
Για την παράσταση «Αντιγόνη» του Σοφοκλή, σε σκηνοθεσία Θανάση Σαράντου, στο θέατρο «Ροές».
Γράφει ο Νίκος Ξένιος
«Οι μύθοι είναι ιστορίες που οι άνθρωποι διηγούνται ή ακούνε, ενσωματωμένες στην συλλογική πολιτιστική κληρονομιά, μέσω των οποίων κάθε κοινωνία προσπαθεί να καταλάβει πώς είναι φτιαγμένη, τις σχέσεις της με τον εξωτερικό κόσμο και τη θέση του ανθρώπου στο σύνολο του σύμπαντος» - Claude Levi-Strauss
Eίδα, στο θέατρο «Ροές», τη σκηνοθεσία της σοφόκλειας «Αντιγόνης» στην έξοχη μετάφραση του Μίνωα Βολανάκη στη δραματουργική επεξεργασία και σκηνοθεσία του Θανάση Σαράντου, με τον ίδιο στον ρόλο του Κρέοντα. Ο Σαράντος, σε συνεργασία με την Αθηνά Μποτωνάκη, επιμελήθηκε και τα σκηνικά και τα κοστούμια, ενώ δικοί του είναι οι εξαιρετικοί φωτισμοί. Το ηχητικό τοπίο της εισαγωγής με τα ελικόπτερα, τον βόμβο των μυγών επί των πτωμάτων και τη μυστηριακή ατμόσφαιρα είναι έργο του Κωνσταντίνου Ευαγγελίδη, του οποίου είναι έργο όλη η μουσική της παράστασης. Ζωντανά επί σκηνής, ο Ιάκωβος Παυλόπουλος συνοδεύει το έργο με κρουστά.
Η Αντιγόνη του Σοφοκλή δεν είναι μια οποιαδήποτε έφηβη πριγκίπισσα που υπηρετεί το οικογενειακό, φυσικό, δίκαιο, είναι μια «βάκχα του Άδη» που φλερτάρει εξ ορισμού με τον θάνατο και εγκαταλείπει τα εγκόσμια με απόλυτη επίγνωση των επιλογών της.
Η προσέγγιση του Θανάση Σαράντου αφορά μια σύγχρονη πολιτεία: τις ζοφερές διαστάσεις που προσλαμβάνει η σύγκρουση του οικογενειακού με το πολιτειακό δίκαιο, πάντα στο συγκείμενο της καταραμένης γενιάς των Λαβδακιδών. Και, επίσης, αφορά τα πιθανά ελαφρυντικά που υπάρχουν για την άτεγκτη απόφαση του Κρέοντα να θανατώσει την Αντιγόνη. Είναι μια αξιόλογη, σφιχτοδεμένη παράσταση που οπωσδήποτε προσθέτει μια ψηφίδα στην προαιώνια προσέγγιση αυτού του κορυφαίου έργου της αρχαιοελληνικής γραμματείας.
Η παιδούλα Αντιγόνη ορθώνει παράστημα: «Εφηβική ως προς το δέμας, σκληρή ως προς το ήθος»
Την Αντιγόνη υποδύεται η νέα ηθοποιός Ρωξάνη Καρφή, διανοίγοντας έναν ορίζοντα φρέσκιας ερμηνείας: η Αντιγόνη της είναι εφηβική ως προς το δέμας αλλά σκληρή ως προς το ήθος, δηλαδή πλησίστια στην εκδοχή της κινηματογραφικής Αντιγόνης του Τζαβέλλα με την Ειρήνη Παππά στον ρόλο. Στην εναρκτήρια συνάντησή της «εκτός τειχών» με την Ισμήνη (στον ρόλο της Ισμήνης η Γαλάτεια Μαυρομάτη) θέτει επί τάπητος το ζήτημα, που θα κορυφωθεί στα επόμενα επεισόδια. Ο μύθος είναι γνωστός: με την βοήθειά του Άδραστου και ακόμη έξι βασιλέων, ο Πολυνείκης εκστρατεύει εναντίον της Θήβας (βλ. Αισχύλου «Επτά επί Θήβας»). Το αποτέλεσμα ήταν να αλληλοσκοτωθούν τα δύο αδέρφια και η βασιλεία να περάσει στον Κρέοντα, αδελφό της Ιοκάστης και θείο της Αντιγόνης, που αποφασίζει να ατιμάσει το νεκρό κορμί του Πολυνείκη, αφήνοντάς το «οιωνοίς γλυκείαν βοράν». Η Ισμήνη και η Αντιγόνη (δυο πριγκιποπούλες που φέρουν ενστιγματικά την κατάρα μιας ολόκληρης οικογένειας) επιλέγουν τελείως διαφορετική προσέγγιση στο ζήτημα της ταφής του αδελφού που αποδείχθηκε «άπολις» και στράφηκε με στρατό ενάντια στην πατρίδα του. Η Ισμήνη είναι πιο αντιπροσωπευτική του ήθους μιας γυναίκας στο συγκεκριμένο πολιτισμικό πλαίσιο: «Βάλε καλά μές στο μυαλό πως είμαστε γυναίκες και πόλεμο ν' ανοίξουμε με άνδρες δεν μπορούμε».
