
Για το βιβλίο «Μίλαν Κούντερα: Γράψιμο... τι ιδέα κι αυτή!» (μτφρ. Γιάννης Η. Χάρης, εκδ. Εστία), της Φλοράνς Νουαβίλ (Florence Noiville).
Γράφει ο Φώτης Καραμπεσίνης
«Ποτέ να μην εμπιστεύεστε τον καλλιτέχνη. Να εμπιστεύεστε τον μύθο. Η κανονική λειτουργία ενός κριτικού είναι να διασώζει τον μύθο από τον καλλιτέχνη που τον δημιούργησε» - Ντ. Χ. Λώρενς
Υπήρξαν καλλιτέχνες που πάσχισαν να ταυτιστούν με την ιστορική συγκυρία κι όταν αυτή παρήλθε, τους συμπαρέσυρε, παραμένοντας ως υποσημείωση σε έργα άλλων – ονόματα ενδεικτικά για την κατανόηση της εποχής. Κάποιοι άλλοι πάλεψαν για το αντίθετο: να κρατήσουν όσο μπορούν μακριά από την επικαιρότητα, τουτέστιν το κοινωνικο-ιστορικό συμφραζόμενο, την καλλιτεχνική τους ιδιότητα, καθιστώντας την ιδιαιτερότητα. Ο αγώνας των δεύτερων παραμένει άνισος και προφανώς καταδικασμένος εκ πρώτης, αφού τίποτα δεν διαφεύγει από το βαρυτικό πεδίο της ιστορικότητας, της συγχρονίας κατά συνέπεια, με τη διαλεκτική σχέση εποχής και καλλιτέχνη να ορθώνεται διαρκώς ως αδιαπέραστο φράγμα. Βεβαίως, η σχέση καλλιτέχνη-εποχής δεν παρουσιάζεται αντιθετικά και ανταγωνιστικά, αλλά αλληλένδετα και υποστηρικτικά, καθώς το ένα σκέλος τροφοδοτεί το άλλο, έστω και ως άρνηση (κι αυτή όμως ιδέα της εποχής της είναι).
Εντούτοις, μπορεί η εποχή να εμφιλοχωρεί στο έργο, έστω δια της πλαγίας οδού, αλλά το τελικό προϊόν οφείλει, εάν δύναται, να περιέχει και κάτι παραπάνω από «ιδέες» που επιβάλλονται με το βάρος της ύπαρξής τους. Οφείλει να περιέχει διακειμενική συνομιλία, αιμομικτική επαφή με άλλα έργα, τα οποία συναποτελούν την παράδοση, όπως λένε οι λογοτεχνικοί κριτικοί, της οποίας το βάρος είναι εξίσου ή περισσότερο σημαντικό, επιτρέποντας στον δημιουργό να θωρακίσει το έργο του και ταυτόχρονα να αναδείξει τον λογοτέχνη εντός του – εκείνον που αποτελεί τη συνέχεια σε μια αδιάσπαστη αλυσίδα που για κάποιους ξεκινάει από τον Όμηρο, για πολλούς από τον Σαίξπηρ και για κάποιους όπως ο Κούντερα, από τον Θερβάντες και τον Δον Κιχώτη του, διασχίζοντας τους αιώνες για να φτάσει στο παρόν, προσπερνώντας προς το μέλλον.
Αυτό που κατά κύριο λόγο τον ενοχλούσε ως δημιουργό ήταν η πολιτική ως κυρίαρχο πρόταγμα, ως κλειδί κατανόησης του έργου, ως ομπρέλα που καλύπτει κάθε πλευρά του ανθρώπου πίσω από τα βιβλία
Ο Μίλαν Κούντερα, ένας από τους σημαντικότερους μεταπολεμικούς συγγραφείς (δεν θα πω της Ευρώπης, καθότι ο μεγάλος συγγραφέας έχει μεν καταγωγή, αλλά η αξία του είναι παγκόσμια) ανήκει, σύμφωνα με τις προθέσεις και τις επιθυμίες του, στη δεύτερη σχολή – εκείνων που αρνήθηκαν να κριθούν και να αξιολογηθούν αποκλειστικά βάσει της καταγωγής, της ταυτότητας, της ιστορικοπολιτικής τους ύπαρξης (την οποία ποτέ δεν αρνήθηκαν), αλλά για το λογοτεχνικό τους αποτύπωμα, τη σφραγίδα της τέχνης τους, σε σύγκριση πάντα με εκείνους που θεωρούσαν πνευματικούς τους προγόνους. Αυτό που κατά κύριο λόγο τον ενοχλούσε ως δημιουργό ήταν η πολιτική ως κυρίαρχο πρόταγμα, ως κλειδί κατανόησης του έργου, ως ομπρέλα που καλύπτει κάθε πλευρά του ανθρώπου πίσω από τα βιβλία, παραμερίζοντας τελικά το δημιούργημα προκειμένου να αναδείξει τον δημιουργό μέσα σε όλη του την ανθρώπινη ατέλεια.
