
Για τη συλλογή διηγημάτων του Λεωνίδα Βουρδονικόλα «Σημειώσεις αϋπνίας», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καλειδοσκόπιο. Εικόνα: Λιθογραφία του Τουλούζ Λοτρέκ για την εικονογράφηση της συλλογής ποιημάτων του Jean Goudezki "Les vielles histoires" (1893).
Γράφει η Χριστίνα Μουκούλη
Αϋπνία είναι η κατάσταση κατά την οποία το σώμα, για τους δικούς του λόγους, αρνείται να παραδοθεί στον ύπνο, να αφήσει πίσω του τις έννοιες της καθημερινότητας, να χαλαρώσει και να ξεκουραστεί. Τα μάτια μένουν πεισματικά ανοιχτά, ο εγκέφαλος συνεχίζει να λειτουργεί, το ίδιο και οι αισθήσεις. Όλα βρίσκονται σε εγρήγορση. Για κάποιους, η αϋπνία είναι πρόβλημα και καθημερινό βάσανο, ειδικά αν είναι συχνή και μακροχρόνια. Για άλλους, είναι πρόκληση και ευκαιρία για δημιουργία. Είναι εκείνοι που προσπαθούν να επιμηκύνουν τον ημερήσιο χρόνο εγρήγορσης και πλήρους συνειδητότητας και να μειώσουν τη διάρκεια του ύπνου, αυτής της προσωρινής παύσης ζωής.
Ιστορίες ευρηματικές, στις οποίες κυριαρχούν δύο βασικά θέματα, εκείνα που διαχρονικά απασχολούν τον άνθρωπο: ο έρωτας και ο θάνατος.
Σε αυτούς ανήκει και ο συγγραφέας, ο οποίος εκμεταλλεύεται τον χρόνο που μένει άυπνος για να γράψει τις ιστορίες του. Γιατί, λίγο πριν τον ύπνο, την ώρα που το συνειδητό και το ασυνείδητο παλεύουν για το πιο από τα δύο θα επικρατήσει, βγαίνουν στην επιφάνεια όλα εκείνα που επιθυμούμε και δεν τολμάμε να εκφράσουμε, όλα εκείνα που μας τρομάζουν ή μας ταλαιπωρούν και δεν θέλουμε να το παραδεχτούμε. Για όλα αυτά μιλούν οι ιστορίες του. Ιστορίες ευρηματικές, στις οποίες κυριαρχούν δύο βασικά θέματα, εκείνα που διαχρονικά απασχολούν τον άνθρωπο: ο έρωτας και ο θάνατος.
Να ζει κανείς;
Στο διήγημα Μια κι έξω, ο Πέτρος ταξιδεύει στην Ελβετία για να τερματίσει τη ζωή του σε μια ειδυλλιακή τοποθεσία, σε μια νησίδα στη λίμνη της Γενεύης. Λαχταρά έναν όμορφο θάνατο για να γλιτώσει από τη μοναξιά και την κατάθλιψη. Στο Χώμα, δύο συνηθισμένοι μεσήλικες εγκαταλείπουν το κέντρο της πόλης και εγκαθίστανται στα προάστια, σε μια βίλα με κήπο, έναν κήπο ασυνήθιστο και εκκεντρικό, στον οποίο κάθε μέρα, στις έξι το απόγευμα, απολαμβάνουν το τσάι τους. Η ζωή τους κυλά ήσυχα, μέχρι τη μέρα που ένας νεαρός, ο κηπουρός που προσέλαβαν, μπαίνει στη ζωή τους και ταράζει τις ισορροπίες τους. Στο Ισοζύγιο, σε μια μελλοντική εποχή, το Πληθυσμιακό ισοζύγιο καθορίζει τον ακριβή αριθμό των ανθρώπων που μπορεί να θρέψει μια πόλη. Όταν ένα παιδί γεννιέται, ο γηραιότερος άνθρωπος της πόλης είναι υποχρεωμένος να μπει στην Αίθουσα Αζώτου και να τερματίσει τη ζωή του. Και το δέχεται αδιαμαρτύρητα. Στο Δέκα εκατοστά, σε μια κοινωνία όπου ο έρωτας απαγορεύεται και τιμωρείται, δύο νέοι φυλακίζονται, ο καθένας στο κλουβί του, γιατί τόλμησαν να ερωτευτούν. Μερικά εκατοστά χωρίζουν το ένα κλουβί από το άλλο, αρκετά όμως για να τους εμποδίζουν να αγγιχτούν, όσο κι αν παλεύουν για ένα άγγιγμα. Ένα άλλο ζευγάρι ερωτευμένων, στο διήγημα με τίτλο Πινέζες, αποφασίζουν να γίνουν ένα και να ανταλλάξουν μεταξύ τους τα πάντα. Ακόμα και τα όνειρά τους. Όμως αυτό έχει ένα τίμημα. Από τη συλλογή δεν θα μπορούσαν βέβαια να λείπουν τα όνειρα. Το τελευταίο κείμενο που φέρει και τον τίτλο του βιβλίου, περιγράφει στιγμές μισο-ονειρικές μισο-πραγματικές, άλλοτε ευχάριστες κι άλλοτε τρομακτικές, ξαφνιάζοντάς μας με το πόσο συχνά αυτά τα δύο μπερδεύονται στην καθημερινότητά μας.