![]() |
|
Η Ρωξάνη Καρφή υποδύεται την Αντιγόνη. |
Η Πάροδος (το πρώτο Χορικό, που απευθύνεται στην πρώτη ακτίνα του πρωϊνού ήλιου) κηρύσσει την έναρξη μιας νέας εποχής για τη βασανισμένη πολιτεία της Θήβας: ο Χορός αποδίδει με τελετουργικές κινήσεις τις πολεμικές επιχειρήσεις της βραδιάς που μόλις πέρασε. Είναι χαρακτηριστικό το χρονικό χάσμα που καλύπτει το Χορικό στη σοφόκλεια τραγωδία, καθώς αμέσως μετά έρχεται επί σκηνής ο Κρέοντας για να αναγγείλει την απόφασή του, απέναντι στην οποία η Αντιγόνη θα επιδείξει απόλυτη ανυπακοή, θα εγείρει αντίδραση, θα ορθώσει ανάστημα ανδρός, θέτοντας τον εαυτό της σε απόλυτη διάσταση με τις δυνατότητες και τις πρωτοβουλίες μιας γυναίκας αυτής της ηλικίας κι μιας τόσο παρωχημένης εποχής. Η Αντιγόνη του Σοφοκλή δεν είναι μια οποιαδήποτε έφηβη πριγκίπισσα που υπηρετεί το οικογενειακό, φυσικό, δίκαιο είναι μια «βάκχα του Άδη» που φλερτάρει εξ ορισμού με τον θάνατο και εγκαταλείπει τα εγκόσμια με απόλυτη επίγνωση των επιλογών της. Η εμπλοκή της στις δημόσιες ταφικές πρακτικές των ανδρών πολεμιστών δεν υπαγορεύεται από συγγενική νομιμότητα, αλλά από κάποιους (προφανώς εσωτερικευμένους) κανόνες ηρωικής συμπεριφοράς.
Ένας Κρέων ανθρώπινος
Ο Κρέοντας του Σαράντου είναι ένας ανθρώπινος, προσιτός ηγέτης, προσαρμοσμένος στα πρότυπα ηγέτη της δεκαετίας του ’70: απόηχοι από την Ελλάδα της περιόδου των Συνταγματαρχών δίνονται από τους φωτισμούς, τα έπιπλα και τα αντικείμενα που αρχικά βρίσκονται σωριασμένα σε άτακτους σωρούς και σταδιακά «τακτοποιούνται» σε γραφεία και σε φορεαμούς – σαν ένα σύστημα διακυβέρνησης που μπαίνει σε λειτουργία, με όλη τη γραφειοκρατική δομή που το χαρακτηρίζει. Στη νηφάλια ερμηνεία που επιλέγει, ο (ηθοποιός) Θανάσης Σαράντος υποστηρίζει τον ορθολογισμό και την εκκοσμίκευση, όντας επικεφαλής ενός Χορού πειθήνιων κρατικών υπαλλήλων, που τους υποδύονται εκ περιτροπής όλα τα υπόλοιπα μέλη του θιάσου: ο Γιάννης Κορρές (που υποδύεται και τον Αίμονα και το «παιδί» που οδηγεί τον Τειρεσία), ο Γιάννης Χαρτοδιπλωμένος (που υποδύεται και τον Τειρεσία), ο Παναγιώτης Παπαδούλης (που υποδύεται και τον Φύλακα και τον Εξάγγελο), η Γαλάτεια Μαυρομάτη (που υποδύεται και την Ισμήνη και την Ευριδίκη), και ο Βαγγέλης Μάγειρος (που υποδύεται και τον Άγγελο).