Το βιβλίο
Το Μίλαν Κούντερα: Γράψιμο... τι ιδέα κι αυτή! της Φλοράνς Νουαβίλ, φίλης του Μίλαν και της Βέρας Κούντερα, ανήκει ως είδος στη βιογραφία, αν και το ενδιαφέρον του βιβλίου είναι πως εστιάζει περισσότερο στις απόψεις του Τσέχου συγγραφέα και όχι τόσο στα γεγονότα της ζωής του, παρά άκρως επιλεκτικά. Δεν πρόκειται για ένα από τα βιβλία εκείνα που έχουν κυκλοφορήσει και παρουσιάζουν κάθε πτυχή της προσωπικής και κοινωνικής ζωής του συγγραφέα, το συγκαλυμμένο ή μη «μάτι στην κλειδαρότρυπα». Η συγγραφέας, κριτικός λογοτεχνίας και συγγραφέας η ίδια, προσεγγίζει τον άνθρωπο μέσα από τον λογοτέχνη και όχι το αντίστροφο. Ούσα θαυμάστρια του έργου του, ακολουθεί τις διδαχές του, προβάλλοντας την προσωπική της οπτική, αλλά πάντα σε σχέση με τον λογοτεχνικό ορίζοντα του ανδρός.
Αναπόφευκτες οι αναφορές στην πολιτική, αφού ο Κούντερα ανδρώθηκε και ως λογοτέχνης σε μια κεντροευρωπαϊκή χώρα που μετά τον παγκόσμιο πόλεμο πέρασε σε αυτό που ονομάστηκε συμπεριληπτικά «Ανατολική Ευρώπη» (όρο που, εκτός ότι ήταν άτοπος, προκαλούσε την οργή του), ως χώρα του Συμφώνου της Βαρσοβίας και της απολυταρχικής του εξουσίας. Έζησε την Άνοιξη της Πράγας και τις εξαγγελίες του λεγόμενου «Σοσιαλισμού με ανθρώπινο πρόσωπο», ο οποίος κατέρρευσε κάτω από τις ερπύστριες των σοβιετικών τανκς. Η συνακόλουθη αποστράτευσή του, ο διωγμός και η αναγκαστική εξορία στην Γαλλία, της οποίας τελικά έγινε πολίτης για να μην επιστρέψει ποτέ στα πάτρια εδάφη, αποτελεί το σχηματικό πλαίσιο της ύπαρξής του.
Όχι όμως και το ουσιαστικό της περιεχόμενο, αφού ο πνευματικός άνθρωπος σε πείσμα των καιρών ακολούθησε τον δικό του δρόμο, αρνούμενος να προσδιορίζεται από τα γεγονότα, όπως ο γενέθλιος τόπος, το ιστορικό πλαίσιο, η γλώσσα, το έθνος, το φύλο, και όλα εκείνα που καθορίζουν τους περισσότερους, προσφέροντάς τους την ασφάλεια της κοινότητας, αλλά ευνουχίζουν τους δημιουργούς που βιώνουν ταυτόχρονα την εσωτερική τους ζωή ως κάτι άχρονο και κατά τι μετα-κοινωνικό. Η Νουαβίλ συνεχώς αντιπαραθέτει το ιστορικό στο προσωπικό, το πώς δηλαδή ο Κούντερα αντιλαμβανόταν ως λογοτέχνης τις εμπειρίες της ζωής του, πώς τις μετέγραφε σε μυθοπλασία, ουσιαστικά εκδικούμενος τη ζωή εκ μέρους της τέχνης.
