
Για την παράσταση «Η χορτοφάγος», βασισμένη στο μυθιστόρημα της Χαν Γκανγκ (Han Kang), σε σκηνοθεσία Ντάρια Ντεφλοριάν (Daria Deflorian), στην Πειραιώς 260. © εικόνας: Andrea Pizzalis
Γράφει ο Νίκος Ξένιος
Στο Φεστιβάλ Αθηνών παρακολούθησα την αισθησιακή, καλόγουστη θεατρική διασκευή της Χορτοφάγου της Χαν Γκανγκ από την Ιταλίδα Ντάρια Ντεφλοριάν. Το βιβλίο κέρδισε το Βραβείο Μπούκερ το 2016, έχει ήδη μεταφερθεί στο σινεμά και σταδιακά μεταφράστηκε σε 32 γλώσσες, μεταξύ των οποίων και τα ελληνικά (μτφρ. Αμαλία Τζιώτη, εκδ. Καστανιώτη). Η παράσταση της Ντεφλοριάν έκανε πρεμιέρα τον Οκτώβριο στην Ιταλία (Teatro Arena del Sole, Μπολόνια) και στη συνέχεια παρουσιάστηκε στο Festival d’Automne του Παρισιού (Νοέμβριος 2024).
Η Γιονγκ-Χιε, μια νεαρή γυναίκα που ζει μια κοινότοπη συζυγική ζωή, μια μέρα βλέπει ένα τόσο αιμοσταγές όνειρο, που πετάει όλο το κρέας από την κατάψυξή της και αποφασίζει να γίνει χορτοφάγος. Αυτή είναι η αρχή μιας αλλόκοτης μεταμόρφωσης, το ύστατο στάδιο της οποίας θα αγγίξει τον κόσμο της βλάστησης. Η δραματουργία της παράστασης είναι κρυπτική, δύσληπτη, αλλά και ιδιαίτερα γοητευτική. Επίσης, δεν έχει την παραμικρή μεταδραματική διάσταση. Οι χαρακτήρες μέσω της απεύθυνσης διεκπεραιώνουν τόσο την αφήγηση, όσο και τους διαλόγους. Καθένας τους υφίσταται μιαν αλλαγή από τη στιγμή της διασταύρωσής του με την χορτοφάγο ηρωίδα και με τον «άλλο» κόσμο που αυτή κομίζει.
Μια γυναίκα επικίνδυνη αποκαλύπτεται
Η Γιόνγκ-Χιε και ο σύζυγός της είναι δύο μέσοι άνθρωποι. Εκείνη δεν τη χαρακτηρίζει κανένα πάθος, είναι απλώς μια αφοσιωμένη νοικοκυρά. Η επιλογή της ως συζύγου έχει γίνει με αυτό ακριβώς το κριτήριο:
«Πριν η γυναίκα μου γίνει χορτοφάγος, την θεωρούσα πάντα εντελώς ασήμαντη. Για να είμαι ειλικρινής, την πρώτη φορά που την είδα, δεν μου άρεσε καν».
Η μονοτονία του συμβατικού, χωρίς έρωτα γάμου ανατρέπεται όταν, χωρίς να νιώθει την ανάγκη να εξηγηθεί, η Γιόνγκ-Χιε αποφασίζει μια μέρα να εξαφανίσει κάθε ίχνος ζωϊκής τροφής από το ψυγείο: κρέας, ψάρια, χέλια, αυγά, γαλακτοκομικά. Τα πάντα. Ακολουθώντας τις επιταγές ενός ορμητικού, βίαιου ονείρου, επιλέγει πεισματικά τη χορτοφαγία, με αποτέλεσμα την αποξένωσή της από τον βαρετό, συμβατικό σύζυγό της. Η ακλόνητη άρνησή της να φορέσει σουτιέν μάλιστα την οδηγεί και σε τολμηρές δημόσιες εμφανίσεις, που κοινωνικά τον «εκθέτουν».
![]() |
|
© Andrea Pizzalis |
Μπορεί κανείς να προσεγγίσει την Γιονγκ-Χιε ως αδικημένη/υποτιμημένη σύζυγο. Μπορεί να τη δει ως ψυχιατρική περίπτωση, ως θύμα της πατριαρχικής βίας, ως εγωκεντρική ψυχάκια. Τέλος, μπορεί να την κατανοήσει ως απλή βετζετέριαν: σε κάθε περίπτωση ο θεατής νιώθει άβυσσο να τον χωρίζει από τον ψυχισμό της. Η εμπειρία της είναι μια ακόμη εμπειρία ανοικειότητας, που περιλαμβάνει το βίωμα ενός φθίνοντος σώματος, κάθε άλλο παρά ερωτικού, που φέρει διάστικτα σημάδια παιδικότητας και «φυτικής» υπόστασης.
