
Για την παράσταση «Βάσσα – Μια μητέρα», του Μαξίμ Γκόρκι (Maxim Gorky), σε σκηνοθεσία Λίλλυς Μελεμέ, στο θέατρο Arroyo.
Γράφει ο Νίκος Ξένιος
«Έγραψα θεατρικά έργα επειδή ήμουν υποχρεωμένος. Γι' αυτό είναι ΤΟΣΟ κακά. Ωστόσο, αν είχα μελετήσει τη θεωρία του δράματος, θα ήταν πολύ χειρότερα!»
–Μαξίμ Γκόρκι
Στο θέατρο Arroyo είδα την παράσταση «Βάσσα – Μια μητέρα» σε σκηνοθεσία της Λίλλυς Μελεμέ. Δεκαεννέα χρόνια μετά την πρώτη σκηνοθεσία της «Βάσσα» από τον Στάθη Λιβαθινό στο Θέατρο της οδού Κεφαλληνίας, με πρωταγωνίστρια την Μπέτυ Αρβανίτη και την ίδια ως βοηθό σκηνοθέτη, η κυρία Μελεμέ καταπιάνεται πάλι με αυτό το δύσκολο έργο του Μαξίμ Γκόρκι και τα καταφέρνει θαυμάσια. Για τον εαυτό της επιφυλάσσει τον δύσκολο ρόλο της μητριαρχικής φιγούρας που ο Γκόρκι πρότεινε για πρώτη φορά το 1910, ενώ ήταν εξόριστος στο Κάπρι, σε ένα τρίπρακτο δράμα κριτικού ρεαλισμού με τον τίτλο «Vassa Zheleznova». Το 1935, λειτουργώντας πλέον ως απολογητής του σοβιετικού συστήματος, ξαναέγραψε το κείμενο, ολοκληρώνοντας το 1935 τη δεύτερη εκδοχή του, μια πικρή κωμωδία που στηλιτεύει την καπιταλιστική εμπορευματική τάξη της Ρωσίας.
Η δεύτερη εκδοχή της «Βάσσας» υπηρετούσε θαυμάσια τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό, εφόσον φωτογραφίζει αυτά τα άτομα που, με γνώμονα το υλικό κέρδος, δεν γνώριζαν την παραμικρή αναστολή, θυσίαζαν ακόμη και τα παιδιά τους τα ίδια: η ομώνυμη ηρωίδα, μικρομεσαίας καταγωγής, είναι ο κατεξοχήν τύπος του αυτοδημιούργητου κεφαλαιοκράτη που πετυχαίνει μόνος του χάρη στους κόπους μιας ζωής και που, παρά την καταστροφή που επιφέρει στους γύρω του ανθρώπους, συνεχίζει ακάθεκτος την πορεία του προς την ανέλιξη. Μια σκληρή ακτιβιστική ηθική έρχεται να ταυτιστεί με την «ηθική του αποτελέσματος» που πρεσβεύει ο στυγνός καπιταλισμός και με την ηθική αποσύνθεση που επιφέρει.
Σκηνοθέτις και πρωταγωνίστρια: δύσκολο εγχείρημα
«Η οικογένειά μας δεν τα πάει καλά»: η δήλωση της Βάσσα λίγο πριν από τον θάνατο του συζύγου της Σεργκέι Ζελέζνοφ, φανερώνει την απόλυτη πεποίθησή της ότι κανένα από τα αγόρια της δεν είναι άξιο να κληρονομήσει την παραμικρή δεκάρα. Χωρίς ηθικό ενδοιασμό και με απόλυτα χειριστικούς ελιγμούς θέτει τους όρους της στην οικογενειακή επιχείρηση και στην προσωπική ζωή των παιδιών της, αναπαράγοντας επ’ αόριστον το δικό της μοντέλο ηθικής: μια λέαινα που προασπίζεται τους σκύμνους της, ενώ παράλληλα τους καταστρέφει. Τρομερή εικόνα μιας αδίστακτης μητέρας, που κυριαρχεί στην οικογένειά της με τη δύναμη του χρήματος, αναγκάζοντας τον ετοιμοθάνατο σύζυγό της να υπογράψει μια ψεύτικη διαθήκη, προκαλώντας στην κόρη της περιττή αγωνία και αναγκάζοντας τον ανάπηρο γιο της να πάει, παρά τη θέλησή του, σε μοναστήρι. Τέτοιες γυναίκες υπήρξαν, κατά περιόδους, στην ανθρώπινη Ιστορία: αρκεί να θυμηθεί κανείς την Ειρήνη την Αθηναία, την Ελισάβετ της Αγγλίας ή τη Μεγάλη Αικατερίνη.