Αλλά και αυτό το προνόμιο που κρατάνε για τον εαυτό τους οι καλλιτέχνες είναι δίκοπο μαχαίρι, μια και σε τελική ανάλυση εκείνοι με τους οποίους επιθυμούν να συγκριθούν είναι τα Ιερά Τέρατα
Αν το σύνθημα (και μετέπειτα βιβλίο του Κούντερα) «Η ζωή είναι αλλού» αποτέλεσε για τους φοιτητές του ’68 μια κραυγή εξέγερσης ενάντια στο σύστημα, για τον καλλιτέχνη αποτελεί την άρνηση ενάντια στη δικτατορία του υπάρχοντος και στην αδιόρατη, καθημερινή της επιβολή επάνω στη φαντασία. Η ματαιοδοξία του δημιουργού επιβάλει να μην κρίνεται με τα μέτρα των άλλων ανθρώπων, παρά μόνο για την εμβέλεια του έργου του. Αλλά και αυτό το προνόμιο που κρατάνε για τον εαυτό τους οι καλλιτέχνες είναι δίκοπο μαχαίρι, μια και σε τελική ανάλυση εκείνοι με τους οποίους επιθυμούν να συγκριθούν είναι τα Ιερά Τέρατα, οπότε ανά πάσα ώρα διακινδυνεύουν να καταβαραθρωθούν αποδεικνυόμενοι κατώτεροι. Όχι, δεν έχουμε εμείς οι κοινοί θνητοί να ζηλέψουμε τίποτα από αυτή τη ματαιοδοξία ως προϋπόθεση της εισόδου στα άδυτα που κατοικούν οι Μεγάλοι δημιουργοί. Ο Κούντερα όμως είχε ήδη επιλέξει το άθλημα στο οποίο σκόπευε να μεγαλουργήσει και κριτές του εκείνους που προηγήθηκαν θέτοντας τα όρια.
Επικρίσεις
Στο Γράψιμο... τι ιδέα κι αυτή!, η Νουαβίλ θα αναφερθεί με προσοχή και σεβασμό στις επικρίσεις, οι οποίες ακολούθησαν και εν πολλοίς σημασιοδότησαν, αν όχι την προσωπική, σίγουρα τη συγγραφική πορεία του Κούντερα. Αναφέρομαι στα μελανά σημεία, τα οποία αποτέλεσαν και αφορμή (πιθανώς, αν κι όχι με βεβαιότητα) να στερηθεί το Νόμπελ Λογοτεχνίας που άξιζε περισσότερο από εκείνους που το κέρδισαν τις τελευταίες δεκαετίες. Φυσικά όλοι γνωρίζουμε ότι το βραβείο αυτό δίδεται με αμφιλεγόμενα κριτήρια, τα οποία σε σημαντικό βαθμό είναι εξωλογοτεχνικά. Ο Κούντερα σύμφωνα με αυτά τα εξωλογοτεχνικά κριτήρια υπήρξε αμφιλεγόμενος, αλλά καταπώς φαίνεται όχι με τον τρόπο που η επιτροπή θα αποδεχόταν. Ο Τσέχος υπήρξε μαύρο πρόβατο ακόμα και μέσα στην πατρίδα του (κάτι που αναφέρει συχνά η συγγραφέας), η οποία ποτέ δεν αποδέχτηκε το γεγονός ότι συνεργάστηκε αρχικά με το καθεστώς, στη συνέχεια όταν τα πράγματα έγιναν δύσκολα έφυγε από τη χώρα, απέκτησε γαλλική υπηκοότητα και έγραψε τα βιβλία του στα γαλλικά. Ταυτόχρονα, δεν δήλωσε ποτέ ξεκάθαρα αν ήταν κομμουνιστής ή αντικομμουνιστής, αυτοπροσδιοριζόμενος ως λογοτέχνης πάνω από όλα – και οι άνθρωποι δεν συγχωρούν εκείνους που αρνούνται τις ταυτότητες τις οποίες οι ίδιοι τους έχουν αποδώσει, απαιτώντας συμμόρφωση ως απόδειξη κοινότητας. Όποιος δεν υποκύπτει σε αυτές τις διχοτομήσεις, θεωρείται αυτόματα αποσυνάγωγος.