Ένα μοναδικό σκηνικό, με μοναδικούς φωτισμούς
Η persona της Γιονγκ-Χιε (που την υποδύεται θαυμάσια η Μόνικα Πισέντου) περιφέρεται με αδιόρατες μικρές μετακινήσεις, που παραπέμπουν σε παλαιότερες παραστάσεις της Πίνα Μπάους. Η Γιόνγκ-Χιε στερείται φωνής: με εξαίρεση έναν εμβόλιμο μονόλογό της σε ένα σχετικά αρχικό σημείο, ο χαρακτήρας της αποκαλύπτεται μέσω της αφήγησης, των φωνών και των βλεμμάτων τριών προσώπων που την περιβάλλουν, του συζύγου, του κουνιάδου και της αδερφής της. Ενός συζύγου που αποδίδεται άψογα με την τρεμουλιαστή φωνή του Γκαμπριέλε Πορτογκέζε, ενός άπληστου, ηδονοβλεπτικού και καλλιτέχνη κουνιάδου, που τον ενσαρκώνει ο Πάολο Μούσιο, και μιας θυματοποιημένης/μάρτυρος μεγαλύτερης αδελφής που την υποδύεται η ίδια η σκηνοθέτις.
|
|
|
© Andrea Pizzalis |
Ο ζόφος και η επικινδυνότητα της χορτοφαγικής επιλογής (που είναι τρέλα, όνειρο και μύηση ταυτόχρονα) υπηρετούνται θαυμάσια από τον απογυμνωμένο σκηνικό χώρο του Ντανιέλε Σπανό: η φαινομενική συμμετρία του χώρου (αριστερά πόρτα που οδηγεί στην κουζίνα, δεξιά πόρτα που οδηγεί στο μπάνιο, ένα στρώμα ακουμπισμένο στον τοίχο μες στη μέση) υπογραμμίζεται από τους εξαιρετικούς φωτισμούς της Τζούλια Παστόρι (προβολείς, διαφάνειες πάνω στο σώμα της πρωταγωνίστριας), ενώ το σκηνικό εφαρμόζει αντίστροφη προοπτική, με το κρεβάτι φωτισμένο σε κάθετη θέση και το σώμα σε ανάποδη στάση γιόγκα, και με τοίχους που σκίζονται, χάνονται προσώρας κι επανεμφανίζονται σ’ έναν σχεδόν κενό, απροστάτευτο και αποκαλυπτικό περιβάλλον (θυμήθηκα ένα άδειο δωμάτιο του Χόπερ). Ο μινιμαλιστικός σχεδιασμός των σκηνικών ενισχύει τον συναισθηματικό αντίκτυπο του κειμένου.
Το αρχικά ωχρό, καφκικό, γυμνό εσωτερικό του σπιτιού εμφανίζει ίχνη της μετάβασης από την κατάσταση του ανθρώπου στην κατάσταση του φυτού
Σταδιακά, η Γιόνγκ-Χιε μεταμορφώνεται, όλο και περισσότερο, σε φυτό ή δέντρο (εδώ ο συνειρμός γίνεται με τον αρχαιοελληνικό μύθο για τον Απόλλωνα και τη Δάφνη ή εκείνον του Νάρκισσου). Ολόκληρος ο κόσμος που την περιβάλλει επηρεάζεται από τη μεταμόρφωσή της. Το αρχικά ωχρό, καφκικό, γυμνό εσωτερικό του σπιτιού εμφανίζει ίχνη της μετάβασης από την κατάσταση του ανθρώπου στην κατάσταση του φυτού· αλλά και της αποχώρησης από τον κόσμο, της αναχώρησης προς μιαν «ορυκτή» γαλήνη, προς ένα είδος φροϋδικού θανάτου· της μετάβασης προς το ονειρικό, προς ένα ασυνείδητο που απελευθερώνεται. Οι γυμνοί, ξεφλουδισμένοι τοίχοι καταγράφουν τα σημάδια της ιδιοκτησιακής σχέσης με τον σύζυγο που καταρρίπτεται. Στη σκηνή υπάρχει μια μικρή ρωγμή απ’ όπου θα εξαπλωθούν τα σπαράγματα αυτής της σχέσης, σαν αιχμηρά θραύσματα. Λίκνο, φέρετρο, λειψανοθήκη ή θερμοκοιτίδα; Όλα αυτά μαζί. Το δεξί μέρος, όπου αποκαλύπτεται η ύπαρξη μιας μπανιέρας, επιτρέπει στο υπό διάλυσιν σώμα να φωλιάσει και -γιατί όχι;- ν’ ανθίσει. Ο χώρος επηρεάζεται και μετασχηματίζεται από τις πράξεις των χαρακτήρων που κινούνται μέσα σ’ αυτόν – και όχι το αντίστροφο, καθιστώντας δυσδιάκριτη τη γραμμή μεταξύ πραγματικότητας και ψευδαίσθησης.
