
Η «Αρκούδα», ένα κωμικό μονόπρακτο του Αντόν Τσέχωφ, μετατρέπεται σε άρτιο «βοντβίλ» σε σκηνοθεσία Νίκου Καρδώνη, στον «Χοροχρόνο» στο Γκάζι. Φωτογραφίες από τη Δομνίκη Μητροπούλου.
Γράφει ο Νίκος Ξένιος
Ο Νίκος Καρδώνης περνά επιτυχημένα από την υποκριτική στη σκηνοθεσία ανεβάζοντας μια πρωτότυπη απόδοση του κωμικού μονόπρακτου «Αρκούδα» του Τσέχωφ (1860-1904) από τον Δαυίδ Μαλτέζε στον «Χοροχρόνο», στο Γκάζι. Με ένα συνδυασμό μουσικής, διαλόγου, σκηνικών «κόλπων», εξωκειμενικών σχολίων και χορού, το κείμενο ξεφεύγει από τη μορφή ενός κλασικού κειμένου και περνά σε ένα είδος stand-up comedy, χωρίς το στοιχείο της επικαιρότητας, αλλά «μπαίνοντας» και «βγαίνοντας» από το κείμενο σε ένα σταθερά θεατρικό context. Για την ακρίβεια, πρόκειται για μιαν άρτια παράσταση «βοντβίλ», που ιστορικά παραπέμπει σε μουσική σύνθεση που διανθίζεται από θεατρικά δρώμενα. Ήδη από καταβολών του το είδος αυτό σατίριζε τα ήθη της αστικής κοινωνίας με κάποια έξυπνα σχόλια και υπαινιγμούς, με τον τρόπο με τον οποίο το έκανε και ο Τσέχωφ στην «Αρκούδα» του.
Η διασκευή και η επιμέλεια του Βασίλη Ανδρέου προδίδει δεξιοτεχνία σύνδεσης προς το σήμερα χωρίς αφελή επικαιροποίηση του θέματος, που είναι- τι άλλο;- ο έρωτας και η απιστία, ο θάνατος, η μοναξιά, η ειρωνεία της τύχης, εν ολίγοις όλη η γκάμα των κλασικών θεμάτων της τέχνης συνοψισμένη σε ένα κείμενο που ο ίδιος ο συγγραφέας χαρακτήρισε «ελαφρό»: «Απλά για να σκοτώσω την ώρα μου έγραψα ένα ασήμαντο, μικρό vodevilchik, σε ύφος γαλλικό, που ονομάζεται Αρκούδα. Εάν αντιληφθούν στους “Μοντέρνους Καιρούς” ότι γράφω βωντβίλ θα με εξοστρακίσουν! Τι να κάνω, σχεδιάζω κάτι βαρυσήμαντο και προκύπτει τρα-λα-λα. Παρά τις απόπειρές μου για σοβαρότητα, αποτέλεσμα μηδέν. Με εμένα καθετί σημαντικό μεταμορφώνεται σε ασήμαντο», γράφει ο ίδιος ο Τσέχωφ (Pavlovich, Anton. The Complete Plays. W W Norton & Co Inc, 2007).
Η επιμονή του άξεστου αυτού στρατιωτικού να εισπράξει το ποσόν που του χρωστά ο μακαρίτης σταδιακά θα μετατραπεί σε έρωτα για τη χήρα.
Εξαιρετικό το σκηνικό της Αλεξάνδρας-Αναστασίας Φτούλη, μια πολυθρόνα με έναν καλόγερο όπου κρέμεται το κοστούμι του μακαρίτη, και όλο αυτό τυλιγμένο σε ένα πένθιμο τούλι, δημιουργεί έναν θάλαμο πένθους γεμάτο μυξομάντηλα. Επίσης, μια κανονική προβιά που όντως περιβάλλει το δέμας μιας ανθρώπινης «αρκούδας», που τη φέρει ο χοντροκομμένος απόστρατος Σμιρνόφ (Γιάννης Δενδρινός) είναι απαραίτητο αξεσουάρ, μαζί με μια βαλίτσα που περιέχει τον νυκτερινό σκούφο και τη νυχτικιά εποχής, καθώς και ένα κέντημα που ομολογουμένως δίνει έδαφος σε ξεκαρδιστικά σχόλια. Η επιμονή του άξεστου αυτού στρατιωτικού να εισπράξει το ποσόν που του χρωστά ο μακαρίτης σταδιακά θα μετατραπεί σε έρωτα για τη χήρα: η έλλειψη αυτογνωσίας του είναι χαρακτηριστικό θεατρικό στερεότυπο που ανάγεται στον λατινικό τύπο του miles gloriosus (του καυχησιάρη στρατιωτικού που γελοιοποιείται γιατί, ενώ δηλώνει μισογύνης, ουσιαστικά πέφτει στην παγίδα του έρωτα μιας γυναίκας).