Ο Κούντερα αντιμετώπισε σοβαρές κατηγορίες για μισογυνισμό ή στην καλύτερη περίπτωση, για εξίσωση και αποδοχή των έμφυλων στερεοτύπων στην αποτύπωση γυναικείων χαρακτήρων
Παρόμοια υπήρξε και αντίδραση σε ένα άλλο φλέγον ζήτημα που συνέβαλε στο να χάσει το Νόμπελ, ακριβώς όπως ο φίλος του συγγραφέας Φίλιπ Ροθ, με τον οποίο μοιράζονταν πολλά κοινά τόσο όσον αφορά τη στάση τους απέναντι στη λογοτεχνία όσο και στη ζωή. Ο Κούντερα αντιμετώπισε σοβαρές κατηγορίες για μισογυνισμό ή στην καλύτερη περίπτωση, για εξίσωση και αποδοχή των έμφυλων στερεοτύπων στην αποτύπωση γυναικείων χαρακτήρων, η οποία συχνά άγγιζε τα όρια της αντικειμενοποίησης. Η Νουαβίλ προφανώς διαφωνεί με τους χαρακτηρισμούς, θεωρώντας τους υπερβολικούς, έχοντες πολιτική στόχευση, παραθέτοντας μάλιστα αποσπάσματα από το έργο του συγγραφέα προς επίρρωση των λεγομένων της. Μολονότι θεωρώ ότι οι γυναικείοι χαρακτήρες δεν είναι το φόρτε του συγγραφέα, όπως σε άλλους δεν είναι οι διάλογοι ή οι περιγραφές, δεν μπορώ να κρίνω ένα έργο βάσει μίας και μόνο «έλλειψης» ή αδυναμίας, παρά μόνο εν συνόλω.
Με απλά λόγια, όλα θα κριθούν στο τελικό ισοζύγιο: ήταν όσα είχε να πει ο συγγραφέας τόσο ιδιαίτερα από καλλιτεχνικής άποψης, ώστε να του συγχωρεθούν όσα υπόλοιπα αντιπαρατίθενται με τον αξιακό μας κώδικα;
Κατανοώ, βεβαίως, ότι μια αναγνώστρια ίσως θεωρήσει κομβικής σημασίας αυτή την αδυναμία και να κρίνει ελλιπές ή μονοδιάστατο το κείμενο. Σε τελική ανάλυση κανείς δεν μπορεί να υποχρεώσει κανέναν να αποδεχτεί εκείνο που θεωρεί ευρύτερη εικόνα, εφόσον τα κριτήρια αξιολόγησης δεν είναι κοινά. Ο γράφων προτάσσει τη λογοτεχνικότητα σε βάρος των εξωλογοτεχνικών στοιχείων, αλλά και των επιμέρους ιδεολογικών που συνθέτουν βέβαια το όλο, αλλά υποτάσσονται σε αυτό. Σε τελική ανάλυση, παραμένει δύσκολο για οποιονδήποτε αναγνώστη να μην προβάλει τον εαυτό του επάνω στο έργο, ενστερνιζόμενος εξαρχής την αθωότητα που θα του επιτρέψει να εισέλθει, εάν το κρίνει σκόπιμο, σε μια άλλη, διαφορετική και θεωρητικά αντίθετη συνείδηση. Με απλά λόγια, όλα θα κριθούν στο τελικό ισοζύγιο: ήταν όσα είχε να πει ο συγγραφέας τόσο ιδιαίτερα από καλλιτεχνικής άποψης, ώστε να του συγχωρεθούν όσα υπόλοιπα αντιπαρατίθενται με τον αξιακό μας κώδικα;
Σοβαρότητα, αβεβαιότητα και χιούμορ
Κι αν δεν μπορείς να κάνεις τη ζωή σου όπως τη θες, τούτο τουλάχιστον προσπάθησε, να γελάς μαζί της. Αυτή θα ήταν η επωδός του Κούντερα και η διαφοροποίησή του από τον γνωστό καβαφικό στίχο. Πιστός στο σαιξπηρικό πνεύμα -τη θλιβερά σοβαροφανή παράσταση που έχουν στήσει με ψεύτικα σκηνικά οι θνητοί, μπαινοβγαίνοντας στη σκηνή με το κύρος που κομίζουν οι ευχές τους, που τις έχουν χρήσει σε δόγματα, για τις οποίες θεωρούν άξιες να πεθάνουν οι ίδιοι ή να σκοτώσουν άλλους χωρίς να μαθαίνουν τίποτα με το πέρασμα των αιώνων-, αλλά και στην ισοπεδωτική ειρωνεία και τον μηδενισμό του Ραμπελαί, που περιφρονεί το κλέος και τη ματαιοδοξία του βροτού, ο οποίος επειδή ορθώθηκε στα δυο του πόδια μέσα από τη λάσπη θεωρεί ότι είναι περιούσιος και αναντικατάστατος, ο Κούντερα θα εκσφενδονίσει τη μοναδική βόμβα μολότοφ που μπορεί να κατακάψει δια παντός την εξουσία σε Ανατολή και Δύση, αποδεικνύοντας την πεπερασμένη της όψη και την κούφια της δύναμη: το χιούμορ. Όλες οι ανθρώπινες εξουσίες θα καταστούν ψευδείς και θνητές, αμέσως μόλις οι άνθρωποι αρχίσουν να γελούν μαζί τους. Γιατί όμως;
Γίνεται βέβαια άμεσα κατανοητό γιατί αυτό το καλλιτεχνικό…τρομοκρατικό σχέδιο είναι καταδικασμένο να αποτύχει.
