
Για την ταινία του Γιώργου Λάνθιμου «Βουγονία», η οποία προβάλλεται στις κινηματογραφικές αίθουσες.
Γράφει ο Νίκος Ξένιος
Ο Γιώργος Λάνθιμος επανέρχεται φέτος με την πιο άρτια ταινία του, τη sci-fi μαύρη κωμωδία «Βουγονία», επιστρατεύοντας ένα έξοχο καστ ηθοποιών. Ο τίτλος του έργου είναι εμπνευσμένος από τα Γεωργικά του Βιργιλίου και από τη Φυσική ιστορία του Πλίνιου του Πρεσβύτερου: εκεί η λέξη «βουγονία» περιγράφει τη γέννηση μελισσών από το νεκρό σώμα του βοδιού (βοῦς+γόνος), από το οποίο δεν χύνεται ούτε μια σταγόνα αίμα. Έτσι και στην ταινία του Λάνθιμου διανοίγεται η προοπτική αναγέννησης της ζωής από τις στάχτες μιας ζωής σε αποσύνθεση: το γένος των μελισσών, το ιδεώδες του ανιδιοτελούς, ευέλικτου εργάτη, του απαλλαγμένου από τον ανθρώπινο υποκειμενισμό, είναι εφαλτήριο για μιαν επανεκκίνηση.
Στα όρια αλήθειας και ψεύδους
Σε μιαν εποχή όπου η αλήθεια στρεβλώνεται από τα media και όπου ο πλανήτης διοικείται από το 1% των ευνοημένων του χρήματος, οι θεωρίες συνωμοσίας αποκτούν όλο και περισσότερους οπαδούς. Οι παραπειστικές αποτυπώσεις της πραγματικότητας και η ολοένα αυξανόμενη ευπιστία δημιουργούν μια παράλογη θεωρία: αφού δοκίμασε να θητεύσει στην άκρα αριστερά, στον σοσιαλισμό και στην άκρα δεξιά, ο εξάδελφος Τέντυ (ο άλλος εξάδελφος, ο Ντόνι, είναι παρελκόμενος, ως νοητικά υστερημένος) κατέληξε στο συμπέρασμα πως η Γη έχει δεχτεί εισβολή από εξωγήινους του γαλαξία Ανδρομέδα, με στόχο την υποταγή. Πως αυτό συνέβη κατά την Ιουρασική περίοδο και οι εξωγήινοι προκάλεσαν την ολική εξολόθρευση των δεινοσαύρων, για να επανδρώσουν κατόπιν τον πλανήτη Γη, κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσίν τους, με το είδος homo sapiens sapiens. Κουρδισμένοι από το σενάριο αυτό και αυτοευνουχιζόμενοι σαν οπαδοί θρησκευτικής αίρεσης, ο Τέντυ και ο Ντόνι θεωρούν πως μια επιτυχημένη διευθύνουσα σύμβουλος φαρμακευτικής εταιρείας, η Μισέλ Φούλερ, είναι εξωγήινη πράκτορας της Ανδρομέδιας ελίτ που έχει επιτύχει, με τον ερχομό της στη Γη, την καταστροφή της γήινης τροφικής αλυσίδας και τον αφανισμό των μελισσών. Οι δυο αυτοί αξιαγάπητοι και ατημέλητοι χαμένοι θεωρούν πως, απάγοντας τη διευθύνουσα σύμβουλο, θα μπορέσουν να έρθουν σε επαφή με τους εξωγήινους και να αποκαταστήσουν έτσι τη διαταραγμένη οικολογική ισορροπία του πλανήτη.

