκεκαλυμμένη εκδοχή της πατριαρχικής μάστιγας. Ο μύθος της αρρενωπότητας, σύμφυτος με τον μύθο της θηλυκότητας. Το κακοποιητικό στοιχείο που εμπεριέχεται σ’ αυτήν. Η δύσκολη αυτοδιάθεση των γυναικών.
Η συνεχής τους προσφορά και αυτοθυσία
Στη συνέχεια, εν είδει devised theatre και σε ύφος «γενικής πρόβας» ή αυτοσχεδιασμού, μια κοινότητα πέντε ατόμων παραθέτουν μνήμες, μια ζωντανή γενεαλογία των ηθικών επιταγών, του ρόλου του ιππότη, του ρόλου του εραστή, του ρόλου του γιου, του ρόλου της κόρης, του ρόλου της ποθητής γυναίκας. Η Κωνσταντίνα Τάκαλου γεμίζει και πάλι τη σκηνή με τη δυναμική της παρουσία, παραθέτοντας με χιούμορ τις μικρές «απορρίψεις» επίδοξων εραστών, αλλά και εκμυστηρευόμενη κάποιο ψυχικό τραύμα.
Πλαγίως, υπαινικτικά, αλλά και ευθέως, η παράσταση δημιουργεί συνειρμούς ενοχικούς για συμπεριφορές που «πέρασαν στα αζήτητα», και μάλιστα προσλαμβάνει κυρίως πολιτική διάσταση.
Φλερτ που αποκαρδιώνουν, παράλληλα με την ανάγκη συνάντησης. Το αντικείμενο του πόθου, η γυναίκα ως διεκδικούμενο, όχι όμως ως αυτονόητο τρόπαιο. Μαζί με τη Μάρω Σταυρινού συνθέτουν έναν μίνι «χορό» κοριτσιών και γυναικών που καταγγέλλει τις κακοποιητικές επιδράσεις της ανεπεξέργαστης ανδρικής παρέμβασης στη ζωή τους. Η κυρία Τάκαλου, μεγάλη πρωταγωνίστρια του θεάτρου μας, κάνει μια προσωπική αναδίφηση με απόλυτη επίγνωση της επίδρασης που ασκεί στο κοινό.
Το ανοιχτό ζήτημα της βίας των ανδρών, του κρυφού μισογυνισμού, της ανταγωνιστικότητας, ακόμη και το ζήτημα (που εκκρεμεί) των γυναικοκτονιών, το μοντέλο padre padrone που συμβολίζουν προσωπικότητες σαν τον Ντόναλντ Τραμπ και σαν τους μουλάδες που ηγούνται των ισλαμικών δικατατοριών: αυτά φαίνεται να είναι ο κινητήριος μοχλός αυτής της ντοκιμαντερίστικης καταγραφής του Ανέστη Αζά. Πλαγίως, υπαινικτικά, αλλά και ευθέως, η παράσταση δημιουργεί συνειρμούς ενοχικούς για συμπεριφορές που «πέρασαν στα αζήτητα», και μάλιστα προσλαμβάνει κυρίως πολιτική διάσταση. Αρχικά, η εξατομίκευση: τι θυμούνται όλοι από την παιδική τους ηλικία, τι έχουν καταγράψει, τι είναι αυτό που τους πληγώνει ακόμη και τι τελικά σαρκάζουν και απομυθοποιούν: αυτό είναι το ζητούμενο μιας τέτοιας παράστασης, πιστεύω. Και, τελικά, η συνάντηση, το άγγιγμα, η συνεργασία (επιτέλους) των δύο φύλων.

Εξαιρετική πηγαιότητα στις ερμηνείες, που ως ένα βαθμό είναι αυτοβιογραφικές και ως εκ τούτου προσφέρονται για ένα είδος «ψυχανάλυσης» των πρωταγωνιστών, όμως πάντα διατηρούν μια παράμετρο παραμυθιού και κατασκευής: εκτός από την Κωνσταντίνα Τάκαλου και τον Γιώργο Βαλαή, είναι αξιοπρόσεκτο το πόσο έδεσε μαζί τους η ομάδα των νεαρότερων ηθοποιών, του Ρίνο Τζάνι, της Μάρως Σταυρινού και του Κωνσταντίνου Μωραϊτη, και πώς πετυχαίνουν οι εναλλαγές στους ρόλους (ηλικιακές, υφολογικές, φύλου). Οι ηθοποιοί κάνουν «πάσα» ο ένας στον άλλον τους ρόλους της πατρότητας, της υικότητας, της μητρικότητας, της θυγατρικότητας, του εραστή και του ερωμένου, χωρίς να παρακωλύεται στο παραμικρό η σαφήνεια και η γλαφυρότητα του σημαινομένου. Στο άψογο αποτέλεσμα συντελούν η σκηνογραφία και η ενδυματολογία των Διδώς Γκόγκου και Ηλία Στριγγάρη, οι φωτισμοί του Γιώργου Κασσάκου και η μουσική επιμέλεια του Παναγιώτη Μανουηλίδη, που συμμετέχει ο ίδιος επί σκηνής.
* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός, συγγραφέας και κριτικός θεάτρου.
Σκηνοθεσία: Ανέστης Αζάς
Κείμενο: Μιχάλης Πητίδης, Ανέστης Αζάς και η ομάδα
Συνεργάτες για τη δραματουργία: Ιωάννα Κανελλοπούλου, Μιχάλης Πητίδης
Βοηθός Σκηνοθέτη: Ιωάννα Κανελλοπούλου
Β Βοηθός Σκηνοθέτη: Βαγγέλης Βλάχος
Σκηνογραφία – Κοστούμια: Διδώ Γκόγκου
Μουσική: Παναγιώτης Μανουηλίδης
Φωτισμοί: Γιώργος Κασσάκος
Βοηθός σκηνογράφου-ενδυματολόγου: Ήλια Στριγγάρη
Φωτογραφίες: Γκέλυ Καλαμπάκα
ΠΑΙΖΟΥΝ: Γιώργος Βαλαής, Κωνσταντίνος Μωραΐτης, Μάρω Σταυρινού, Κωνσταντίνα Τάκαλου, Ρίνο Τζάνι
Ευχαριστίες: Δημήτρης Καλακίδης, Άγγελος Κονταξής, Δανάη Λιοδάκη, Τάσος Παλαιορούτας, Ελένη Ράντου, Πρόδρομος Τσινικόρης, Πηνελόπη Φλουρή, Gary Salomon






















