
Της Ιωάννας Καρατζαφέρη
Είχα δεχτεί μια πρόσκληση για ένα πάρτι συγγραφέων. Επειδή η πρόσκληση δεν ήταν γραπτή σε χαρτί να την στριφογυρίζω στα δάχτυλά μου, αλλά προφορική, την βασάνιζα στο μυαλό μου.
Αν και είχα αποφασίσει, πριν χρόνια, ότι ένιωθα καλύτερα και χαιρόμουν περισσότερο σε μια συγκέντρωση με πολλούς ανθρώπους παρά σ’ ένα μισοφωτισμένο δωμάτιο, ή με αναμμένους πολυέλαιους ή θαλασσί αμπαζούρ, μ’ έναν μόνο άνθρωπο, ενέδωσα.
Βρέθηκα σε μια αίθουσα με υπέροχη διακόσμηση και απαλό φωτισμό, με τους καλεσμένους όρθιους με ένα ποτήρι ουίσκι ή άλλο αλκοολούχο ποτό στο ένα χέρι, όχι πάντα στο δεξί αφού υπάρχουν και αριστερόχειρες, και το άλλο, με την απαγόρευση του τσιγάρου, να κρέμεται άχαρα από τον ώμο, εκτός αν κρατούσε κάποιο βιβλίο.
Πηγαινοέρχονταν ευέλικτα ανάμεσα στις μικρές ομάδες, που σχηματίζονται τυχαία και προσωρινά σε τέτοιες περιπτώσεις, και συχνά έφταναν για μια φορά ακόμα στο μπαρ με τα πολύχρωμα μπουκάλια και τα διάφορα μασητικά συνοδευτικά για ένα ακόμη ποτό.
Ήθελα να καθίσω αναπαυτικά σε μια πολυθρόνα, ήταν όλες σκαλιστές και με εξαιρετικό ντύμα, φορούσα κανονικού μεγέθους και πάχους τακούνια, να τους κοιτάζω από μακριά, και έτσι θα μετρούσα πιο εύκολα τους κρίκους από τους οποίους κρέμονταν οι φαρδιές και μακριές κουρτίνες, σαν θεατρικές αυλαίες.
Ε, όλοι κατά κάποιο τρόπο θέατρο παίζαμε, με μονόλογους ή διάλογους, με στάσιμα ή χορό γυναικών να ουρλιάζουν και να χτυπιούνται.
Θα φαινόμουν παρατημένη γιατί τελικά με πλησίασε κάποιος, συγγραφέας θα ήταν, και με ρώτησε:
Κι εσείς τι γράφετε;
Το ύφος του μου φάνηκε κάπως υπεροπτικό, το δικό μου δεν το είχα δει, και ετοιμαζόμουν να του απαντήσω, yes, I write dirty words on clean walls, όπως έλεγε ο Ραίη Κάπλαν, ο εξυπνότερος της παρέας που συναντιόμασταν στο ΜΟΜΑ, αλλά δεν πρόλαβα. Δηλαδή, δεν είχα προλάβει να δω πού ήταν το άλλο του χέρι.
Δεν φαίνεστε για συγγραφέας, συνέχισε.
Κι αυτός δεν φαινόταν να του άξιζε καμιά απάντηση, αλλά μου έφερε στο νου κάποια άλλη σκηνή. Κυκλοφορούσε σαν ανέκδοτο, που το επαναλαμβάναμε ανάμεσά μας, στο σόι.
Ένας ξάδελφος στα χρόνια της δικτατορίας, κατά το 1970, ταξίδεψε στη Βουλγαρία για να συναντήσει τον γιο του που σπούδαζε φιλολογία/ γλωσσολογία/ δημοσιογραφία στη Μόσχα και δεν ήθελε να περάσει τα σύνορα προς την Ελλάδα, με καταπατημένη τη δημοκρατία. Παιδί ήταν ακόμα και ίσως είχε ακούσει πως η Ελλάδα τρώει τα παιδιά της.
Ακόμα;
Ύστερα από μερικές ημέρες γύρισε ο ξάδελφος και μαζί με κάποιους άλλους συγγενείς πήγαμε να τον επισκεφθούμε και να μάθουμε νέα για το παιδί.
Ο μπαμπάς, που είχε μεγαλώσει και είχε ζήσει, και ακόμα εκεί ζούσε στην Καλλιθέα, όπως κι εγώ και οι άλλοι επισκέπτες, μου φαινόταν πού και πού να εκνευρίζεται, ανάλογα με τις ερωτήσεις.
Είχα βάλει στο νου μου να μείνω τελευταία και να βρω την ευκαιρία να τον ρωτήσω πόσο καλά ήταν τώρα πια τα Μοσχοβίτικα του παιδιού για να μεταφράσει, να γράψει ποίηση ή πεζογράφημα στη μια ή την άλλη γλώσσα.
Όμως, προφανώς μου είναι δύσκολο να προλάβω τους άλλους γιατί ξαφνικά άκουσα τον ξάδελφο να λέει δυνατά με ειρωνικό τόνο στη φωνή, δεν ξέρω αν ήταν απάντηση ή δήλωση:
Καλά, σιγά μην είναι και οι Βούλγαροι κομμουνιστές. Μόνο εμείς είμαστε. Δεν υπάρχουν καλύτεροι κομμουνιστές από εμάς τους Έλληνες. Εμείς όχι μόνο φαινόμαστε, αλλά είμαστε και ωραίοι και γενναίοι.
Είχα δει το είδωλο του ξάδελφου στον απέναντι καθρέφτη. Ήταν ωραίος και γενναίος από τότε που έφηβος φόρεσε μπότες και κρέμασε μια καραμπίνα στον ώμο να διώξει τον κατακτητή.
Μια αστραπή διέσχισε το μυαλό μου. Ίσως ο γιος του τον κάνει βιβλίο.
Όλοι οι άλλοι κομπάρσοι.
Με αυτή τη σκέψη γύρισα γύρω –γύρω το βλέμμα μου να δω πώς φαινόμασταν όσοι είχαμε απομείνει στο σπίτι.
Ποιοι εμείς; αλλά δεν ρώτησα.