
Για τη νουβέλα της Πελαγίας Μπότση «Ο φτωχός συγγενής» (εκδ. Ενύπνιο). Κεντρική εικόνα: Nelly's - 1927
Γράφει ο Γιώργος Ν. Περαντωνάκης
Δεν είναι η αγία ελληνική οικογένεια. Δεν είναι η αίσθηση του «φτωχού συγγενή». Δεν είναι η κληρονομιά και η αποποίησή της. Είναι όλα αυτά, αλλά σε ένα συμβολικό επίπεδο, που χαρίζουν στη νουβέλα της Πελαγίας Μπότση την ωριμότητα την οποία χρειάζεται να δει ο αναγνώστης, για να προσεγγίσει το έργο με θετικό τρόπο. Μετά από μερικά βιβλία για παιδιά, η συγγραφέας αξιοποιεί τα μαθήματα δημιουργικής γραφής και περνά στο στάδιο της λογοτεχνίας για ενήλικες.
Η ιστορία αφορά τον Κωνσταντίνο Παπαδάκη, που μετά τον θάνατο του πατέρα του αποποιείται τα χρέη που κληρονόμησε και υποδεικνύει στα δεύτερα ξαδέρφια του, Σήφη, Νικόλα και Καλλονή, να κάνουν το ίδιο. Σπειροειδείς τροχιές στο πώς εξελίσσονται τα πράγματα, ρεαλιστική συσσώρευση μικρολεπτομερειών που αναδεικύουν την καθημερινότητα μέσα στη Κυψέλη, εναλλαγή γεγονότων και σκέψεων διαπερνάνε το κείμενο. Ως εκ τούτου, η αφήγηση δεν κάνει γρήγορα βήματα, αφού περισσότερο ενδιαφέρει το κλίμα, οι έμμεσες συνεκδοχές και οι συμβολισμοί, το βαρύ φορτίο που αντανακλάται σε κάθε φάση του έργου.
Μέσα σε μια ατμόσφαιρα ασφυκτικής ζέστης, κολλώδους στασιμότητας και ανάερης ζωής, ο αδύναμος πρωταγωνιστής συγκρούεται καταρχάς με τον νεκρό πατέρα του, όχι μόνο για τα χρέη που αυτός άφησε, αλλά κυρίως για τον παλιοχαρακτήρα του. Ο «Ξεσκονίστρας», όπως ήταν το παρατσούκλι του πατέρα, μίσησε πολύ στη ζωή του, τη μάνα τους, τα παιδιά, την κοινωνία, με αποτέλεσμα κανείς να μην έχει να πει μια καλή κουβέντα που θα «δικαιώσει» τον τεθνεώτα. Ο Κωνσταντίνος στη συνέχεια συγκρούεται με την κρητική νοοτροπία, ανδροπρεπή και αψιά, που προβάλλεται τόσο στην καταγωγή του, όσο και στον ξάδερφό του Σήφη, ο οποίος θεόρατος και αυστηρός εκφράζει τον νταηλίδικο ανδρισμό. Από την άλλη, ο πρωταγωνιστής είναι ηθοποιός, στοιχείο που οδηγεί σε μια πιο εκλεπτυσμένη αίσθηση της ζωής, ενώ τα ξαδέρφια του, της Καλλονής συμπεριλαμβανομένης, είναι φορείς μιας ανεξάλειπτης χωριατιάς, μιας άξεστης μονομέρειας, μιας μονοκόμματης προγονοπληξίας…
Όλα όσα διαβάζουμε παραπέμπουν σε ένα δεύτερο επίπεδο. Ο καύσωνας υποδηλώνει μια πνιγηρή ατμόσφαιρα, η Κρήτη την πατριαρχική οικογένεια, η υποκριτική την λιγότερο κοινωνικά αποδεκτή ανδρεία, η αλλεργία στην όποια ανικανότητα, και εντέλει η αποποίηση της κληρονομιάς συμβολίζει την ανάγκη του ανθρώπου να αποδεσμευτεί από τον πολιτισμικό βραχνά μιας καταπιεστικής νοοτροπίας, η οποία έρχεται να πνίξει κάθε διαφορετική φωνή και στάση ζωής. Κι όλο αυτό –όσο κι αν η στάσιμη κίνηση της ιστορίας δεν το προδιέγραφε– εκρήγνυται εγκαιροφλεγώς, όταν η νουβέλα κορυφώνεται με μια έκπληξη.