Η Λίλλυ Μελεμέ στον ρόλο της Βάσσα αποδίδει όλη τη γκάμα ψυχικών γνωρισμάτων της σκληρής και παράλληλα απόλυτα τρυφερής μητέρας, αυτής της «μάνας κουράγιο» που κινεί τις ζωές των άλλων κατά τη βούλησή της και σε απόλυτη συμφωνία με την πατριαρχική δόμηση του κόσμου των ενηλίκων. Μια γυναίκα που δεν χάνει ποτέ τον έλεγχο, αλλά κρατά με σιδηρά θέληση την μπαγκέτα σε όλες τις εξελίξεις, συχνά με σπαραξικάρδιες αποφάσεις που ευνουχίζουν τη μητρική της τρυφερότητα και πληγώνουν αφόρητα και την ίδια: πρόκειται για λεπτές αποχρώσεις και αντιφάσεις χαρακτήρα που η ευαίσθητη ερμηνεία της κας Μελεμέ τις αποδίδει απόλυτα, παρά τον δύσκολο ταυτόχρονο ρόλο της ως σκηνοθέτιδος και πρωταγωνίστριας.
«Χρόνια και χρόνια χτίζαμε... κι όλα γκρεμίζονται»
Θύμα και θύτης ταυτόχρονα, η Βάσσα της Λίλλυς Μελεμέ εκπροσωπεί επάξια το αποσαθρωμένο ηθικό προφίλ μιας κοινωνίας που σταδιακά σβήνει από τον χάρτη, ενώ έχει συνθλίψει κάθε αδυναμία και έχει νομιμοποιήσει την απόλυτη βία. Αυτό, άλλωστε, είναι και το κοινό που έχουν τα έργα του Γκόρκι με τα έργα του μεγάλου δασκάλου Τσέχοφ, κι εδώ τα σύμβολα αποκωδικοποιούνται: η διεκδίκηση του «νόμιμου μεριδίου» μιας γονεϊκής περιουσίας γίνεται τόσο καθοριστικός παράγοντας για τη διαγραφή αυτού του εφθαρμένου ηθικού μοντέλου, που τα παιδιά της Βάσσας αναπτύσσουν υψηλή αντιδικία μεταξύ τους και με τον αδελφό του μεταστάντος συζύγου.

Όλη η οικογένεια Ζελεζνόφ ζει από τα έσοδα μιας επιχείρησης οικοδομικών υλικών, καυσόξυλων και κάρβουνων, προϊόν του μόχθου του πατέρα Ζελεζνόφ, που τώρα ψυχορραγεί, θέτοντας σε κίνδυνο την επιβίωση και της ίδιας της επιχείρησης, με τόσες απεργίες και τόσα χρέη. Μπροστά στην εφιαλτική προοπτική μιας πιθανής χρεοκοπίας, με δεδομένη την οκνηρία των αρσενικών παιδιών της και με ενστερνισμένο το αξίωμα ότι «ο Μαμωνάς κυριαρχεί στον κόσμο», η Βάσσα παίρνει την (κατά βάσιν φεμινιστική) απόφαση να βάλει στο παιχνίδι την κόρη της Άννα Ζαχάροβνα. Τον ρόλο της Άννας, που είναι ψυχικά συγγενής με τη μητέρα της, ερμηνεύει η Ξένια Κουτσουμπού, με μια γοητευτική παρουσία επί σκηνής: «όπου να ’ναι, με βλέπω χήρα», λέει η Άννα και ανάβει τσιγάρο. Η μητέρα της της λέει πως «το κάπνισμα δεν πάει σε μια κυρία» κι εκείνη απαντά «Εμένα μου πάει!» Η δυναμική Άννα έχει ήδη χάσει ένα παιδί, όμως έχει φέρει κι άλλα παιδιά στον κόσμο, γερά. Η υποδοχή της από τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας θα είναι πανηγυρική αλλά ο ρόλος της θα είναι ηγετικός, στο πλαίσιο μιας μητριαρχίας βιβλικών διαστάσεων.
