
«Το όριο μεταξύ κοινωνικής λογοτεχνίας και μελό αποτύπωσης τέτοιων ζητημάτων δεν φαίνεται πάντα εύκολα».
Γράφει ο Γιώργος Ν. Περαντωνάκης
Ένα είδος πεζογραφίας, που εκδίδεται ή αυτοεκδίδεται, γεμάτο καλές προθέσεις και υψηλές ιδέες τελικά αποδεικνύεται «κακή» λογοτεχνία (πάντα σε εισαγωγικά), επειδή διακρίνεται από έντονο μελοδραματισμό, που απισχναίνει τη δύναμή της.
Στηρίζεται πάνω σε ένα δίποδο. Από τη μια, η εστίαση στον κατατρεγμένο, τον αδικημένο, τον περιθωριοποιήμενο (τον μετανάστη, τον φτωχό, τον ηλικιωμένο και άλλα) δημιουργεί συνθήκες συμ-πάθειας και ανθρώπινης ευαισθητοποίησης, που προκαλεί συναισθηματικά αντανακλαστικά. Από την άλλη, η ωραιοποίηση του φιλάνθρωπου, του βοηθού, του συμπαραστάτη, του ηρωικά λειτουργούντα κ.λπ., που κάνει το καλό, ενίοτε με θυσίες, σπεύδει να βοηθήσει τους αναξιοπαθούντες, συγκινείται και δραστηριοποιείται υπέρ τους, εξωραΐζει την κοινωνική αλληλεγγύη και διογκώνει τα συναισθήματα, χωρίς να ελέγχει την υπερβολή τους.
Τα παραπάνω θα μπορούσαν να φανούν θετικά, αφού ξεκινάνε με αγαθά κίνητρα και, στηριζόμενα σε χριστιανικά πρότυπα ή αριστερές ιδεολογίες, εξαίρουν το καλό και το δίκαιο, εξυμνούν την ανθρωπιά και τονίζουν την ανάγκη για αλληλοβοήθεια. Όμως ο τρόπος λογοτεχνικής πραγμάτευσής τους τους προσδίδει χαρακτηριστικά μελοδραματισμού, όπως τον ορίζουν τα λεξικά: «η συμπεριφορά που συνίσταται στη χρησιμοποίηση δραματικών εκφράσεων και τρόπων, με σκοπό την πρόκληση συγκινήσεως», ενώ «μελοδραματικός» ή «μελό» στην τέχνη ονομάζεται «αυτός που χαρακτηρίζεται από την προσπάθεια να συγκινήσει μέσω της υπερβολής, της δραματοποίησης, της αδέξιας επίκλησης του συναισθήματος» (Γ. Μπαμπινιώτης, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας).
[μελοδραματισμός:] «η συμπεριφορά που συνίσταται στη χρησιμοποίηση δραματικών εκφράσεων και τρόπων, με σκοπό την πρόκληση συγκινήσεως», ενώ «μελοδραματικός» ή «μελό» στην τέχνη ονομάζεται «αυτός που χαρακτηρίζεται από την προσπάθεια να συγκινήσει μέσω της υπερβολής, της δραματοποίησης, της αδέξιας επίκλησης του συναισθήματος»
Το πρόβλημα ξεκινά, όπως φάνηκε, από την εκζήτηση, την υπερβολή και τον μανιχαϊσμό που χωρίζει τους καλούς και τους κακούς μέσα σε μια δεξαμενή συναισθημάτων. Αναφέρεται σε ένα ύφος αφήγησης που διέπεται από έντονα και συχνά υπερβολικά συναισθήματα, διπολικά, όπως είπα, καταχωρισμένους χαρακτήρες (καλοί / κακοί), απλουστευμένες ηθικές συγκρούσεις και δραματική ένταση. Κατάγεται από το θεατρικό «μελόδραμα», αλλά γρήγορα συνδέεται με τη λαϊκή τέχνη που συγκινεί τα πλήθη, είτε στον κινηματογράφο των πρώτων μεταπολεμικών δεκαετιών είτε στη λογοτεχνία, με πολλά κακά δείγματα που ευτυχώς χάθηκαν αλλά και έντονα ίχνη, που επέζησαν π.χ. σε μερικά σημεία των βιβλίων αναγνωρισμένων συγγραφέων.
Δυστυχώς, σήμερα δεν έχει εκλείψει, αφού λογοτέχνες, σίγουρα του εύπεπτου μπεστ-σέλερ, αλλά και άλλοι με κοινωνικές ευαισθησίες, καταφεύγουν σ’ αυτόν με έναν αφελή ιδεαλισμό, μια ρηχή συναισθηματικότητα και μια «ψυχοπονιάρικη» στάση ζωής που φαίνεται συχνά ανεδαφική. Και φαίνεται ανεδαφική μια τέτοια στάση, γιατί πλέον η εποχή δεν έχει ούτε ηρωικές ούτε ιδεαλιστικές πλευρές, ενώ η συνθετότητα της ανθρώπινης ψυχής δεν επιτρέπει ενθουσιώδεις οπτιμισμούς ή εύκολες θρηνωδίες α λα Νίκος Ξανθόπουλος ή Μάρθα Βούρτση. Φυσικά, το όριο μεταξύ κοινωνικής λογοτεχνίας και μελό αποτύπωσης τέτοιων ζητημάτων δεν φαίνεται πάντα εύκολα, και γι’ αυτό το κατώφλι ανάμεσα στον ψυχολογικό ρεαλισμό και τον δακρύβρεχτο συναισθηματισμό διαπερνάται ανεπαίσθητα.
