
Της Ιωάννας Καρατζαφέρη
Έχουν επικρατήσει στον πληθυντικό αριθμό. Αγνοώ αν αυτό είναι συνυφασμένο με τα Πάθη του Χριστού, που αναφέρονται την Μεγάλη Εβδομάδα, πριν το Πάσχα. Οι περισσότεροι άνθρωποι τα έχουν όλο το χρόνο, όλη τους τη ζωή.
Το δικό μου κύριο πάθος ήταν και είναι το βιβλίο. Από τότε που μικρή το έπιασα στα χέρια μου. Μου φαινόταν περίεργο πως αυτές οι κουκκίδες στη σελίδα, που το χαρτί μύριζε τόσο ωραία, αν τις συλλάβιζες δυνατά γίνονταν λέξεις που τις ήξερα.
Μαμά, γάλα, γάτα, νιάου, παιδί, πουλί, σάκα, μολύβι και τόσες άλλες.
Όταν διάβασα το μεγάλο βιβλίο, Ένα Δέντρο Μεγαλώνει στο Μπρούκλιν, ένιωσα μια έντονη επιθυμία να γνωρίσω αυτήν που το είχε γράψει. Δεν ήξερα αν ζούσε και πώς θα την έβρισκα.
Με τα χρόνια, την επαφή με τα βιβλία, την θέα των Εικαστικών Τεχνών, αναρωτιόμουν: μα ποιοι ήταν/ είναι αυτοί οι άνθρωποι;
Πρακτικά, μπορούσα να γίνομαι κάτοχος ενός βιβλίου, αλλά όχι ενός ζωγραφικού πίνακα από εκείνους που έβλεπα στα Μουσεία.
Η πρώτη λύση ήταν να αγοράζω λευκώματα, όμως ήταν ανεπαρκή για όσα αποζητούσα να μάθω, κι έτσι αγόραζα βιογραφίες.
Βέβαια, δεν ήταν μόνο οι ζωγράφοι και οι γλύπτες που ήθελα να μάθω για τη ζωή τους, ακολούθησαν ποιητές και συγγραφείς, μουσουργοί και μαέστροι, σκηνοθέτες και ηθοποιοί και μια ατέλειωτη σειρά από ανθρώπους που άφησαν πίσω τους ένα έργο ή άλλαξαν με την δική τους δημιουργία κάποια μορφή τέχνης.
Είχα διαβάσει ότι ο Σόμερσετ Μωμ, σε μια συνέντευξή του, στον πύργο του, με τους τοίχους καλυμμένους από πίνακες των πιο σημαντικών ζωγράφων είχε πει: Δεν είμαι τόσο καλός συγγραφέας, αλλά είχα την τύχη να γράφω στ’ αγγλικά.
Την άλλη μέρα γύρισα σπίτι μου μ’ ένα ογκώδες, μεγάλου σχήματος βιβλίο, την βιογραφία του, που ήδη είχα δει –όπως εκατομμύρια άλλοι θεατές- κάποια έργα βασισμένα στα δικά του μυθιστορήματα ή διηγήματα.
Όσο διάβαζα, τόσο αμφισβητούσα την ειλικρίνεια του.
Είχε γεννηθεί στον δεύτερο όροφο της Βρετανικής Πρεσβείας, στο Παρίσι, που ο Πρέσβης είχε μετατρέψει σε κλινική μετά την ήττα της Γαλλίας το 1870. Μέχρι το δέκατο έτος της ηλικίας του μιλούσε γαλλικά και αγγλικά σπασμένα, αλλά πήγε σ’ ένα από τα καλύτερα πανεπιστήμια της τότε Μεγάλης Βρετανίας, και όλα άλλαξαν. Και από τους δυο γονείς ήταν πλούσιος.
Συνέχισα να διαβάζω μέχρι που έφτασα στην εποχή που ο Μωμ υπηρετούσε στην Ελβετία, την Αγγλική Ιντέλλιτζενς Σέρβις, όπως ήταν γνωστή στην Ελλάδα.
