
Για την «Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν, που προβάλλεται αυτές τις μέρες στους κινηματογράφους.
Γράφει ο Σόλωνας Παπαγεωργίου
Εφόσον το μπλοκμπάστερ στην εποχή μας χαρακτηρίζεται από πολλούς ως το σύγχρονο «έπος», υπήρξε άραγε καλύτερος σκηνοθέτης για να αναλάβει την κινηματογραφική διασκευή της ομηρικής «Οδύσσειας» από τον Κρίστοφερ Νόλαν, ο οποίος, στο πλαίσιο του δημοφιλούς σινεμά, πάντοτε έχει κάτι να πει (ακόμα και εάν δεν συμφωνούμε πάντοτε με αυτό το κάτι); Η πολυαναμενόμενη ταινία του δίχασε προτού καν κυκλοφορήσει – αδίκως, όπως μάλλον θα συνειδητοποιήσει ο θεατής.
Καμία μεταφορά, καμία διασκευή, δεν γίνεται να είναι απολύτως πιστή στην πρώτη της ύλη. Ο Νόλαν ακολουθεί σε πολλά σημεία τη δομή της «Οδύσσειας», ξεκινώντας με μια παραλλαγή του «Ἄνδρα μοι ἔννεπε, Μοῦσα» στην αρχική σκηνή, και εμφανίζοντας στη συνέχεια τον Τηλέμαχο, τους μνηστήρες και την Πηνελόπη. Ο τρωικός πόλεμος και το κατόρθωμα της άλωσης έχουν ήδη εμπνεύσει τραγούδια, τα οποία όμως απαγγέλλονται σε ένα σκηνικό παρακμής. Ο Τηλέμαχος αποφασίζει να ταξιδέψει για να μάθει τι απέγινε ο πατέρας του, ο οποίος δεν θα αργήσει να φανεί στην οθόνη, παγιδευμένος στο νησί της Καλυψώς.

Στη νέα αυτή εκδοχή των περιπετειών του βασιλιά της Ιθάκης συναντάμε μεταξύ άλλων έναν Πολύφημο που θυμίζει πλάσμα από ταινία του Γκιγιέρμο ντελ Τόρο -για πρώτη φορά στην πορεία του, ο Νόλαν φλερτάρει με το είδος του τρόμου-, μια Κίρκη που δεν έχει στόχο να σαγηνεύσει τον Οδυσσέα, αλλά να προβληματίσει περισσότερο για τη δεινή θέση των γυναικών όταν έρχονται αντιμέτωπες με ισχυρούς άντρες, και μία εντυπωσιακή νέκυια, με τους άταφους σκοτωμένους συντρόφους να σηκώνονται από το έδαφος και να αποτελούν σύμβολα της θεματικής της ταινίας.

Οι ενοχές, η ηθική κατάπτωση μιας μεγάλης αυτοκρατορίας, η βαρύτητα κάθε παράπλευρης απώλειας, καθώς και η λειτουργία των έμφυλων ρόλων – αυτά πραγματεύεται η ταινία του Νόλαν, που, όπως κάθε «ιστορικό» έργο, αναπαριστά το παρελθόν προκειμένου να μιλήσει για το σήμερα. Όπως και στο γνωστό καβαφικό ποίημα, αλλά και σε πολλά μεγάλα έργα που θίγουν το ίδιο ζήτημα («Οδύσσεια του διαστήματος» κλπ.), έτσι και εδώ συναντάμε μια παραλλαγή του θέματος του «νόστου» – η επιστροφή έχει να κάνει με την επανάκτηση της τιμής, την οποία στον πόλεμο αφήνουν πίσω οι νικητές προκειμένου να αφανίσουν ολοκληρωτικά τον αντίπαλο.
• Διαβάστε επίσης: «Οδύσσεια» – Οι διαδρομές του νόστου όπως τις χαρτογράφησε ο Στίβεν Φράι
Οι θεοί απουσιάζουν σχεδόν απόλυτα από την ταινία. Ακόμα και η Ζεντάγια, ως Αθηνά, παρουσιάζεται περισσότερο ως μέρος της συνείδησης του πρωταγωνιστή. Ο άνθρωπος μένει χωρίς προστάτη σε έναν κόσμο γεμάτο κινδύνους, ένας εκ των οποίων είναι ο ίδιος ο εαυτός του.
Υπάρχουν, βέβαια, και αδύναμα σημεία – πώς αλλιώς θα γινόταν, άλλωστε; Πιθανώς το τέλος, μετά τη μνηστηροφονία, να πραγματοποιείται κάπως βιαστικά, για παράδειγμα. Στο σύνολό του, όμως, το οικοδόμημα είναι στέρεο, παρουσιάζοντας μία εκδοχή του ομηρικού έπους που μας κάνει να προβληματιστούμε για τους καιρούς που διανύουμε.

Κάτι τελευταίο: υπάρχει μια σκηνή μικρή σε διάρκεια και ένταση, αλλά μεγάλη σε σημασία, αμέσως μετά την αποχώρηση από την Τροία. Το πλήρωμα του Οδυσσέα λεηλατεί ένα χωριό, στο οποίο εντοπίζει έναν ντόπιο, που τον υποδύεται ο μοναδικός Έλληνας ηθοποιός του καστ, ο Γιάννης Κοκιασμένος. Οι σύντροφοι, στα αγγλικά, του συστήνονται ως Έλληνες, με τον χαρακτήρα να τους απαντά σε άψογα ελληνικά, τα οποία μεταφράζουν οι χαρακτήρες στη συνέχεια. Σε αυτή τη σκηνή ο Νόλαν, σπάζοντας κατά κάποιον τρόπο τον ρεαλισμό, μας υπενθυμίζει πως κάθε διασκευή είναι και μία ανάγνωση της εποχής της ή μία ελεύθερη, ως έναν βαθμό, μετάφραση του αρχικού υλικού, κάθε μυθοπλασία είναι μία αναπαράσταση της ιστορικής πραγματικότητας. Τεκμηριώνει ακόμα πληρέστερα, λοιπόν, τις επιλογές του καστ για τις οποίες κατηγορήθηκε – εντελώς άδικα, γιατί και ο Έλιοτ Πέιτζ είναι απολύτως λειτουργικός ως Σίνωνας, και η Λουπίτα Νιόνγκο είναι μια ταιριαστή επιλογή στον διπλό της ρόλο, με την Ελένη της, μάλιστα, να χρησιμοποιείται, με έξυπνο τρόπο, ως σχόλιο για τα πρότυπα ομορφιάς και την αντιμετώπισή τους.
* Ο ΣΟΛΩΝΑΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.





