Το αρχηγείο της «αντίστασής» τους είναι το ερειπωμένο υπόγειο του απομονωμένου τους σπιτιού. Το σκηνικό της απαγωγής, η αποκοπή των μαλλιών, το δέσιμο, η βία της ανάκρισης και το στοιχείο splatter, όλα αποτυπώνουν την ψυχική ασθένεια του πολιτισμού απ’ όπου προέρχονται οι απαγωγείς. Ωστόσο, τρία ορθολογικά δεδομένα κρύβονται πίσω από το σχιζοφρενικό σενάριο των δύο ανδρών. Αφενός το φαινόμενο CCD (διαταραχή κατάρρευσης αποικίας), σύμφωνα με το οποίο οι εργάτριες μέλισσες εγκαταλείπουν την αποικία λόγω των φυτοφαρμάκων. Αφετέρου, το ότι η διευθύνουσα σύμβουλος επιστρατεύει με ρομποτική ωμότητα τα τσιτάτα της «ποικιλομορφίας» και της «συμπερίληψης» στο οπλοστάσιο της ρητορικής της, ενώ ο πραγματικός της στόχος είναι να υποτάξει απόλυτα τους εχθρούς του εταιρικού συμφέροντος: υπάκουοι και προσαρμοσμένοι στην οψιμότερη εκδοχή του καπιταλισμού, οι εργαζόμενοι μετατρέπονται σε quota που βιώνουν την ψευδαίσθηση της ελευθερίας. Τρίτο ορθολογικό στοιχείο, η επισήμανση της ανεξέλεγκτης χρήσης μη εξουσιοδοτημένων και μη δοκιμασμένων διαδικασιών σε βάρος ανυποψίαστων καταναλωτών: εν προκειμένω, των φυτοφαρμάκων που πρακτορεύει η Μισέλ.
Δύο εκδοχές του ίδιου γλωσσικού παραλογισμού
Με μιαν έκλειψη σελήνης να επικρέμαται και στη διάρκεια τριών ημερών, ο Τέντυ και ο Ντόνι θα εξαντλήσουν κάθε προσπάθεια επιστράτευσης των ορθολογικών αυτών στοιχείων ώστε να αποτρέψουν την καταστροφή, θα αποδειχθεί όμως ότι ο φανατισμός και η αφύσικη προσήλωσή τους στον «ιερό σκοπό» αλλοιώνει την αντίληψή τους της πραγματικότητας. Με μια θαυμαστή αντιστροφή, ο Λάνθιμος, μαζί με τον σεναριογράφο Will Tracy, ορίζει εκ νέου την πραγματικότητα. Φέρνει σε λεκτική αντιπαράθεση δυο λογικά συστήματα κατανόησης του κόσμου: τη ρητορική και ηθική του καπιταλισμού και την απεγνωσμένη, σχεδόν ψυχωσική ανάγκη της «αιώνιας επιστροφής» στην ανθρωπινότητα και στη φύση. Το σύστημα αναφορών και την ορθολογική χρησιμοθηρία του υγιώς σκεπτόμενου απέναντι στο σύστημα αναγνώρισης της αλήθειας, που υιοθετεί ένας παρανοϊκός συνωμοσιολόγος.

Το γλωσσικό όργανο της ταινίας, ταλαντευόμενο ανάμεσα στα δύο άκρα, κατορθώνει να αποσταθεροποιήσει τη φύση της αλήθειας. Ο θεατής μετεωρίζεται διαρκώς ανάμεσα στα δυο αυτά συστήματα σκέψης, από τη μια την εξευγενισμένη, λεπτομερώς επεξεργασμένη και «ξύλινη» γλώσσα των εταιρικών δελτίων τύπου και του κορπορατισμού, κι από την άλλη την οργίλη, συναισθηματικά φορτισμένη -και ολισθαίνουσα σε σφάλματα- γλώσσα του ανθρώπινου είδους που χάνεται: δύο όψεις της ίδιας, δυσλειτουργικής ανθρώπινης γλώσσας. Τα δυο αυτά γλωσσικά συστήματα αναφοράς θεσπίζουν και δυο διαφορετικά συστήματα ηθικής, σε σημείο το σενάριο της ταινίας να αποκτά τις διαστάσεις μιας αρχαίας τραγωδίας, που εκτυλίσσεται σε όλα της τα στάδια: ύβρις, τίσις, αναγνώρισις, κάθαρσις. Με τη γνωστή του «κομψή ασέβεια», με ένα είδος σουρρεαλιστικού μηδενισμού, ο Λάνθιμος σχεδιάζει μια καταστροφολογική ταινία που θα μπορούσε να συγκριθεί μόνο με τη «Μελαγχολία» του Λαρς φον Τρίερ.