Ήθελα να το εγκαταλείψω, αλλά δεν. Το διάβασα μέχρι το τραγικό του θάνατο στα 91 χρόνια του, το 1965.
Ένα βιβλίο, που έχω θησαυρίσει στην καρδιά μου, είναι η βιογραφία του Έρνεστ Χέμινγουεϊ, που μου δώρισε, το 1970, ο ποιητής Νίκος Σπάνιας, που έζησε στη Νέα Υόρκη, με μια θερμή αφιέρωση, γνωρίζοντας την αγάπη μου για τον συγγραφέα.
Είχαν περάσει κιόλας επτά χρόνια από τότε που ο «τολμηρός» συγγραφέας πήρε το μακρύκαννο όπλο του, τράβηξε τη σκανδάλη με τα δάχτυλα του ποδιού του, και αυτό εκπυρσοκρότησε μέσα στο στόμα του.
Έκλαιγα πάλι και πάλι και του έλεγα ενδόμυχα ή με τη σκέψη, Δεν σε συγχωρώ που λύπησες τόσο τους αναγνώστες σου ή το κινηματογραφικό κοινό σου.
Και τότε έδωσα μια υπόσχεση στον εαυτό μου, να ακολουθήσω τα βήματά του στην Ισπανία και ήμουν τυχερή γιατί την πραγματοποίησα.
Κι έτσι έφτασα στην Γκουέρνικα (Γκέρνικα) του Πικάσσο, στη Χώρα των Βάσκων, που είχα σταθεί μπροστά της στο ΜΟΜΑ, ατέλειωτες φορές και ώρες.
Την δική του βιογραφία την είχα διαβάσει από διάφορους βιογράφους.
Το πάθος μου για τις βιογραφίες μεγάλωνε και μερικές φορές μου το ικανοποιούσαν οι φίλοι.
Για δεύτερη φορά ο Νίκος Σπάνιας μου δώριζε μια βιογραφία, ξέροντας το πάθος μου για την δεκαετία του 1920, την Εποχή της Τζαζ, την παρέα που συναντιόταν στο Ξενοδοχείο Algonquin, στο Μανχάταν, και που σύχναζα κατά καιρούς στο μπαρ, λες και επρόκειτο να τους δω ή να τους ακούσω.
Είχα αγαπήσει την Zelda, «Το Κορίτσι από το Νότο» και δεν ήμουν βέβαιη, ποιον αγαπούσα περισσότερο αυτήν ή τον Φιτζέρλαντ, και πόσο την λυπόμουν για την ψυχική της ασθένεια, και τώρα ξεφυλλίζοντας τη βιογραφία της, διάβασα: Poor Zelda, I love you, 19/1/71, Lund, που είχα γράψει, με μολύβι, στην άκρη μιας σελίδας, το είχα απολύτως ξεχάσει, όπως είχα ξεχάσει τις υπογραμμίσεις παραγράφων, διαλόγων και σκηνών.
Μια άλλη συγκίνηση μου την είχε προσφέρει ο Χάρυ Ψαρρός, γαλλομαθής.
Είχε έρθει στο διαμέρισμά μου, απροειδοποίητα, ένα βράδυ κρατώντας ανοιχτό ένα βιβλίο, με βυσσινί χοντρά εξώφυλλα, ντυμένα με δέρμα.
Όταν με δεις έτσι, θα κλαις απαρηγόρητα, είπε, και μου έδειξε την φωτογραφία του νεκρού Μαρσέλ Προυστ.
Το κεφάλι του, με τα μαύρα μαλλιά, φρύδια, ματόκλαδα, μουστάκι, κοντοκομμένα γένια, αναπαύεται σε κατάλευκο μαξιλάρι, πάνω σε επίσης κατάλευκο σεντόνι, και πιθανόν να φοράει άσπρο σάβανο.
Στην αριστερή σελίδα, μια στήλη, ...le “Temps retrouve”.
“Cette fois je vais mourir”.






