Το μουσικό του solo, με δύσκολους λαρυγγισμούς και έντονη θεατρικότητα, παραπέμπει στον κομπέρ ενός καμπαρέ, συνδέοντας άμεσα την παράσταση με το σκηνικό είδος όπου ανήκει: το βρετανικό music-hall, το βαριετέ, την παντομίμα. Σ’ αυτό το αποτέλεσμα συγκλίνουν και οι κωμικότατες παρεκβάσεις από το ελληνικό δημοτικό τραγούδι, που σε μιαν άλλη παράσταση θα φάνταζαν ξεκάρφωτες, εδώ όμως εντάσσονται στο γαργαλιστικό ύφος της σκηνοθετικής προσέγγισης. Το σοβαρότατο ζήτημα της μονομαχίας μετατρέπεται σε παρωδία στην υποτιθέμενη μονομαχία Πόποβας-Σμιρνόφ. Την ίδια σατιρική πραγμάτευση του καθαρά «ρωσικού» αυτού κειμένου έκανε και η μεταφορά της «Αρκούδας» σε όπερα που συνέθεσε ο Ουίλιαμ Ουώλτον το 1967: στην ελληνική σκηνή την είδαμε τον Νοέμβρη του 2014, σε σκηνοθεσία Νίκου Διαμαντή.
Σκηνική αρτιότητα
Στη σκηνική αρτιότητα συμβάλλουν σημαντικά οι συνεχείς υπαινιγμοί χιονιού που πέφτει, η χρήση της αυλαίας, η χρήση του φορητού φωτός, η αξιοποίηση του παραθύρου και διάφορων gags, ακόμη και η μεταχείριση του πατώματος του θεάτρου. Η Κατερίνα Λάττα, με φοβερό μπρίο και επικοινωνία προς το κοινό, ενσαρκώνει τη βαρυπενθούσα χήρα Γιελένα Πόποβα φορώντας ένα αισθησιακό μαύρο σατέν φόρεμα και λύνοντας ως δια μαγείας όλα τα απρόοπτα της παράστασης (είχα την τύχη να κοπεί το ρεύμα ήδη στα πρώτα δέκα λεπτά, πράγμα που έδωσε στον θίασο τη δυνατότητα να επικοινωνήσει με το κοινό, ζητώντας την επιείκειά του και επανασυνδέοντάς το μαγικά με την ατμόσφαιρα του έργου εντός πενταλέπτου!).

Αξέχαστος ως «βαλές» Λούκα (μια διαφορετική εκδοχή του υπηρέτη της Commedia dell’Arte), ο Γιάννης Λατουσάκης ήδη από την είσοδο σε «βάζει» στην παράσταση με τις ακροβασίες και τις συνεχείς κωμικές μεταμφιέσεις του, καθώς η διάδρασή του τόσο προς το κοινό όσο και προς τους συναδέλφους του μαρτυρεί τη σοβαρότατη δουλειά που έχει γίνει για την προετοιμασία αυτής της ξεκαρδιστικής παράστασης. Η Υβόννη Τζάθα έχει επιμεληθεί και της παραμικρής σκηνικής κίνησης αυτής της μπουρλέσκ εξτραβαγκάντζας, αξιοποιώντας τον σχετικά ανεπεξέργαστο βιομηχανικό χώρο του «Χοροχρόνου», ενώ οι φωτισμοί της Ναυσικάς Χριστοδουλάκου είναι λεπταίσθητοι, κομψοί και άμεσα σχετιζόμενοι με τους υπαινιγμούς κάθε επιμέρους ατάκας. Η μουσική σύνθεση/«χαλί» και η ερμηνεία στιγμιαίων επιτονισμών στο πιανοφόρτε από τον Μιχάλη Λατουσάκη στηρίζει ως ραχοκοκκαλιά το έργο δίνοντας τις απαραίτητες εμφάσεις στις σκηνές.
* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός και συγγραφέας. Τελευταίο βιβλίο του, το μυθιστόρημα «Τα σπλάχνα» (εκδ. Κριτική).
INFO
Σκηνοθεσία: Νίκος Καρδώνης
Μετάφραση: Δαυίδ Μαλτέζε
Επιμέλεια κίνησης: Υβόννη Τζάθα
Μουσική: Μιχάλης και Γιάννης Λατουσάκης
Διασκευή και επιμέλεια στίχων: Βασίλης Ανδρέου
Κοστούμια-Σκηνικά: Αλεξάνδρα-Αναστασία Φτούλη, Νίκος Καρδώνης
Φωτισμοί: Ναυσικά Χριστοδουλάκου
Παίζουν: Κατερίνα Λάττα, Γιάννης Λατουσάκης και Γιάννης Δενδρινός.






