Η συλλογή κινείται σε ένα ευρύ χρονικό και γεωγραφικό πλαίσιο που εκτείνεται από την εποχή του Πάπα Κλήμη Η’, ο οποίος έστειλε στην πυρά τον Τζορντάνο Μπρούνο επειδή πίστευε ότι η γη μας δεν είναι το κέντρο του κόσμου, μέχρι μια εποχή του μέλλοντος, και από τη μακρινή Ιαπωνία, μέχρι την Ελβετία και την Ελλάδα. Οι ήρωες των διηγημάτων έρχονται αντιμέτωποι με τις αξίες τους, παλεύουν με τις επιθυμίες και τους φόβους τους, με τη φωτεινή και τη σκοτεινή πλευρά τους. Ματώνουν, κυριολεκτικά και μεταφορικά, βιώνουν την αγριότητα της ζωής, πονούν, φοβούνται, επιθυμούν, ελπίζουν. Όμως στέκονται απέναντι στον θάνατο ψύχραιμοι, έτοιμοι από καιρό, αξιοπρεπείς και δυνατοί. Ενίοτε τον προκαλούν. Ο κόσμος γι’ αυτούς είναι όμορφος, γιατί επιλέγουν να βλέπουν τη μαγεία που κρύβεται στη φύση και στα απλά πράγματα που υπάρχουν γύρω τους. Αναρωτιούνται τι συμβαίνει μετά, πού καταλήγει το μικρό σύμπαν που κουβαλάμε μέσα μας, κι αν «το χώμα στο οποίο κάποτε επιστρέφουν οι άνθρωποι κρατά κάτι από το ανείπωτο της ψυχής τους».
Έρωτας: ο χλευασμός του θανάτου και το αντίδοτό του
Οι άνθρωποι γεννιόμαστε με μία όχι ευχάριστη όμως ακλόνητη βεβαιότητα: εκείνη του -άγνωστο πότε- επερχόμενου θανάτου. Σύμφωνα με τον Δημήτρη Λιαντίνη, «ο έρωτας και ο θάνατος είναι δύο πανεπίσκοποι νόμοι ανάμεσα στους οποίους ξεδιπλώνεται η διαλεκτική του σύμπαντος». Και οι ήρωες του Βουρδονικόλα το επιβεβαιώνουν.
Ιστορίες επιμελώς δομημένες, συναρπαστικές, με καυστικό χιούμορ και λεπτό σαρκασμό, με εικόνες ζωντανές, περιγραφές ρεαλιστικές, με πράγματα γνωστά και οικεία, κι άλλα εντελώς ανοίκεια, σε ένα παρόν χρωματισμένο άλλοτε με χαρούμενους και άλλοτε με γκρίζους τόνους, και σε ένα μέλλον δυστοπικό και άχρωμο, όπου απουσιάζει η χαρά, όπου ο έρωτας είναι αιτία θανάτου, κι όπου, παρ’ όλα αυτά, κάποιοι δεν πτοούνται και βρίσκουν το θάρρος να τον ζήσουν. Χωρίς μοιρολατρία, ούτε και με αφελή ρομαντισμό, αλλά με τη γνώση ότι αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να ζει κανείς.
Εκείνο που επικρατεί στις ιστορίες του Βουρδονικόλα δεν είναι η αισιοδοξία ότι όλα θα πάνε καλά, πράγμα που έτσι κι αλλιώς λίγες φορές συμβαίνει, αλλά ότι, όπως κι αν πάνε τα πράγματα, ο έρωτας πάντα θα είναι μια έκρηξη θαυμαστή και η ιδέα του θανάτου θα αποτελεί ώθηση για την αδήριτη ανάγκη για ζωή.
Η συλλογή συνοδεύεται από ένα πολύ πυκνό και ουσιαστικό επίμετρο του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη, το οποίο εισάγει τον αναγνώστη στο ιδιαίτερο κλίμα των ιστοριών και στους λεπτούς άξονες που τις ενώνουν.
* Η ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΜΟΥΚΟΥΛΗ είναι συγγραφέας και εκπαιδευτικός.
Απόσπασμα από το βιβλίο
«Δεν κοιμάμαι πολύ εύκολα τα βράδια. Έχω αϋπνίες και δυσκολεύομαι. Πολλές φορές, για να καταφέρω να κοιμηθώ, βγάζω από τη θέση τους τα μάτια μου και τα τοποθετώ σ’ ένα μικρό γυάλινο τάπερ, μέσα σε λιμνάζον υγρό φακών επαφής. Μόνο έτσι καταφέρνω να κοιμηθώ ήσυχος. Με το απόλυτο σκοτάδι για φως μου. Αυτό είναι τελευταία το πιο συχνό όνειρό μου. Μα, αφού βγάλω τα μάτια μου, αρχίζω να βλέπω πολύχρωμα όνειρα μέσα στο όνειρο.»
Λίγα λόγια τον συγγραφέα
Ο Λεωνίδας Βουρδονικόλας γεννήθηκε το 1976 στην Αταλάντη Λοκρίδος. Είναι απόφοιτος του Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης του Παντείου Πανεπιστημίου και κάτοχος Μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών στη Ναυτιλία του Πανεπιστημίου Πειραιά. Παρακολούθησε για τέσσερα έτη την Σχολή Πυροδότησης Θεατρικής Γραφής του Θεάτρου Πορεία.

Έχει γράψει την συλλογή διηγημάτων «Η Γίδα και άλλες ιστορίες της υπαίθρου» (Εκδόσεις Μπαρτζουλιάνος) και 8 θεατρικά έργα τα οποία είναι διαθέσιμα στο διαδίκτυο (openbook.gr). Το θεατρικό του έργο «Άργος 2101» βραβεύθηκε από το ευρωπαϊκό δίκτυο «EURODRAM» και το 2024 προτάθηκε για μετάφραση ως πρωτότυπο ελληνικό θεατρικό έργο. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα.