![]() |
|
Ο Θανάσης Σαράντος υποδύεται, σε διπλή διανομή με τον Κωνσταντίνο Λάγγο, τον ρόλο του Κρέοντα, ενώ υπογράφει τη σκηνοθεσία της παράστασης. |
Ο Κρέων επικαλείται τους νόμους των θεών του Ολύμπου και πρέπει να «σταθεί» ως ηγέτης απέναντι στην παραβίαση των νόμων της πόλης- από μιαν άποψη, έχει και κάποιο δίκιο: αυτό ο κύριος Σαράντος το υπογραμμίζει στην προσέγγισή του και την επιλογή του αυτήν την υποστηρίζει σθεναρά. Μια πόλη (η Θήβα) πρέπει να ανασυγκροτηθεί μετά από μια πολεμική σύρραξη και μια κρίση ηγεσίας και αυτός είναι ο υπεύθυνος: φαίνεται σαν να μην έχει άλλη επιλογή από το να σκοτώσει την αγαπημένη του ανηψιά και να στερήσει τη γυναίκα από τον αγαπημένο του γιο. Γιατί, πράγματι, ο τρόπος με τον οποίο διαρθρώνεται επί σκηνής η αντιδικία του με τον Αίμονα προδίδει συναισθήματα πατρικής στοργής: ως Αίμων ο Γιάννης Κορρές πείθει, με μια φρεσκάδα και αμεσότητα που δεν την έχουμε συνηθίσει σ’αυτόν τον ρόλο. Είναι εύκολη η ταύτιση του θεατή με τον εισαγωγικό μονόλογο του Κρέοντα, εφόσον στο λεξιλόγιο υπεράσπισης των επιλογών του περιλαμβάνει τις έννοιες της ισονομίας και της θεσμικής δικαιοσύνης: πώς να μην του δώσει κανείς δίκιο, όταν μέχρι τέλους θα τις υπερασπιστεί, και ας μετατρέπεται έτσι σε τύραννο; Eίναι, όντως, ο Κρέων, αυτό το αλαζονικό τέρας που γραπώνεται από τον θώκο της εξουσίας και δεν είναι σε θέση να διακρίνει την Ύβριν που διαπράττει;
«Ώ κλίνη μου, κρεβάτι νυφικό...»
Τη σκηνή του Κομμού της Αντιγόνης ερμηνεύει υποδειγματικά η Ρωξάνη Καρφή, ενώ η Γαλάτεια Μαυρομάτη δίνει τον καλύτερο εαυτό της στον ρόλο της Ευριδίκης (ίσως γιατί της ταιριάζει καλύτερα και φυσιογνωμικά). Ο Κρέοντας, που στη συγκεκριμένη προσέγγιση απηχεί «φίλια» και «συνεταιρικά» συναισθήματα προς τον Τειρεσία, έρχεται στο σημείο να κατηγορήσει τον τυφλό μάντη για χρηματισμό. Η ερμηνεία του Χαρτοδιπλωμένου είναι εξαιρετική: η αποχώρηση του Τειρεσία είναι ζοφερή και τρομοκρατεί τον Κρέοντα, με αποτέλεσμα να τον μεταπείσει, με μια-δυο παροτρύνσεις του Χορού, να ανακαλέσει το σκληροπυρηνικό του διάταγμα για εγκατάλειψη του πτώματος του Πολυνείκη στα όρνεα και για ενταφιασμό/εκτέλεση της ζωντανής Αντιγόνης. Στο αμέσως επόμενο Στάσιμο λαμβάνει χώρα επί σκηνής βακχεία, που στη συγκεκριμένη σκηνοθεσία αντλεί την έμπνευσή της από τα παγανιστικά έθιμα και τις τελετές μύησης των μπουλουκτζήδων της βόρειας Ελλάδας με τις Μπούλες και τους Γενίτσαρους: συγκεκριμένα, στον διονυσιακό χορό χρησιμοποιείται η κέρινη μάσκα του «Πρόσωπου» (ο «Πρόσωπος» από τη Νάουσα είναι μια μορφή προσωπείου που αποδίδει τον μέσο Γενίτσαρο).
Άλλη, λοιπόν, η ευθύνη της Αντιγόνης και άλλη η ευθύνη του Κρέοντα: οι δύο αυτοί κόσμοι δεν συναντώνται πουθενά. Η Τραγωδία, ως ένα είδος θεάτρου αμιγώς πολιτικό, μετακυλίει την ευθύνη για κάθε απόφαση τέτοιου είδους στον πολίτη/θεατή.
Και ο Σοφοκλής, και αργότερα ο Ανούιγ, ο Μπρεχτ και πολλοί άλλοι, αφήνουν το ζήτημα της ηρωϊκής «βακχείας» της Αντιγόνης ασχολίαστο: ο θεατής καλείται να ταυτισθεί με την πλευρά που προσιδιάζει στην προσωπική του ηθική. Πάντως, το σκηνικό είναι ένα σκηνικό πολέμου- ή ένα μεταπολεμικό τοπίο-, άρα η σκοτεινή πλευρά του χαρακτήρα της ηρωίδας αποτελεί και το μοναδικό σημείο αναφοράς στον ψυχολογικό μηχανισμό που υπαγορεύει την παρακοή της. Το εθιμικό δίκαιο που εκπροσωπεί η περσόνα της Αντιγόνης συνοδεύεται από μιαν αξιοπρεπή «αποχώρηση» από τα εγκόσμια που είναι ατομική καθαρά υπόθεση- ελάχιστα ανταποκρίνεται στην έννοια της συλλογικότητας, δηλαδή στο βασικο επιχείρημα του άρχοντα της πόλης. Άλλη, λοιπόν, η ευθύνη της Αντιγόνης και άλλη η ευθύνη του Κρέοντα: οι δύο αυτοί κόσμοι δεν συναντώνται πουθενά. Η Τραγωδία, ως ένα είδος θεάτρου αμιγώς πολιτικό, μετακυλίει την ευθύνη για κάθε απόφαση τέτοιου είδους στον πολίτη/θεατή.