«Πού πήγαν όλες οι Ακροπόλεις;»
Ο Λάνθιμος φτιάχνει ένα oeuvre συνεπές στις καταστατικές του αρχές: όπως έχουμε ξαναγράψει, θα περάσει από την αιμομικτική ατμόσφαιρα της περίκλειστης πατριαρχικής βίλλας («Κυνόδοντας»), θα δυναμιτίσει τις συντεταγμένες της πυρηνικής οικογένειας («Θάνατος του Ιερού Ελαφιού») και τον αυταρχισμό του κοινωνικού περίγυρου («Αστακός»), θα προβεί σε μια επιστημονική, τρόπον τινά, κατανόηση του πραγματικού κόσμου («Poor things») και τώρα θα επανέλθει με τη «Βουγονία», για να μιλήσει για τον παραλογισμό της εποχής μας. Η δυστοπία των προηγούμενων ταινιών του (με κορυφαία αυτήν του «Kinds of kindness») τώρα αποκαλύπτει την πίσω της όψη, την αδυναμία αντίληψης των σημάτων της πραγματικότητας, την επικοινωνιακή Βαβέλ που διαδέχεται το σαθρό καρτεσιανό οικοδόμημα.

Η ανθρωπότητα αδυνατεί να αντικρίσει τη μεγάλη εικόνα. Εύπιστη σε συνωμοσιολογικά σενάρια, απελπισμένα υπάκουη στη γλώσσα της Επιστήμης, παράλογα φιλόδοξη, γκροτέσκα, είναι καταδικασμένη στον αφανισμό. Παγιδευμένη σε στερεότυπα κοινωνικής τάξης, στέρηση δικαιωμάτων, πολιτικά χειραγωγούμενη από τα Μ.Μ.Ε. και τους διαδικτυακούς ηχοθαλάμους, αποκαρδιωμένη από την ανισότητα μεταξύ αυτών που βρίσκονται στην εξουσία και εκείνων που αισθάνονται ανίσχυροι, η απόλυτα ευνουχισμένη σημερινή ανθρωπότητα αντικρίζει το αδιέξοδο. Με μια απλή κίνηση, η τροπόσφαιρα διαρρηγνύεται και ο χρόνος της ανθρωπότητας ακινητοποιείται και μηδενίζεται, ενώ ακούγεται το τραγούδι «Where have all the flowers gone?». Η υποκριτική, γελοία διοικητική άρνηση του να συμπεριληφθεί η Ακρόπολη στο εικονοπλαστικό σύμπαν αυτής της ερήμωσης είναι απολύτως δυσοίωνη. Η απουσία της Ακρόπολης από την πρωτότυπη μορφοπλασία της τελευταίας σεκάνς της «Βουγονίας» κραυγάζει προφητικά το σιωπηρό, ειρωνικό μήνυμά της ότι αυτός ο τόπος δεν κατανοεί τη δημιουργία, δεν την ενστερνίζεται, δεν τη στηρίζει, εφόσον πια έχει καταντήσει το εργοτάξιο της «αστικής ανάπλασης» των φιλελεύθερων νεόπλουτων, η οργουελική επαγγελία ενός «νέου τρόπου ζωής» από τους εργολάβους της «έξυπνης/πράσινης πόλης», αυτούς που απαλλοτριώνουν το τοπίο της ζωής μας μετατρέποντάς το σε πολυτελή ενδιαιτήματα της διεθνούς νέας τάξης πραγμάτων. Δηλαδή αυτής που καταγγέλλει ο Λάνθιμος.
* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός, συγγραφέας και κριτικός θεάτρου.
Σκηνοθεσία: Γιώργος Λάνθιμος
Σενάριο: Γιώργος Λάνθιμος, Will Tracy screenplay by Jang Joon-hwan
Φωτογραφία: Robbie Ryan
Μοντάζ: Γιώργος Μαυροψαρίδης
Μουσική: Jerskin Fendrix
Ήχος: Maximilian Behrens, Julian Cabrera, Simon Carroll, Brendan Feeney
Σκηνικά: Hussein Agamiri, Prue Howard, Francesca Mauri, Elena Riccabona
Κοστούμια: Jennifer Johnson
Παραγωγή: Ari Aster, Will Greenfield, Ed Guiney, Lars Knudsen, Jerry Kyoungboum Ko, Γιώργος Λάνθιμος, Miky Lee, Andrew Lowe, Kasia Malipan, Emma Stone
Ηθοποιοί: Jesse Plemons (Τέντι), Aidan Delbis (Ντον), Emma Stone (Μισέλ), J. Carmen Galindez Barrera (Ρίκι, σεκιουριτάς), Marc T. Lewis (Τόνι), Vanessa Eng (Κόρει), Cedric Dumornay (Κρις), Alicia Silverstone (Σάντι), Σταύρος Χαλκιάς (Κάσεϊ)






