Ο καύσωνας υποδηλώνει μια πνιγηρή ατμόσφαιρα, η Κρήτη την πατριαρχική οικογένεια, η υποκριτική την λιγότερο κοινωνικά αποδεκτή ανδρεία, η αλλεργία στην όποια ανικανότητα, και εντέλει η αποποίηση της κληρονομιάς συμβολίζει την ανάγκη του ανθρώπου να αποδεσμευτεί από τον πολιτισμικό βραχνά μιας καταπιεστικής νοοτροπίας...
Το έργο κορυφώνεται όχι μόνο με τον Κωνσταντίνο ως αντιήρωα. Η ζωή του, μακριά από τα πρότυπα μιας πιο παραδοσιακής κοσμοθεωρίας, μοιάζει κακέκτυπο της γνήσιας ανδρικής ουσίας και γι’ αυτό ο ίδιος φαντάζει ανάξιος να σταθεί σε ένα περιβάλλον κρητικής λεβεντιάς και πατριαρχικής ανδροπρέπειας. Ακόμα περισσότερο καθοριστικός παράγοντας, που εκτοξεύει το κείμενο και την ένταση μεταξύ των συστατικών του, είναι η αποκάλυψη του ποιος / ποια είναι η Λήδα, το φυλομεταβατικό άτομο που ξεκίνησε ως άνδρας και μετέβη στο γυναικείο φύλο, ζει στο διαμέρισμα της Κυψέλης κι αποτελεί, άμεσα ή έμμεσα, ντροπή της γειτονιάς.
Τελικά, «φτωχός συγγενής» δεν είναι (μόνο) ο Κωνσταντίνος, αλλά και η Λήδα. Έτσι, με διπλή στόχευση η συγγραφέας αναδεικνύει σε θύματα όποιον ξεχωρίζει, πνευματικά ή σεξουαλικά, όποιον παρεκκλίνει από την παγιωμένη αντίληψη περί ορθού, όποιον δεν υπηρετεί το πατριαρχικό πρότυπο περί έμφυλης σαφήνειας και ανδρικής –βιολογικής και κοινωνικής– φύσης. Διαβάζουμε μια πολύ καλογραμμένη νουβέλα, με ισορροπία ανάμεσα στις συγκαλύψεις και τις αποκαλύψεις, με γλώσσα ώριμη και με στόχο καλά κρυμμένο αλλά και με σαφήνεια κυκλωμένο.
* Ο ΓΙΩΡΓΟΣ Ν. ΠΕΡΑΝΤΩΝΑΚΗΣ είναι διδάκτορας Νεοελληνικής Φιλολογίας, κριτικός βιβλίου και συγγραφέας. Πρόσφατα κυκλοφόρησε –σε δική του επιμέλεια– ο δεύτερος τόμος της σειράς «Ιστορίες του 21ου αιώνα», μια συλλογή 12 διηγημάτων με τίτλο «Μεταξύ ανθρώπου και μηχανής» (εκδ. Διόπτρα).
Απόσπασμα από το βιβλίο
«Με λένε Κώστα και κάποτε σκέφτηκα να το αλλάξω. Δυο φορές. Μία όταν έγινα ηθοποιός και μία όταν πέθανε ο μπαμπάς, που μετακόμισα στο κέντρο. Μάιος. Μάιος ήταν. Σίγουρα ήταν Μάιος γιατί θυμάμαι που δεν ήρθε κανένας στο μνημόσυνο, με το Champions League. Μπορεί οι γνωριμίες του μέσα σε σαράντα μέρες να τον είχαν ξεχάσει, αλλά του είχαν εξασφαλίσει έναν τάφο στο Α΄ νεκροταφείο. Κι αυτό ήταν το μόνο οικοπεδάκι που έμεινε στην οικογένεια Παπαδάκη. Δεν ήταν άνοιξη αυτό το πράγμα. Κάψα. Λάμψη ανελέητη. Ο ήλιος έπεφτε κατακόρυφα πάνω στα άσπρα μάρμαρα».
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα
Η Πελαγία Μπότση γεννήθηκε στην Αθήνα το 1984.

Έχει σπουδάσει Δραματική Τέχνη, Ιστορία και Φιλοσοφία της Επιστήμης και Δημιουργική Γραφή. Εργάζεται στην Ακαδημία Αθηνών. Ο φτωχός συγγενής είναι η πρώτη της νουβέλα.