Η μη-αναστρέψιμη αποποίηση του αίματος
Πρόκειται για μια ιστορία ενδοοικογενειακής βίας, που διαρκεί όσο μια ολόκληρη ζωή: η εγκατάλειψη του κρέατος είναι απλώς το έναυσμα, ενώ η μεταστροφή της ηρωίδας από τον αιμάτινο/αιματοβαμμένο/κανιβαλικό κόσμο μας στο σύμπαν της χλωροφύλλης γίνεται σταδιακά, σαν να λαμβάνουν χώρα μικρές επαναστάσεις ενάντια σε κάθε μορφή χειραγώγησης (συμπεριλαμβανομένης και της αμφισβήτησης της πατρικής εξουσίας, παρόλο που ο βίαιος -βετεράνος του πολέμου της Κορέας- πατέρας απλώς αναφέρεται ως ψυχαναλυτική φιγούρα). Αυτή η διεργασία την οδηγεί σε ανορεξία, απόσυρση, κατάθλιψη, αλλά και σε απέκδυση από τους παραδοσιακούς της ρόλους, σε σιωπή και σε γυμνότητα:
«Κοίταξε αδελφή μου, κάνω κατακόρυφο, φύλλα ξεφυτρώνουν από το σώμα μου, ρίζες από τα χέρια μου… εισχωρούν μέσα στη γη. Χωρίς τέλος, χωρίς τέλος…ναι, ανοίγω διάπλατα τα πόδια μου γιατί λουλούδια ανθίζουν μέσ’ απ’ τη βουβωνική μου χώρα...».
Και όλα αυτά της συμβαίνουν όταν συνειδητοποιεί πως πίσω από κάθε χειρονομία αγάπης υποκρύπτεται και ένα μικρό συμφέρον, πίσω από κάθε εκδήλωση τρυφερότητας κρύβεται μια μικρή ιδιοτέλεια. Η αρπακτική διάθεση που εγκυμονείται στον γάμο υποσκάπτεται από τις σελίδες του βιβλίου που επιλέγει να ανεβάσει επί σκηνής η Ντεφλοριάν. Η βαρετή και μέτρια ζωή της Γιόνγκ-Χιε περιγράφεται ως σκηνική παραβολή μέσα από τις φωνές των χαρακτήρων που αναπτύσσονται σε τρεις πράξεις, καθεμία από τις οποίες έχει τίτλο από ένα χρώμα: κόκκινο, ανοιχτό μπλε και πράσινο (κόκκινο: αίμα/έμμηνος ρύση/βία· ανοιχτό μπλε: μογγολική κηλίδα/κληρονομικότητα και μνήμη· και πράσινο: φυτικό/ονειρικό/ έμπνευση).
Η «κανονικότητα» του ετεροπροσδιορισμού και η «τρέλα» του αυτοπροσδιορισμού
Ο τρόπος με τον οποίο οι χαρακτήρες απευθύνονται ο ένας στον άλλον, όχι ονομαστικά αλλά με (κοινωνικό/οικογενειακό) ρόλο -«κουνιάδα», «σύζυγος», «αδελφή»-, είναι χαρακτηριστικός της κορεατικής κουλτούρας, όπου οι άνθρωποι αποκαλούν ο ένας τον άλλον ονομαστικά μόνο όταν είναι θυμωμένοι. Μια σειρά από αυστηρούς ρόλους, ένας γάμος-κοινωνική σύμβαση, ένας βίαιος και κακοποιητικός πατέρας, ένα περιβάλλον αποστεωμένο από συναισθηματικές συναναστροφές, ένα κοινωνικό πλέγμα ετεροπροσδιορισμού.
