
Για την παράσταση «Ήμερη – Η ανατομία μιας πτώσης», βασισμένη στη νουβέλα του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι (Fyodor Dostoevsky) «Η ήμερη», σε σκηνοθεσία Γιάννη Νταλιάνη, στο Θέατρο Θησείον. © εικόνας: Patroklos Skafidas
Γράφει ο Νίκος Ξένιος
Στο Θέατρο Θησείον είδα την όμορφη δραματοποίηση της νουβέλας του Ντοστογιέφσκι «Η ήμερη» («Κρότκαγια», Νοέμβριος 1876: «Ήμερη» είναι η απόδοση του τίτλου από τον Λευτέρη Βογιατζή, ενώ ο Δημήτρης Τριανταφυλλίδης τη μετέφρασε ως «Η Μειλίχια» και ο Άρης Αλεξάνδρου ως «Μια γλυκιά γυναίκα»), στη μετάφραση και διασκευή του Γιάννη Νταλιάνη, που εκδόθηκε από την «Κάπα Εκδοτική».
Ο κύριος Νταλιάνης, στο πρόσφατο παρελθόν, ανέγνωσε τη νουβέλα σε ραδιοφωνικό αναλόγιο της Ιώς Βουλγαράκη: από αυτήν την τριβή προέκυψε, σε σημαντικό βαθμό, η δραματουργική του επεξεργασία και η σκηνοθεσία. Με την ηθική-συναισθηματική φθορά ενός ανθρώπου ως κεντρικό θεματικό άξονα της παράστασης, επεξέτεινε τον μονόλογο του κεντρικού αφηγητή, μετατρέποντας σε διαλογικές σκηνές τις αναδρομές του ήρωα στο παρελθόν και αναδεικνύοντας έτσι την ένταση των συγκρούσεων. Επίσης, ενσωμάτωσε στο κείμενο αποσπάσματα από τους Φτωχούς, τη Νιετόσκα Νιεζβάνοβα και από άλλα έργα του Ντοστογιέφσκι.
Οι χαρακτήρες και τα συμβάντα
Ο άνδρας-αφηγητής (alter ego του Ντοστογιέφσκι), απόστρατος αξιωματικός στη νουβέλα, τραπεζοϋπάλληλος και νυν ενεχυροδανειστής στη θεατρική διασκευή, έλκεται από μια πελάτισσά του, μια ταλαιπωρημένη κοπέλα που διάγει δύσκολη ζωή στο σπίτι δυο γηρασμένων και κακοποιητικών γυναικών και εκποιεί ό,τι έχει και δεν έχει για να καταφέρει να φύγει από τον κλοιό τους. Προφανώς, με τα δεδομένα της εποχής εκείνης, ο γάμος είναι η πιθανότερη οδός διαφυγής, οπότε ο γάμος ως θεσμός αυτομάτως μπαίνει στο στόχαστρο του Ντοστογιέφσκι.
![]() |
|
Ο Γιάννης Νταλιάνης δίνει λόγο στη γυναίκα, που στο πρωτότυπο κείμενο είναι απλώς αντικείμενο της αφήγησης. |
Στον ανδρικό λόγο του αφηγητή έρχεται ν’ αντιπαρατεθεί ο χαμηλότονος λόγος αυτής της νέας γυναίκας, που ωστόσο κρύβει ασύλληπτες επαναστατικές πτυχές. Και οι δύο έχουν λόγο για να ενώσουν τις μοίρες τους: εκείνος, βαθύτατα ναρκισσευόμενος, πληρώνει ακριβά για να την αποκτήσει· εκείνη, βαθύτατα μοναχική, επιχειρεί να πειραματιστεί με τις περιορισμένες της επιλογές και περνά από τη φάση της αθωότητας στην ενηλικίωση για να λυτρωθεί. Εκείνος κάνει τα πάντα για να την εξουσιάσει και να την προσαρμόσει στο δικό του κοσμοείδωλο· εκείνη θυσιάζεται για να ανιχνεύσει τις δυνατότητες μιας πραγματικής ελευθερίας, ανατρέποντας το στερεότυπο «μειλιχιότητας» με το οποίο την περιέβαλε εκείνος.