Οι άνδρες του Χορού σε όλους τους ρόλους
Στο δεύτερο στάσιμο ο Χορός θρηνεί τη μοίρα της οικογένειας των Λαβδακιδών, και η επεξεργασία του κειμένου επισπεύδει κάπως τις μυθολογικές αναφορές. Η κινησιολογική απόδοση των συναισθημάτων του τετραμελούς ανδρικού Χορού είναι του Πλωτίνου Ηλιάδη, και είναι αρκετά σχηματική σε κάποια σημεία: κάποιες σαφείς μιλιταριστικές κινήσεις επίδειξης ρώμης και ανδρισμού στην Πάροδο, κάποιες τελετουργικές κινήσεις κατά την ταφή του Ετεοκλή, εξατομικευμένες κινήσεις στο γνωστό Χορικό του Έρωτα: πάντως πρόκειται για μια κινησιολογία λεπτομερώς επεξεργασμένη, που έχει στόχευση και διαπνέεται από συμπαγή άποψη για το έργο.
![]() |
|
«Η κινησιολογική απόδοση των συναισθημάτων του τετραμελούς ανδρικού Χορού είναι του Πλωτίνου Ηλιάδη». |
Εξαιρετική η απόδοση του ρόλου του Φύλακα από τον Παναγιώτη Παπαδούλη και του Άγγελου από τον Βαγγέλη Μάγειρο. Αξιοσημείωτη είναι η προσέγγιση του «παιδιού»-οδηγού του Τειρεσία ως ενός χωλού, μισοανάπηρου ατόμου από τον Γιάννη Κορρέ. Όμως την παράσταση κυριολεκτικά κλέβει ο Γιάννης Χαρτοδιπλωμένος στον ρόλο του Τειρεσία: πρόκειται για μιαν ερμηνεία μοναδική, όπου ο ηθοποιός αξιοποιεί τα χέρια του, την κίνησή του «στα τυφλά» μέσα στον χώρο, τις αναπνοές του, το κάθε επιμέρους εκφραστικό του μέσο.
* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός, συγγραφέας και κριτικός θεάτρου.
Μετάφραση: Mίνως Βολανάκης
Σκηνοθεσία - Δραματουργική επεξεργασία – Σκηνικά – Κοστούμια – Σχεδιασμός φωτισμού: Θανάσης Σαράντος
Επιστημονική σύμβουλος: Ευφημία Καρακάντζα
Μουσική σύνθεση-ηχοτοπία: Κωνσταντίνος Ευαγγελίδης
Επιμέλεια Kίνησης: Πλωτίνος Ηλιάδης
Βοηθοί σκηνοθέτη: Γιάννης Παναγόπουλος, Ασημίνα-Σοφία Χριστοπούλου
Βοηθός σκηνογράφος-ενδυματολόγος: Aθηνά Μποτωνάκη
Βοηθός φωτιστή-τεχνική επιμέλεια φωτισμού: Αλέξανδρος Πολιτάκης
Φωτογραφίες: Χρυσάνθη Σπανού
Trailer παράστασης: Στέφανος Κοσμίδης
Τεχνικός ήχου-φωτισμού: Ερμόλαος Σκεπετάρης
Γραφείο τύπου: Ράνια Παπαδοπούλου, Blue Rosebud Productions AMKE
Οργάνωση παραγωγής: Κωνσταντίνος Τσιάκος
Παραγωγή: Ηθικόν ακμαιότατον ΑΜΚΕ
Ερμηνεύουν: Θανάσης Σαράντος - Κωνσταντίνος Λάγγος (σε διπλή διανομή στο ρόλο του Κρέοντα) Ρωξάνη Καρφή (Αντιγόνη), Γιάννης Κορρές (Αίμων, Παιδί Τειρεσία, Χορός), Γιάννης Χαρτοδιπλωμένος (Τειρεσίας, Χορός), Παναγιώτης Παπαδούλης (Φύλακας, Εξάγγελος, Χορός), Γαλάτεια Μαυρομάτη (Ισμήνη, Ευριδίκη, Χορός), Βαγγέλης Μάγειρος (Άγγελος, Χορός)
Μουσικός επί σκηνής (κρουστά): Ιάκωβος Παυλόπουλος

