Τα αδέρφια, τα ζευγάρια, η αλληλοϋπόσκαψη
Ο Αλέξανδρος Σάβγκα (που είναι και μεταφραστής του έργου) ερμηνεύει τον ρόλο του Πρόχορ – του μποέμ θείου, που με την ηθική του χαλαρότητα και το στιλ του bon viveur δεν εμπνέει την παραμικρή εμπιστοσύνη στη Βάσσα. Έχουν πει ότι η δεύτερη εκδοχή του έργου αντιπαραθέτει μια ηθικιστική θεώρηση στην αναγκαιότητα της ρωσικής επανάστασης: ωστόσο, το προφανές είναι ότι αντιπαραθέτει μιαν ακτιβιστική ηθική άμεσης λήψης αποφάσεων στην πιο στοχαστική, ρεμβαστική, ή ακόμα και υποτακτική στάση κάποιων σκεπτικιστών. Μια «σχολή οικονομικής ευρωστίας» από τη μια, απέναντι σε μια «σχολή μυθολογίας», από την άλλη. Σαν άλλος Κρέοντας στο πλευρό της ατσάλινης, αρριβίστριας Βάσσα στέκεται ο Μιχαήλ, συνεργάτης της και πατέρας της Λουντμίλα: ο Αλέξανδρος Σπυριδέλης δίνει μιαν εξαιρετική ερμηνεία στον ρόλο, ενώ η Μελίνα Ποτουρίδου γοητεύει επί σκηνής ως Λουντμίλα. Το κορίτσι αυτό, παρά την έντονη απέχθεια προς τον δύσμορφο (ανάπηρο) σύζυγό της Πάβελ, ουσιαστικά εκφράζει τη χαρά της ζωής, την ανεμελιά και την ανεδαφική, πηγαία αισιοδοξία. Λάμψεις ανθρωπιάς αναδίδει η Βάσσα στη σκηνή όπου συμπάσχει με τη Λουντμίλα, γρήγορα όμως ανακτά τη σκληρότητά της.

Μετά την καταδίκη των αδύναμων, πνευματικά εκφυλισμένων αρσενικών παιδιών της Βάσσα, το μέλλον της οικογένειας είναι προσανατολισμένο στην καρποφόρα πρωτοβουλία των γυναικών: ένας μεγάλος κήπος που θα γεμίσει από τα γέλια μιας νέας γενιάς παιδιών, ένα μέλλον ευτυχισμένο χωρίς σύννεφα στον ορίζοντα. Στον ρόλο του Πάβελ, ο Σίμος Στυλιανού παίζει με υπερβολή και πάθος, κινείται σαν αίλουρος με χορευτική δεινότητα αξιοθαύμαστη (παρά την αναπηρία του) και γίνεται σαρκαστικός και καυστικός στο τέλος του έργου, όταν το μέλλον που του επιφυλάσσεται είναι η εξορία του μοναστηριού: ο απόηχος της (αδικημένης) αυτής φιγούρας είναι η τύψη συνειδήσεως της Βάσσας, που θα τη διώκει ακατάπαυστα.