Μέσα από τους δύσκολους, παθιασμένους διαλόγους που γράφει, προσπαθεί να σκιαγραφήσει δύο ανθρώπινες προσωπικότητες που έχουν να παλέψουν με πολλές απορρίψεις, να επουλώσουν βαθιές πληγές, να ξεπεράσουν βαθύτατους φόβους και ενοχές
Ο Γιάννης Νταλιάνης δίνει λόγο στη γυναίκα, που στο πρωτότυπο κείμενο είναι απλώς αντικείμενο της αφήγησης. Μέσα από τους δύσκολους, παθιασμένους διαλόγους που γράφει, προσπαθεί να σκιαγραφήσει δύο ανθρώπινες προσωπικότητες που έχουν να παλέψουν με πολλές απορρίψεις, να επουλώσουν βαθιές πληγές, να ξεπεράσουν βαθύτατους φόβους και ενοχές, ενώ και οι δυο αναζητούν την αγάπη και τη γαλήνη. Έτσι, προκύπτουν δυο πολυεπίπεδες θεατρικές (τουτέστιν λογοτεχνικές) περσόνες, που συγκρούονται με όλη τη δύναμη της ψυχής τους, αφήνοντας ν’ αναδυθούν με σπαραγμό και αυτοακύρωση όλες οι ανάγκες τους – ανάγκες που αντικρούουν η μια την άλλη.
![]() |
|
Στην παράσταση αναδύεται η εγγενής σύγκρουση υλισμού και ιδεαλισμού, καθώς και ένας αμιγώς ντοστογιεφσκικός ορισμός της Εξουσίας |
Ωστόσο, το πάνελ των χαρακτήρων δεν ολοκληρώνεται εδώ: ο Γιάννης Νταλιάνης προσθέτει και τη φωνή (μάλλον εσωτερική, ή συνειδησιακή) ενός ανακριτή, καθώς και δύο ακόμη πρόσωπα στη δράση, έναν ανταγωνιστή-άνδρα και μια υποστηρικτική γυναίκα (αντιπροσωπευτική, κι αυτή, της εποχής κατά την οποία γράφτηκε η νουβέλα). Για να μην πω ότι στην παράστασή του πρωταγωνιστούν και τα όμορφα σκηνικά αντικείμενα που έχει επιλέξει.
Οι ρόλοι και η απόδοσή τους
Κινούμενες στον ορθογώνιο χώρο του θεάτρου, οι δυο φιγούρες υπερσκελίζουν τους χρονικούς προσδιορισμούς και τις ρεαλιστικές καταστάσεις και συνυπάρχουν σε μια θαυμαστή παραλληλία απ’ όπου ο χρόνος έχει εξαλειφθεί. Συναντιούνται σ’ ένα κομβικό σημείο της ζωής τους, όπου βρίσκονται πραγματικά βουτηγμένοι και οι δύο σε απόλυτη μοναξιά. Και σ’ αυτό ακριβώς το σημείο αναδύεται η εγγενής σύγκρουση υλισμού και ιδεαλισμού, καθώς και ένας αμιγώς ντοστογιεφσκικός ορισμός της Εξουσίας: για μια ακόμη φορά προκύπτει η σύνδεση του αυταρχισμού με τον ανεδαφικό ρομαντισμό. Ο κεντρικός ήρωας (ο αφηγητής) αντιμετωπίζει την κατά πολύ νεώτερη σύζυγό του ως ακόμη μια επένδυση, «ενεχυριάζοντας» την ευτυχία του μαζί της έναντι ενός ποσού που έχει θέσει ως στόχο να συλλέξει. Τα κίνητρά του είναι εμφανώς συγκεχυμένα, πρόκειται για το προφίλ ενός δαιμονικού ανθρώπου, παρά τη συμπάθεια που επισύρει με την κακοδαιμονία του.
