
Ο μέλλων σύζυγος, ανάμεσα στις άλλες αρετές που έπρεπε να έχει, δεν θα έπρεπε να παίζει χαρτιά ούτε στον ιππόδρομο. Για τα χαρτιά δεν έδινα καμιά ιδιαίτερη σημασία. Έβλεπα στα καφενεία τους άνδρες να παίζουν γύρω από στρογγυλά τραπέζια, δεν διέκρινα αν υπήρχαν κέρματα ή χάρτινα νομίσματα, αλλά τι με ένοιαζε;
Της Ιωάννας Καρατζαφέρη
Μερικοί από εμάς τα παιδιά παίρναμε τα ποδήλατά μας και κατηφορίζαμε τη Λεωφόρο Συγγρού μέχρι το τέρμα τους όπου βρισκόταν ο Ιππόδρομος.
Δεν βλέπαμε το εσωτερικό του, ούτε τα άλογα, γιατί ήταν περικυκλωμένο από καφασωτά, και όσο και αν προσπαθούσαμε να δούμε από τα κενά τους η εικόνα τους ήταν διάτρητη.
Εκείνο που μου έκανε εντύπωση ήταν πως συχνά βλέπαμε και γυναίκες που έβγαιναν ή έμπαιναν από/ στον Ιππόδρομο. Δεν ξέραμε, όμως, αν συνοδεύονταν από κάποιον ή αν στοιχημάτιζαν και οι ίδιες.
Αλλά οι ζητούμενες αρετές αφορούσαν τους συζύγους.
Οι γονείς μας δεν έκαναν τίποτα από τα πιο πάνω, εμείς στο σπίτι παίζαμε χαρτιά κάθε πρωτοχρονιά. Χωρίς λεφτά, με κουμπιά. Τα μάζευε η μαμά μας σ’ ένα κουτί από κουραμπιέδες ή σοκολατάκια και μας τα μοίραζε άσπρα, μαύρα, κόκκινα.
Ποιες άλλες αρετές πρέπει να έχει ο σύζυγος; Την ρωτούσα.
Η μαμά μας ήταν θετική και λιγομίλητη, χαμογελαστή και εχέμυθη.
Να ξέρει τι του γίνεται, τι συμβαίνει μέσα στην οικογένειά του.
Η απάντηση μου φάνηκε κάπως αφηρημένη, σαν να σκιαγραφούσε τον μπαμπά μας, που ναι μεν ήξερε, αλλά δεν φαινόταν να επιδεικνύει αυτή την αρετή του.
Δεκαετίες αργότερα, διάβασα τη νουβέλα: "Ο άντρας που αγαπούσε την γυναίκα μου", και ο τίτλος με είχε γυρίσει πίσω στα χρόνια που τα ζητούμενα ήταν διαφορετικά.
Υπαινικτικά, ή μάλλον με υποψίες, με άγχος και αγωνία (ή αυτά τα δυο είναι δίδυμα) ο σύζυγος υποπτευόταν τους πάντες.
Δίπλα στα άδικα ή δίκαια που ένιωθε ο σύζυγος πρόβαλλαν οι ανατροπές τους.
Από χρόνια αναγνωστικότητα έμαθα να διαβάζω και ανάμεσα στις γραμμές και για να κάνω την έξυπνη, συχνά, και ανάμεσα στις λέξεις.
Ε, καλά, καταλάβαμε, έλεγα και συνέχιζα το διάβασμα.
Μέχρι που ήρθε η πρόσκληση. Ο Εκδοτικός Οίκος Κέδρος θα παρουσίαζε το βιβλίο του Κώστα Κατσουλάρη «Ο άντρας που αγαπούσε τη γυναίκα μου».
Τον συγγραφέα δεν τον είχα δει ποτέ πριν και βέβαια δεν ήξερα αν είχε γυναίκα. Τους γνώρισα στην εκδήλωση.
Ως το κύριο πρόσωπο της εκδήλωσης, αναφέρομαι στον ίδιο.
Ψηλός, εύσωμος, χαμογελαστός, αν και πίσω από το ευχάριστο ύφος του διακρινόταν μια ελαφριά σκιά ή αμηχανία, εκείνο το βράδυ της απεργίας των μέσων μαζικής κυκλοφορίας, με αραιές γκρίζες τρίχες στα πυκνά του σκούρα μαλλιά, δεχόταν φίλους, γνωστούς και άγνωστους στους οποίους συμπεριλαμβανόμουν.
Άκουγα τις αναλύσεις των παρουσιαστών, της κυρίας Έλενας Μαρούτσου και του Μάνου Ελευθερίου, θαύμαζα την επιμέλεια τους πάνω στο κείμενο, την ευθυκρισία τους, τον καθαρό τους λόγο.
Πού τα είχαν βρει όλα αυτά που εξέθεταν;
Μήπως είχα διαβάσει το βιβλίο με κάποια ελαφρότητα.
Πιθανόν, εξαιτίας της θέσης μου απέναντι στο γάμο, γενικά, να το διάβαζα με προκατάληψη.
Θα γύριζα σπίτι και θα το ξαναδιάβαζα.
Διάβασε και ο ίδιος. Η φωνή του σταθερή, ήπια, υπάκουη στη στίξη των προτάσεων.
Άκουσα και τις ερωτήσεις των ακροατών και τις απαντήσεις που τους δόθηκαν.
Θα τα ξανασκεφτόμουν όλα.
Και τα ξανασκέφθηκα, ευχαριστώντας την απεργία που μου έδωσε την ευκαιρία να περπατήσω μέχρι το σπίτι μου στην άδεια Ακαδημίας, που άλλοτε δεν την διέσχιζα ούτε στα πράσινα φανάρια από φόβο μήπως με παρασύρει κανένα όχημα απρόσεκτου οδηγού.
Η λιτότητα έχει τα δικά της μονοπάτια.






