Όλες οι τάξεις στον βωμό του χρήματος
Η μοίρα που πλήττει την οικογένεια Ζελέζνοφ ανακλά στη μοίρα πολλών συγχρόνων μας, σε μιαν εποχή όπου το χρήμα έχει αναγορευθεί σε κυρίαρχη αξία. Η τραγωδία της Βάσσα είναι να δει την οικογένειά της να καταστρέφεται από τις αστικές αξίες που τόσο υπερασπίζεται. Τον Σεμιόν, τον άλλο γιο της, που ονειρεύεται να ανοίξει ένα χρυσοχοείο με το δικό του μερίδιο της περιουσίας, τον ερμηνεύει ο Λεωνίδας Λεωντιάδης, ενώ τον ρόλο της ύπουλης και ψευδοσεμνότυφης συζύγου του Ναταλίας ερμηνεύει -αρκετά στερεοτυπικά, είναι η αλήθεια- η Πολύμνια Αγγελάκη. Το συγκεκριμένο στήσιμο του έργου προβλέπει τη συνεχή παρουσία επί σκηνής των δύο υπηρετριών Λίπα και Ντούνια, τους ρόλους των οποίων ερμηνεύουν, αντίστοιχα, η Αγαθή Κυριαζή και η Κατερίνα Μαρία Σαλταούρα. Οι δύο υπηρέτριες θα εμπλακούν, άθελά τους, στο δηλητηριώδες παιχνίδι της διεκδίκησης, της συκοφαντίας και του εγκλήματος που θα διαλύσει κυριολεκτικά την οικογένεια.

Με την αρωγή της Μαρίας Δράκου και της Αγγελίνας Μυλωνά η Λίλλυ Μελεμέ φέρνει το έργο στο σήμερα, με το αφαιρετικό αλλά δραστικό σκηνικό του Πάρη Λεόντιου (έξοχο το εύρημα του κήπου που «ανοίγεται» ως βαλίτσα ή ως παράθυρο στο μέλλον από το διαλυμένο πολυμορφικό τραπέζι, που κατά σημεία γίνεται, επίσης, τραπεζαρία, όχημα, φέρετρο και γραφείο επιχείρησης). Πολύ αυστηρές, προτεσταντικής αισθητικής είναι οι γκρίζες, λευκές και μαύρες ενδυματολογικές προτάσεις του κύριου Λεόντιου. Υπερβολικά βίαιη είναι η κινησιολογία της κυρίας Βασιλοπούλου, που ωστόσο δεν παρακώλυσε τον ρυθμό της παράστασης, ούτε την ανοδική πορεία κορύφωσής της, συνοδευόμενη από τους πολύ καλούς φωτισμούς της Κατερίνας Μαρίας Σαλταούρα και την ωραία μουσική του κύριου Κοψιδά.
* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός, συγγραφέας και κριτικός θεάτρου.
Κείμενο: Μάξιμ Γκόρκι
Μετάφραση: Αλέξανδρος Σάβγκα σε συνεργασία με τον θίασο
Σκηνοθεσία: Λίλλυ Μελεμέ
Επιμέλεια κίνησης: Χριστίνα Βασιλοπούλου
Σκηνικός χώρος-ενδυματολογική επιμέλεια: Πάρης Λεόντιος
Σχεδιασμός φωτισμού: Κατερίνα Μαρία Σαλταούρα
Μουσική επιμέλεια: Νέστωρ Κοψιδάς
Βοηθός σκηνοθέτη: Μαρία Δράκου
Βοηθός σκηνοθέτη Β΄: Αγγελίνα Μυλωνά
Φωτογραφίες: Λίνα Οικονόμου
Τρέιλερ: Θανάσης Φουσέκης
Κατασκευή κοστουμιών: Atelier Tsiouni
Μακιγιάζ φωτογράφισης: Olga Faleichyk
Υπεύθυνη Επικοινωνίας: Γιώτα Δημητριάδη
Ερμηνεύουν (αλφαβητικά): Πολύμνια Αγγελάκη, Αγαθή Κυριαζή, Ξένια Κουτσουμπού, Λεωνίδας Λεωντιάδης, Λίλλυ Μελεμέ, Μελίνα Ποτουρίδου, Αλέξανδρος Σάβγκα, Αλέξανδρος Σπυριδέλης, Σίμος Στυλιανού, Κατερίνα Μαρία Σαλταούρα





