![]() |
|
Εκείνος λίγο λίγο τη δηλητηριάζει συναισθηματικά. Εκείνη, σε κάποια στιγμή αποδοσμένη σαν σε όνειρο, θα εξεγερθεί. |
Ο Χάρης Χαραλάμπους Καζέπης πλάθει αριστοτεχνικά την ιδιότυπη προσωπικότητα αυτού του φιλοχρήματου, υλιστή, υποχόνδριου, μισάνθρωπου και ματαιόδοξου μεσήλικα που παραληρεί επί σκηνής, φέροντας ενστιγματικά το σύμπλεγμα κάποιου που έχει διαβληθεί, υποσκαφθεί και περιθωριοποιηθεί στο παρελθόν, άρα τρέφει αντικοινωνικά αισθήματα – μοιάζει τρομερά με την εικόνα της γριάς στο πρώτο κεφάλαιο του Έγκλημα και τιμωρία. Η ακατάσχετη λογοδιάρροιά του σκιαγραφεί τη σύγχυση του αξιακού του συστήματος και την αδήριτη ανάγκη του να κάνει τη γυναίκα δική του: γιατί του αρέσουν «οι περήφανες και οι όμορφες», ιδιαίτερα «όταν μπορεί να τις υποτάξει». Βουτηγμένος μέσα σ’ αυτήν την ηθική σύγχυση, αναβάλλει την ευτυχία του διαρκώς, επιδιώκοντας ρομαντικά μια τελειότητα που δεν συνάδει με την ανθρώπινη συνθήκη. Απλουστευτικά, θα μπορούσε κανείς να πει ότι πρόκειται για έναν άντρα ανίκανο να αγαπήσει.
Η απογοήτευσή της θα την οδηγήσει μέχρι και στο να σηκώσει μαχαίρι επάνω του. Το οποίο, βεβαίως, τελικά θα στρέψει στον εαυτό της.
Η Ιώβη Φραγκάτου μετακινείται διαρκώς σε όλα τα ερμηνευτικά επίπεδα και αποδίδει όλες τις μεταπτώσεις που ισοδυναμούν με την εκτενή δική του αφήγηση, αποδίδοντας σε πρώτο πρόσωπο πολύ λεπτές αποχρώσεις από τη δική του σκιαγράφηση. Οι σιωπές της αποκαλύπτουν κρυμμένη δύναμη χαρακτήρα, ρεαλιστική προσέγγιση της ζωής και κλιμακούμενη συνειδητοποίηση του απονεκρωμένου συναισθήματος του συζύγου της, που βαίνει παράλληλα προς την εξοικείωσή της με τη μεγάλη, κλασική λογοτεχνία. Εκείνος λίγο λίγο τη δηλητηριάζει συναισθηματικά. Εκείνη, σε κάποια στιγμή αποδοσμένη σαν σε όνειρο, θα εξεγερθεί: «Ώστε αγάπη θέλεις, ε; Αγάπη;». Άφατα συναισθήματα που οδηγούν σε ανατριχίλα του μυαλού. Η απογοήτευσή της θα την οδηγήσει μέχρι και στο να σηκώσει μαχαίρι επάνω του. Το οποίο, βεβαίως, τελικά θα στρέψει στον εαυτό της.
Το αφόρητο αίσθημα του κενού
Η γενικευμένη παρακμή και καθοδική πορεία του άνδρα προς τη συναισθηματική κενότητα (μια καθολική κόλαση ανάλογη με αυτήν του «Υπογείου») έρχεται σε καταφανή αντίθεση με την ανάλαφρη, λαμπερή παρουσία της γυναίκας, που -τρόπον τινά- αναλαμβάνεται στους ουρανούς. Σκηνογραφικά αυτό αποδίδεται υπέροχα με το δίπολο «τραπέζι ενεχυροδανειστηρίου»-«πιάνο», που εισάγει η Νατάσα Τσιντικίδη στην αισθητική της παράστασης: από τη μια ένα σύμπαν από δανεικά κοσμήματα και ράκη περιουσιακών στοιχείων φωτισμένων σε μια βιτρίνα, από έναν μεγεθυντικό φακό μέσω του οποίου ο ενεχυροδανειστής μελετά τα «ενέχυρα», κι από την άλλη ένα φωτισμένο πιάνο, η πνευματική κληρονομιά, η μόνη που χαρακτηρίζει τη φωτεινή αυτή γυναίκα.