Αμέσως, βρισκόμαστε στην αχανή επικράτεια της αβεβαιότητας, στο νεκροταφείο των δογμάτων και βεβαιοτήτων, τον χώρο εκείνον που για την πολιτική, τα οργανωμένα συστήματα πίστης κάθε είδους, είναι ταυτόσημος με την Κόλαση. Η τέχνη, μας λέει ο Κούντερα, περιγελά τις βεβαιότητες, καθώς καταλαμβάνει τον ενδιάμεσο χώρο μεταξύ των ηθικών κρίσεων που τείνουν να είναι απόλυτες και δεσμευτικές για τους ανθρώπους. Ο ρόλος της δεν είναι να κρίνει, αλλά να κατανοήσει, παραλαμβάνοντας εκείνα που κάποιοι επιχειρούν σε κάθε εποχή να θεσμοθετήσουν ως ιερά και απαραβίαστα, και μέσω της αμφισημίας (βασικό όπλο της οποίας είναι το χιούμορ, δεδομένου ότι συγκρούεται με το υπάρχον, καταδεικνύοντας τους περιορισμούς του) προκρίνει τη διαπερατότητα και τη διαφάνεια στα κίνητρα και τις προθέσεις, με συνέπεια ο καθένας να αναγνωρίζει τον εαυτό του στους άλλους, καθιστώντας το αλλότριο οικείο και προσβάσιμο. Γίνεται βέβαια άμεσα κατανοητό γιατί αυτό το καλλιτεχνικό…τρομοκρατικό σχέδιο είναι καταδικασμένο να αποτύχει. Οι άνθρωποι, σε αντίθεση με τους καλλιτέχνες όπως ο Κούντερα, αποζητούν τη θαλπωρή της βεβαιότητας, την ανακούφιση του δόγματος, το δεκανίκι που προσφέρει η οργανωμένη εξουσία, ώστε να παραμείνουν λειτουργικοί και να ξεπεράσουν την αγωνία που η αμφιθυμία και οι γκρίζες ζώνες θα έφερναν στη ζωή τους. Πόσοι άνθρωποι θα άντεχαν να ζήσουν μια ζωή που θα ανατίναζε συνεχώς γέφυρες με την προοπτική να χτίσει νέες, χαμογελώντας κάθε φορά που το πόδι δεν θα άγγιζε στέρεο έδαφος;
Όμως, για να επανέλθω στο βιβλίο, το γέλιο, το αστείο, που υπερασπίστηκε ο Κούντερα ως κόρη οφθαλμού, δεν ήταν η διασκέδαση, ούτε το χαχάνισμα του θεατή της εμπορευματικής κοινωνίας που απεχθανόταν («το κοινό που γελά είναι η παρωδία της ανθρωπότητας» έγραφαν οι Αντόρνο/ Χορκχάιμερ στη Διαλεκτική του Διαφωτισμού) μπροστά στην τηλεόραση. Πόσο μάλλον η κενότητα των κοινωνικών δικτύων που έχει πλημμυρίσει από τη βαρβαρότητα ενός κοινού που αναζητά συνεχώς κίνητρο για χασκόγελα. Το χιούμορ του Κούντερα, όπως εκείνο του καλλιτέχνη και του ελεύθερου ανθρώπου, είναι εκείνο της άρνησης και όχι της συναίνεσης. Δεν αποζητά την αποδοχή, δεν γλείφει την εξουσία, είτε την πολιτική που υποδουλώνει είτε εκείνη του χρήματος που αποβλακώνει. Δεν είναι ληθαργικό, δεν αφήνει ξέπνοο τον γελώντα, ο οποίος στη συνέχεια θα επιστρέψει ως έχει στον σταθμό εργασίας του, αποδεχόμενος όσα εκείνοι που κατέχουν και εκείνοι που γνωρίζουν του έχουν προορίσει, ένα ακόμα πρόθυμο προς εντοιχισμό τούβλο.