Χρησιμοποιώ, όπως φάνηκε, τον όρο «μελοδραματισμός» μόνο με αρνητικό περιεχόμενο. Αφορά τις δραματικές εξάρσεις και τον έντονα φορτισμένο λόγο, αλλά και θέματα που κινούνται ανάμεσα στον ιδιωτικό βίο στα ευπώλητα και στον κοινωνικό σε συγγραφείς που προσπαθούν να μιλήσουν για το κοινωνικοπολιτικό σήμερα και να προκαλέσουν συγκίνηση στον αναγνώστη μέσω της υπερβολής, της λογικής άσπρο-μαύρο και συγκρουσιακών καταστάσεων.
Εντέλει, υπάρχουν δύο είδη μελό πεζογραφίας: 1) Το μελό του μπεστ-σέλερ, που γράφει εύκολα και γλυκανάλατα (σαν το μυθιστόρημα το οποίο διάβασα), και 2) το μελό του ουτοπικού ιδεαλισμού (χριστιανικού, αριστερού κ.ά.), που γράφει μανιχαϊστικά και αιθεροβάμονα (σαν τη συλλογή διηγημάτων που έπεσε στα χέρια μου).
Πλήθος υπερβολών, μεγαλόστομες λέξεις, επιθετικοπληξία και επιρρηματολαγνία, αφύσικοι διάλογοι που δεν έχουν ίχνος ελλειπτικότητας όπως αρμόζει στον προφορικό λόγο, κοινοτοπίες και κλισέ σκέψεις, ιδεαλισμός και αγνή (αλλά αφελής) επαναστατικότητα. Κι από την άλλη, αύρα τελειότητας στους χαρακτήρες, περήφανοι ήρωες, με αγνές προθέσεις και δυνατά συναισθήματα, ενώ οι κακοί είναι αρκούντως κυνικοί και στο τέλος τιμωρούνται...
Και στα δύο, αλλού περισσότερο κι αλλού λιγότερο, παρατηρούνται συσσωρευμένα τα εξής χαρακτηριστικά: πλήθος υπερβολών, μεγαλόστομες λέξεις, επιθετικοπληξία και επιρρηματολαγνία («υπέροχη», «παγερά», «άπονη», «αγαπημένε» κ.λπ., «Δεν έχω στο πλευρό μου απλώς έναν πανέμορφο, πανέξυπνο, δυναμικό, καλόκαρδο και γοητευτικό άντρα, αλλά και έναν ήρωα»), αφύσικοι διάλογοι που δεν έχουν ίχνος ελλειπτικότητας όπως αρμόζει στον προφορικό λόγο, κοινοτοπίες και κλισέ σκέψεις, ιδεαλισμός και αγνή (αλλά αφελής) επαναστατικότητα. Κι από την άλλη, αύρα τελειότητας στους χαρακτήρες, περήφανοι ήρωες, με αγνές προθέσεις και δυνατά συναισθήματα, ενώ οι κακοί είναι αρκούντως κυνικοί και στο τέλος τιμωρούνται, πόνος που ο άνθρωπος υπομένει και αναδεικνύει τη δύναμή του μέσω αυτού, ενώ η αιώνια αγάπη που δεν λυγίζει αλλά ξεπερνά τις δυσκολίες και αντέχει. Γενικότερα, το συναίσθημα ξεχειλίζει και παρασύρει λοιπά φερτά υλικά.
Πρέπει να γαλβανίσουμε αναγνώστες και συγγραφείς να μην εκπίπτουν σε τέτοια πλαδαρά και μονοδιάστατα βιβλία, αλλά να μάθουν να τα αποφεύγουν, ώστε να μην ανατροφοδοτούμε τον μικροαστισμό, την αφέλεια και τη μανιχαϊστική συναισθηματικότητα.
* Ο ΓΙΩΡΓΟΣ Ν. ΠΕΡΑΝΤΩΝΑΚΗΣ είναι διδάκτορας Νεοελληνικής Φιλολογίας, κριτικός βιβλίου και συγγραφέας. Πρόσφατα κυκλοφόρησε –σε δική του επιμέλεια– ο πρώτος τόμος της σειράς «Ιστορίες του 21ου αιώνα», μια συλλογή 12 διηγημάτων με τίτλο «Από το τοπικό στο παγκόσμιο» (εκδ. Διόπτρα).






