![]() |
|
© Andrea Pizzalis |
Ο σκηνικός χώρος εμφανίζεται ως επισφαλής συνθήκη, που κινείται μεταξύ φωτός και σκιάς, πραγματικότητας και ονείρου, στιβαρής σωματικότητας και ψυχικής αποσταθεροποίησης. Κύριο γνώρισμα της σκηνοθετικής προσέγγισης της Ντεφλοριάν είναι ο αισθησιασμός της σκιάς, του κρυμμένου, του οραματικού. Υποτίθεται ότι, υποδυόμενη την αδερφή της Γιονγκ-Χιε, που θα επισκεφθεί την ιδιότυπη χορτοφάγο στο ψυχιατρείο, η σκηνοθέτις περνά με το λεωφορείο μέσα από ένα συγκεκριμένο φθινοπωρινό δάσος: η αδερφή δεν επιχειρεί πλέον να μεταστρέψει την Γιονγκ-Χιε στον ειθισμένο δρόμο της λογικής, γιατί η αδερφή της έχει επιφέρει τελεσίδικο ρήγμα και στη δική της εκδοχή πραγματικότητας, στην αρχή της πραγματικότητας. Τα όνειρα αίματος και βίας που οδήγησαν στη μεταστροφή της Γιονγκ-Χιε έχουν γίνει και δικά της όνειρα.
Τα χρώματα που, μέσω προβολέα, δημιουργούν body painting πάνω στο γυμνό σώμα της Γιονγκ-Χιε θυμίζουν τις κηλίδες μελάνης του τεστ προσωπικότητας Rorschach, ενώ καταργούν τη μονοχρωμία της όλης σκηνικής σύλληψης
Το έργο προτείνει αντίσταση στη συναισθηματική, γαμική και πατριαρχική χειραγώγηση. Αλλά και απέναντι στην καλλιτεχνική χειραγώγηση: είναι χαρακτηριστικό το ότι, συνεπαρμένος από τη «μογγολική κηλίδα» στα οπίσθια της ηρωίδας, ο καλλιτέχνης κουνιάδος της θα ζωγραφίσει λουλούδια στο κορμί της για να το βιντεοσκοπήσει. Τα χρώματα που, μέσω προβολέα, δημιουργούν body painting πάνω στο γυμνό σώμα της Γιονγκ-Χιε θυμίζουν τις κηλίδες μελάνης του τεστ προσωπικότητας Rorschach, ενώ καταργούν τη μονοχρωμία της όλης σκηνικής σύλληψης για να αιφνιδιάσουν το κοινό με τα έντονα γαλάζια και κόκκινα της νέας, φυτικής της εκδοχής.
Η σκηνοθέτις
Η Ντάρια Ντεφλοριάν ξεκίνησε την καριέρα της ως ηθοποιός και εργάστηκε αρχικά στην Ιταλία, στην κεντρική Ευρώπη και στη Νέα Υόρκη. Στη Γαλλία εμφανίστηκε σε παραστάσεις της Lucia Calamaro (κυρίως στο «La vita ferma», στο Odéon, το 2017) και στο «Les géants de la montagne» (2015), σε σκηνοθεσία Stéphane Braunschweig, ο οποίος τη σκηνοθέτησε επίσης στο «La vita che ti diedi» του Pirandello, στο Tea του Τορίνο. Το 2021, συνσκηνοθέτησε με τον Antonio Tagliarini εκπομπές που κέρδισαν βραβεία (Prix Ubu, Καλύτερη Ξένη Έκθεση στον Καναδά): «Ce ne andiamo per non darvi altre preoccupazioni» και «Avremo ancora l'occasione di ballare insieme».
* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός, συγγραφέας και κριτικός θεάτρου και χορού.
Συντελεστές
Διασκευή: Daria Deflorian, Francesca Marciano
Συνδημιουργία των: Daria Deflorian, Paolo Musio, Monica Piseddu, Gabriele Portoghese
Σκηνικά: Daniele Spanò
Φωτισμοί: Giulia Pastore
Ήχος: Emanuele Pontecorvo
Κοστούμια: Metella Raboni
Συνεργάτες στο project: Attilio Scarpellini
Βοηθός σκηνοθέτη: Andrea Pizzalis
Σύμβουλος δραματουργίας:: Eric Vautrin
Καλλιτεχνική συνεργασία/εκτέλεση σκηνικού: Lisetta Buccellato
Τεχνική διεύθυνση: Lorenzo Martinelli καιMicol Giovanelli



