Γιατί ο αγώνας τη μνήμης ενάντια στη λήθη, του χιούμορ ενάντια στην κάθε μορφή οργανωμένης εξουσίας, της ελευθερίας ενάντια σε κάθε επαγγελία τέλους της ιστορίας, δεν έχει ακόμη τελειώσει
Αν ο Κούντερα είχε την «τύχη» να σταθεί απέναντι στην ωμότητα του ολοκληρωτισμού, όπου ο αντίπαλος ήταν κτηνώδης και γι’ αυτό αναγνωρίσιμος, δεν ισχύει το ίδιο στις κοινωνίες της Δύσης που η εξουσία είναι διάχυτη και ο Διάβολος έχει πολλά ποδάρια. Εφόσον η συναίνεση είναι ευρεία και ο εξαναγκασμός εκλείπει, τουλάχιστον όταν το στάτους δεν απειλείται άμεσα, τότε ποιος ο ρόλος του χιούμορ; Αρκεί μόνο ως απόδειξη του ότι «είμαστε μια χαρά εδώ, δείτε τι γίνεται παραέξω» ή ως επιχείρημα εθελοδουλίας όσων κραδαίνουν τη σπάθη του «δυτικού κεκτημένου», αφού σε τελική ανάλυση όσα έγραψε ο Τσέχος αφορούσαν τους ολοκληρωτισμούς, αλλά όχι εμάς τους νικητές; Δεν το νομίζω, όπως ούτε κι ίδιος το νόμισε όσο ζούσε. Γιατί ο αγώνας τη μνήμης ενάντια στη λήθη, του χιούμορ ενάντια στην κάθε μορφή οργανωμένης εξουσίας, της ελευθερίας ενάντια σε κάθε επαγγελία τέλους της ιστορίας, δεν έχει ακόμη τελειώσει – κι ας προσπαθούν να μας πείσουν περί του αντιθέτου. Όχι όσο υπάρχουν άνθρωποι με χιούμορ.
*Ο ΦΩΤΗΣ ΚΑΡΑΜΠΕΣΙΝΗΣ είναι πτυχιούχος Αγγλικής Φιλολογίας. Διαχειρίζεται το βιβλιοφιλικό blog «Αναγνώσεις».
Απόσπασμα από το βιβλίο
«Η λησμονιά της λήθης»
Να γελάς και να λησμονάς: πρόγραμμα ζωής. Να λησμονάς την Πράγα. Το Μπρνο. Να λησμονάς ό,τι θα μπορούσε να είναι οδυνηρό. Να λησμονάς και να γελάς. Μ' αυτή την έννοια η λήθη του Κούντερα είναι εκούσια πράξη. Αποφασίζω να λησμονήσω αυτά που άφησα πίσω μου, να τα τοποθετήσω σε επαρκή απόσταση, ώστε να μην είναι λυπηρή η ανάμνησή τους.
Αλλά στον Κούντερα υπάρχει ένας άλλος τύπος λήθης. Η λήθη του Αστείου: η έμμονη ιδέα ότι τα πάντα τα παρασέρνει το ρεύμα τόσο γρήγορα στον ορίζοντα της μνήμης, που στο τέλος τα πάντα θα διαλυθούν, θα εξαερωθούν. Αυτή η ιδέα ανταμώνει την ιδέα του Βαλερύ για την κρίση του πνεύματος. Ακόμα και οι πολιτισμοί, ακόμα και οι κουλτούρες, ακόμα και η Ιστορία και οι ιστορίες είναι θνητές.
«Οι ιστορίες μου, ποιες ιστορίες;» ρωτάει ο Μίλαν στο τέλος της ζωής του. «Έγραψα εγώ βιβλία; Μπορεί. Δε θυμάμαι.»
Τώρα τελευταία, είμαστε πέραν της λήθης.
Ο Κούντερα δεν λησμόνησε απλώς πως έγραφε. Λησμόνησε πως λησμόνησε.
Δυο λόγια για τη συγγραφέα
Η Φλοράνς Νουαβίλ είναι δημοσιογράφος και κριτικός λογοτεχνίας στη γαλλική εφημερίδα Le Monde. To 2003 κυκλοφόρησε το βιβλίο της Isaac B. Singer (Βραβείο βιογραφικού αφηγήματος).

Τα έργα της κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Stock και περιλαμβάνουν βιογραφίες, δοκίμια, μυθιστορήματα, καθώς και πολλά βιβλία για παιδιά και νέους, ανάμεσα σε άλλα, για την ελληνική μυθολογία. Τα βιβλία της έχουν μεταφραστεί σε δεκατέσσερις γλώσσες.