![]() |
|
Η Ιώβη Φραγκάτου εκπλήσσει με τη συγκινητική της παρουσία και η Δήμητρα Σταύρου πατάει γερά στη γη και πείθει με την κοπιώδη διαχείριση του ρόλου ενός παρατηρητή |
Περιττό να προσθέσω πως η ερμηνεία του Χάρη Χαραλάμπους-Καζέπη εγγράφεται για μια ακόμη φορά στις κορυφαίες ερμηνείες της χρονιάς. Η Ιώβη Φραγκάτου κρατά επίσης πολύ ψηλά τον πήχη και εκπλήσσει με τη συγκινητική της παρουσία: η Παναγιά η Βρεφοκρατούσα και το άλμα στο κενό συνθέτουν ένα ζοφερό σκηνικό στον υπερυψωμένο ανελκυστήρα του θεάτρου. Στον ρόλο της υπηρέτριας Λουκέριας, η Δήμητρα Σταύρου πατάει γερά στη γη και πείθει με την κοπιώδη διαχείριση του ρόλου της ενός ενδιάμεσου/παρατηρητή. Στον ρόλο του αντίζηλου Εφημόβιτς, ο Γιώργος Κορομπίλης εισέρχεται στο έργο διεκδικώντας το ήμερο κορίτσι: σ’ ένα όμορφο τραγουδιστικό ντουέτο που θα διακοπεί άδοξα από την παρέμβαση του συζύγου (η σκηνή του εστιατορίου παραπέμπει σε κάποια διηγήματα του μεγάλου Ρώσου που ίσως και να έχουν μια φαρσική διάσταση: «Νιετότσκα Νιεσβάνοβα», «Μια αξιοθρήνητη ιστορία», «Η γυναίκα ενός άλλου» και «Ο άντρας κάτω από το κρεβάτι»).
Ο δραματουργός προσθέτει (υλοποιημένη με την επιβλητική φωνή του Δημήτρη Πιατά) μια εσωτερική φωνή που εξωθεί τον άνδρα αυτόν σε κρίση αυτογνωσίας
Η μουσική σύνθεση του αγαπητού Ορέστη Ντάντου ενσωματώνει στοιχεία κλασικής μουσικής και σύγχρονου τραγουδιού («Sealed with a kiss») σε μια αρμονική ενότητα. Η χορογραφία του Διονύση Νικολόπουλου στην υπο-ενότητα «Το Κυνήγι της Ευτυχίας» είναι πολύ ενδιαφέρουσα, γιατί είναι κλασικίζουσα και ταιριάζει στο ύφος της παράστασης. Τα κοστούμια της Ιώβης Φραγκάτου είναι επίσης ταιριαστά, όπως και οι φωτισμοί του Χάρη Δάλλα. Ο δραματουργός προσθέτει (υλοποιημένη με την επιβλητική φωνή του Δημήτρη Πιατά) μια εσωτερική φωνή που εξωθεί τον άνδρα αυτόν σε κρίση αυτογνωσίας (ένα είδος εσωτερικού «ανακριτού» που αντλείται ως σύλληψη από το κλίμα των μεγάλων ντοστογιεφσκικών έργων).
* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός, συγγραφέας και κριτικός θεάτρου.
Διασκευή – Σκηνοθεσία: Γιάννης Νταλιάνης
Σκηνικά: Νατάσσα Τσιντικίδη
Κοστούμια: Ιώβη Φραγκάτου
Φωτισμοί: Χάρης Δάλλας
Μουσική: Ορέστης Ντάντο
Κίνηση: Διονύσης Νικολόπουλος
Φωτογράφηση & Βίντεο: Πάτροκλος Σκαφιδάς
Βοηθός σκηνοθέτη: Εύη Νάκου
Εθελοντής: Ιωάννης Βασιλειάδης
Γραφιστικά: Μάριος Γαμπιεράκης
Επικοινωνία – Γραφείο Τύπου: Μαρία Τσολάκη
Social Media: Renegade
Παίζουν: Χάρης Χαραλάμπους Καζέπης, Ιώβη Φραγκάτου, Δήμητρα Σταύρου, Γιώργος Κορομπίλης
Με τη φωνή του Δημήτρη Πιατά


























